ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΕΦΕΡΙΑΔΗΣ: “ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ”: ΕΝΝΟΙΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΗ

Posted on 12 Μαΐου, 2021, 12:30 μμ
21 secs

Τον Αύγουστο συμπληρώνονται έξι χρόνια από τότε που οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, κυρίως οι σοσιαλδημοκράτες, έπαψαν να θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ «λαϊκιστικό» κόμμα. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝΑΛ εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αυτόν τον χαρακτηρισμό για τον συγκεκριμένο πολιτικό οργανισμό, ακόμα και μετά την προσχώρηση σ’ αυτόν ενός σημαντικού αριθμού στελεχών και διανοουμένων του εκσυγχρονιστικού «αντιλαϊκιστικού» χώρου. Ταυτόχρονα, κάποιοι άλλοι αριστεροί διανοούμενοι, που στήριξαν και συνεχίζουν να στηρίζουν τον «αριστερό λαϊκισμό», μάλλον δυσκολεύονται να εντάξουν σ’ αυτόν τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (όπως, άλλωστε, και το επίσης «κανονικοποιημένο» Podemos). Ανεξάρτητα, όμως, από την ταξινόμηση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο λαϊκισμός εξακολουθεί να είναι μια έννοια που διχάζει την κοινότητα των πολιτικών επιστημόνων και προκαλεί σύγχυση στους απλούς πολίτες.

Στις 31 Ιανουαρίου, όταν δημοσιεύσαμε στις Ιδέες το άρθρο του Γιάννη Σταυρακάκη με τίτλο «Η στρατηγική του αριστερού λαϊκισμού: Απωθημένες γενεαλογίες», είχαμε υποστηρίξει την ανάγκη να υπάρξει μια εκτεταμένη συζήτηση γι’ αυτό το θέμα που παίζει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της στρατηγικής της μετασχηματιστικής Αριστεράς. Συνεπείς σ’ αυτόν τον στόχο, φιλοξενούμε σήμερα ένα μέρος της συνέντευξης που πήραμε από τον φίλο Σεραφείμ Σεφεριάδη, με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «Λαϊκισμός, Δημοκρατία, Αριστερά: η πρόκληση της μεθόδου» (εκδόσεις Τόπος, Μάρτιος 2021).

 

Χ.Γο.

 

 

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου «Λαϊκισμός, Δημοκρατία, Αριστερά. Η πρόκληση της μεθόδου», ένα πόνημα που, κατά τη γνώμη μου, απευθύνεται κυρίως στην κοινότητα των πολιτικών επιστημόνων. Παρά ταύτα, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν πιστεύεις ότι αυτό θα μπορούσε να είναι χρήσιμο και στο ευρύτερο πολιτικοποιημένο και κυρίως αριστερό αναγνωστικό κοινό.

Απολύτως· και γι’ αυτό κυρίως το κοινό είναι που γράφεται το βιβλίο: τους ανθρώπους που αισθάνονται προσβολή από την ιδεολογικά υποβολιμαία ‒αλλά μεθοδολογικά απαράδεκτη‒ σύζευξη εγχειρημάτων που επιδιώκουν διεύρυνση και επέκταση της δημοκρατίας (το καταστατικό γνώρισμα των κοινωνικών κινημάτων και της Αριστεράς) με εκείνα που απεργάζονται τη συρρίκνωσή της. Θέλω όμως, αν μου επιτρέπεις, να πω εδώ ότι δεν λέω τυχαία «διεύρυνση και επέκταση» ‒ διότι η δημοκρατία, περί της οποίας όλοι διατείνονται ότι κόπτονται, είναι βέβαια διαδικασία, όμως το κρίσιμο θέμα (για το οποίο σπάνια γίνεται λόγος) είναι το εύρος των περιοχών του δημόσιου βίου που ρυθμίζονται δημοκρατικά. Και αναφέρομαι στη μείζονα περιοχή: την παραγωγή και διάθεση των προϊόντων της ανθρώπινης εργασίας. Ίσως πρέπει εμφαντικά και επίμονα να επισημαίνουμε πως, μιλώντας δι-ιστορικά, αυτό είναι το ειδοποιό γνώρισμα της Αριστεράς: το αίτημα της δημοκρατικής διαχείρισης του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου.

 

Είσαι Διευθυντής του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής στο Πάντειο. Μπορείς, σε παρακαλώ, να περιγράψεις συνοπτικά το ερευνητικό πεδίο αυτού του κλάδου της πολιτικής επιστήμης, καθώς και να κάνεις μια αναφορά στη σύνθεση και τα ερευνητικά ενδιαφέροντα της ομάδας σας;

Ως θεωρητικός και ερευνητικός κλάδος, η Συγκρουσιακή Πολιτική αναδεικνύει κάτι που κανείς ενεργός πολίτης δεν πρέπει να ξεχνά: ότι οι μετασχηματιστικές συλλογικές δράσεις (που τη στιγμή της ανάληψής τους είναι πάντα εξωθεσμικές και, όχι σπάνια, είναι και έκνομες) είναι αυτές που, στο διάβα της ιστορίας, έχουν επιτύχει ό,τι σήμερα θεωρούμε «δημοκρατικό κεκτημένο» (μια φράση που στον απώτερο νοηματικό της πυρήνα αναφέρεται στην ενδυνάμωση των υποτελών). Στο πλαίσιο αυτό, ο κλάδος μελετά τις αιτιότητες που διέπουν την εκδήλωση των κινηματικών συλλογικών δράσεων: την επίδραση του περιβάλλοντος (που πάντοτε διαμεσολαβείται από τις ποικίλες «αναγνώσεις» του που διαγωνίζονται στη δημόσια σφαίρα), τη μορφή και την αποτελεσματικότητα των διάφορων ρεπερτορίων δράσης, τους τρόπους διαχείρισης των συμβολικών πόρων, τα προβλήματα της οργάνωσης. Κομβική συνεισφορά του Εργαστηρίου μας είναι όμως και κάτι που, ενώ αποτελεί καθοριστικό γνώρισμα της επιστήμης, εντούτοις στις μέρες μας παραγνωρίζεται: η πραξιακή-επιχειρησιακή διάσταση· όχι απλώς η ανάλυση, αλλά και προβληματισμός για το πώς η ιστορική εμπειρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για έλλογη παρέμβαση στον πραγματικό κόσμο και χρόνο. Η παρατεταμένη αποχή των κοινωνικών επιστημών από το βασικό αυτό καθήκον μας απειλεί με παλινδρόμηση σε μια φιλοσοφίζουσα γλώσσα που απέχει προκλητικά από το πραξιακό διάβημα. Αυτό πρέπει άμεσα να ανασκευαστεί ‒ και το Εργαστήριο καταβάλει προσπάθεια ώστε η δι-ιστορικά συσσωρευμένη εμπειρία να καταστεί επιστημονικός πόρος ικανός να συμβάλλει στην αγωνιώδη προσπάθεια των κοινωνιών να αντιμετωπίσουν τα αδιέξοδα του καπιταλισμού της εποχής μας, του καπιταλισμού της καταστροφής. Στο Εργαστήριο συμμετέχουν εξαιρετικά προικισμένοι νέοι ερευνητές, του είδους εκείνου που αποκαλώ «ενσυνείδητους κοινωνικούς επιστήμονες» ‒ τόσο μεθοδολογικά (με κατανόηση της αποστολής και των προϋποθέσεων μιας εύρωστης κοινωνικής επιστήμης) όσο και ερευνητικά. Το Εργαστήριο έχει πλούσια ιστοσελίδα (lcp.panteion.gr) όπου μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για τις δραστηριότητές του, την ταυτότητα των ερευνητών, καθώς και το πρόγραμμα του διαρκούς σεμιναρίου το οποίο είναι ανοιχτό σε κάθε ενδιαφερόμενο.

 

Στο πόνημά σου, το οποίο εντάσσεις στη συγκριτική πολιτική κοινωνιολογία, εκφράζεις με πολεμικό τρόπο αλλά και επιστημολογική αυστηρότητα τη διαφωνία σου με διάφορες εννοιολογήσεις του «λαϊκισμού» (μια λέξη που βάζεις σε εισαγωγικά) στη διεθνή βιβλιογραφία. Ισχυρίζεσαι, σωστά κατά τη γνώμη μου, ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις του εν λόγω φαινομένου προκαλούν σύγχυση ως προς την ταυτότητα και τον πολιτικό προσανατολισμό διάφορων αριστερών πολιτικών φορέων. Μήπως θα μπορούσες να αναφερθείς συνοπτικά στις μεθοδολογικές αδυναμίες αυτών των προσεγγίσεων;

Να ξεκινήσω με την κυρίαρχη προσέγγιση (αυτή που εδώ και καιρό τώρα κατακλύζει τη δημόσια σφαίρα), η οποία εισηγείται την ταυτόχρονη θεώρηση ουσιωδώς ανόμοιων φαινομένων: όπως ήδη ανέφερα, έχουμε εδώ μια οπτική που εντάσσει στην ίδια αναλυτική κατηγορία εγχειρήματα που στοχεύουν στη δημοκρατική διεύρυνση (και επέκταση) και εγχειρήματα που αποσκοπούν σε αποκλεισμούς και δημοκρατική συρρίκνωση, μόνο και μόνο επειδή αμφότερα επικαλούνται το «λαό» ενάντια στις ελίτ. Πρόκειται για μεθοδολογικό σκάνδαλο που φέρνει στο νου την κλασική ρήση του Giovanni Sartori (στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το βιβλίο) ότι ο μεθοδολογικά αδαής μελετητής τείνει να ακυρώνει κεφαλαιώδεις διαφορές στην ισχνή βάση δευτερευουσών, ασήμαντων ομοιοτήτων (όπως το αναφέρει καυστικά, να εξομοιώνει ανθρώπους και ψάρια επειδή έχουν και οι δυο «κολυμβητικές ικανότητες»). Κάθε έλλογος άνθρωπος πρέπει να εξεγείρεται· κι αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποιώ τον όρο σε εισαγωγικά ‒είναι το ελάχιστο που μπορεί κανείς να κάνει. Φαντάσου κάποιον που προτείνει να μελετήσουμε μαζί τον εμπρηστή και τον πυροσβέστη επειδή και οι δυο παρενοχλούν την ηρεμία ενός πολίτη που ‒λόγω ελλιπούς πληροφόρησης, μικρόνοιας, ή αβλεψίας‒ δεν έχει ακόμα αντιληφθεί ότι ενώ ο πρώτος του έχει βάλει φωτιά, ο δεύτερος προσπαθεί να τη σβήσει. Αυτό εισηγείται η βασική προσέγγιση ‒ και ο στόχος δεν είναι βέβαια κανενός είδους επιστημονική έρευνα που να φέρνει αποτέλεσμα, αλλά η συκοφάντηση των κινηματικών συλλογικών δράσεων (που, όπως μόλις λέγαμε, είναι το οξυγόνο και η ατμομηχανή της δημοκρατίας). Σε μια πιο παλιά και γνωστικά αφομοιωμένη επιστήμη (λ.χ. στην ιατρική) και μόνο η επίκληση παρόμοιων ψευδο-κατηγοριών (κατηγοριών που θα εισηγούνταν σύζευξη αρρώστιας και θεραπείας), θα αρκούσε όχι μόνο για να αφαιρεθούν διπλώματα αλλά και να διαπομπευθούν όσοι τα χορήγησαν. Το ότι αυτό στις μέρες μας δε γίνεται, αντανακλά την ιδεολογική χειραγώγηση της κοινωνικής επιστήμης ‒μια πραγματικότητα που παραπέμπει σε μηχανισμούς χρηματοδότησης της έρευνας και πρέπει πάραυτα να μας απασχολήσει. Επέρχεται όμως και μια άλλη, εξίσου επικίνδυνη βλάβη, τόσο ερευνητικά όσο και πολιτικά: λέγοντας «δεξιός λαϊκισμός» αντί για «ακροδεξιά», ο πολιτικός αυτός χώρος αποενοχοποιείται. Καθώς προτάσσεται το πορώδες «επικλήσεις στο λαό», φεύγουν από το νου ιστορικά βιωμένα γνωρίσματα της ακροδεξιάς, όπως η οργανική σχέση με το βαθύ κράτος και το μεγάλο κεφάλαιο, η αντι-κινηματική λαγνεία της καταστολής, η επιδίωξη της βίαιης πειθάρχησης των κοινωνιών.

Έχουμε όμως και μια δεύτερη εκδοχή, τον ούτω αποκαλούμενο «αριστερό λαϊκισμό», που ενώ πολύ σωστά διαφωνεί με την κυρίαρχη προσέγγιση, επιλέγει για την αντιμετώπιση του προβλήματος έναν δρόμο που όχι μόνο ατελέσφορος είναι, αλλά νομίζω και επιβλαβής. Είναι κρίμα, διότι οι περί ου ο λόγος μελετητές είναι και θεωρητικά πολυπράγμονες και κοινωνικά ευαίσθητοι. Θεωρούν όμως πως καταφάσκοντας και πριμοδοτώντας με θετικές συνδηλώσεις τη γενικότητα «λαϊκισμός» ως οριζόντια επίκληση των υποτελών (αυτό που περισπούδαστα αποκαλείται «αλυσίδες ισοδυναμίας») έχουν δώσει απαντήσεις στο πρόβλημα της Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων. Πρόκειται για αυταπάτη ‒που γίνεται μάλιστα και ιδιαίτερα προβληματική κατά το ότι, εμμέσως πλην σαφώς, έχουμε αποδοχή του νεοσυντηρητικού επιχειρήματος πως οι ανταγωνιστικές συμπεριληπτικές επικλήσεις στο λαό (κάτι που επιδιώκει κάθε εύρωστο προοδευτικό εγχείρημα) ενέχουν καταστατικά και την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Η παραχώρηση αυτή είναι κεφαλαιώδους σημασίας, όμως το κύριο πρόβλημα είναι άλλο: συνίσταται στο ότι η έννοια είναι ακατάλληλα και, ως εκ τούτου, αναποτελεσματικά γενική ή αφηρημένη: περιλαμβάνει στην εμπειρική της υποδήλωση τόσο τον Ομπάμα όσο και το Occupy Wall Street, τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ που ενέπνεε το αντιμνημονιακό κίνημα όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ της υποταγής και της ιδεολογικής μετάλλαξης, τον ΣΥΡΙΖΑ που μετέτρεψε το «όχι» του δημοψηφίσματος σε «ναι» (και ψήφισε «ναι» στο Ελληνικό των καζίνο, ενώ όσοι τον ανέδειξαν πάλεψαν ενάντια σε μια τέτοια προοπτική). Σε ό,τι βέβαια μας αφορά, το πρόβλημα είναι πρώτιστα ερευνητικό: η έννοια που οι μελετητές αυτοί εισηγούνται δεν επιτρέπει προβληματισμό και συμπεράσματα για τους αιτιώδεις μηχανισμούς που ευθύνονται γι’ αυτήν την ιδεολογική μετάλλαξη και το γραφειοκρατικό εκφυλισμό, μια και οι φορείς που εκάστοτε μας απασχολούν (τόσο όσο ενέχονται σε διαβήματα κινηματικά-μετασχηματιστικά όσο και εκείνοι που υποτάσσονται στην αδιέξοδη λογική της «υπεύθυνης» διαχείρισης) προβαίνουν σε συμπεριληπτικές επικλήσεις του λαού. Και το πρόβλημα δε σταματάει εκεί. Στη σκιά αυτής της γενικότητας που όλα τα περικλείει, καθαγιάζεται de facto και ο νέος ρεφορμισμός που καιρό τώρα προωθούν τα κόμματα που αποκλήθηκαν «ριζοσπαστική αριστερά» ‒ εμμέσως πλην σαφώς, προκύπτει η αίσθηση ότι όλες οι στρατηγικές της Αριστεράς υπάγονται στο ίδιο, ιστορικά αδιέξοδο άρμα. Δεν είναι όμως έτσι: ο ΣΥΡΙΖΑ που έκανε το «όχι» του δημοψηφίσματος «ναι» δεν είναι ίδιος με αυτόν που αφουγκράστηκε και πιστοποίησε τις κινηματικές δράσεις ενάντια στη λιτότητα. Είναι καθήκον μας (τόσο ως πολιτικών-κοινωνικών επιστημόνων όσο και ως πολιτών) να δούμε το πολιτικό περιεχόμενο των συμπεριφορών (όχι απλώς τα μοτίβα που διαμορφώνουν «αλυσίδες ισοδυναμίας») όσο και των οργανωτικών διακανονισμών που επέτρεψαν το γραφειοκρατικό εκφυλισμό. Το βιβλίο θέτει και πραγματεύεται όλα αυτά τα ζητήματα.

 

Για ιδεολογικούς/πολιτικούς και προσωπικούς/συναισθηματικούς λόγους διάβασα με μεγάλη ικανοποίηση τη θετική αξιολόγηση που κάνεις στην εννοιολόγηση του λαϊκισμού από τον Άγγελο Ελεφάντη, η οποία περιέχεται στο γνωστό βιβλίο του για το φαινόμενο του ΠΑΣΟΚ. Εξήγησέ μας συνοπτικά τους λόγους αυτής της άποψής σου, η οποία διαφέρει από εκείνη άλλων Ελλήνων πολιτικών επιστημόνων.

Ο Άγγελος Ελεφάντης, που δυστυχώς έφυγε πρόωρα από κοντά μας, θα είχε ανατριχιάσει με αυτά που γράφονται στις μέρες μας για το λαϊκισμό. Ήταν αυτός που ‒μαζί με άλλους βέβαια‒ με οδήγησαν στην εννοιολόγηση που προτείνω: ότι, αν είναι κάτι που μπορεί να μας δώσει η έννοια, αυτό συνίσταται στη θεώρησή της ως ψευδούς επίκλησης του λαϊκού. Μου δίνεις όμως την ευκαιρία να πω πως η επιστημονική υποδομή αλλά και το ήθος του Ελεφάντη υπήρξαν πράγματι υποδειγματικά. Πρόκειται για τον μελετητή που, πριν ίσως από οποιονδήποτε άλλο, επεσήμανε το εξής απλό, πλην καίριο, ότι ‒όπως έγραψε και αυτολεξεί παραθέτω στο βιβλίο, σ. 185‒ η «αφετηρία από το επίθετο “λαϊκός” για να φτιαχτεί ο όρος “λαϊκισμός” με την κατάληξη “ισμός” παραπέμπει ευθέως σε έναν παραποιητικό περί λαού λόγο, σε μια παραφθορά, μίμηση και εκπτώχευση επομένως του λαϊκού λόγου». Την εξαιρετική επεξεργασία του Ελεφάντη (μια πρακτική που στην κλασική Μεθοδολογία αποκαλούμε «σημασιολογική αγκίστρωση» ‒ διότι αναδεικνύει τη λογική του ονοματισμού των σημασιών) ελάχιστοι πολιτικοί επιστήμονες την ασκούν, θα έλεγα μάλιστα ότι και ελάχιστοι την κατέχουν ή την κατανοούν. Όμως σημάδι των καιρών ‒τεκμήριο κραυγαλέων ελλείψεων‒ είναι ότι στην τρέχουσα λαϊκιστική βιομηχανία είτε οι μελετητές αγνοούν τον πρωτοπόρο αυτόν διανοητή (ελάχιστες είναι οι παραπομπές που γίνονται στο έργο του) είτε τείνουν να τον λοιδορούν με διάφορες εξυπνάδες που όμως δεν τιμούν αυτούς τους ίδιους. Προτείνω να ξαναδιαβάσουν το βιβλίο του, και να προβληματιστούν με παραθέματα όπως αυτά που παραθέτω: λ.χ. ότι οι λαϊκιστές είναι «ριζοσπάστες χωρίς ριζοσπαστισμό, σοσιαλιστές χωρίς σοσιαλισμό, αλλά πάντα λαϊκιστές… [προσφέροντας έτσι] την καλύτερη δυνατή υπηρεσία στον αστισμό (σ. 194).

 

Μετά από τα παραπάνω, ήρθε η ώρα να μας δώσεις τον δικό σου ορισμό του φαινομένου του «λαϊκισμού» και να μας πεις αν θεωρείς την αριστερή εκδοχή του ελπίδα ή απειλή για την υπόθεση του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Έχω ήδη ξεκινήσει την απάντηση. Αν είναι να έχει κάποια χρήση η έννοια ‒που, να τονίσω, δεν εκτιμώ ότι μπορεί να είναι μεγάλη (πρόκειται για μια εγγενώς αφηρημένη σημασία)‒ αυτή είναι ό,τι και πριν ανέφερα: ψευδείς επικλήσεις του λαϊκού. Και έτσι όμως λίγα και μικρά είναι τα βήματα που μπορούμε να πραγματοποιήσουμε, εκτός αν είμαστε διατεθειμένοι να αναλάβουμε ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα με στόχο την αποτίμηση ιστορικά βιωμένων εξαγγελιών που εκ των πραγμάτων αποδείχτηκαν αδιέξοδες (όπως, λ.χ., ότι μπορεί να υπάρξει πάγια και ουσιαστική βελτίωση της θέσης των υποτελών μέσα στο πλαίσιο του συστήματος). Η αριστερή εκδοχή όχι μόνο δεν κατανοεί αυτήν την ανάγκη αλλά, τσουβαλιάζοντας στην ίδια κατηγορία όλες τις προοδευτικές προτάσεις και στρατηγικές στη βάση της γενικότητας «συμπεριληπτικές, οριζόντιες επικλήσεις του λαού», μας επιβάλλει τον παρατεταμένο αγνωστικισμό. Γράφτηκε πρόσφατα πως ο «αριστερός λαϊκισμός» αποτελεί στρατηγική (και μάλιστα καινοτόμο και ευφυή)! Αν είναι ποτέ δυνατόν να αποκαλούμε «στρατηγική» την επιδίωξη της ευρείας απεύθυνσης (κάτι που κάνουν σχεδόν όλοι και πάντα). Συγγνώμη, αλλά πρόκειται για παλινδρόμηση σε μια νηπιακή ηλικία προβληματισμού περί του τι χρειάζεται, αλλά και τι είδους κινδύνους οφείλει να αντιμετωπίσει, το μετασχηματιστικό κίνημα. Εκεί έγκειται ο κίνδυνος από την ευμενή εννοιολόγηση (τον «αριστερό λαϊκισμό»): μας αποτρέπει από το να αναρωτηθούμε τι έφταιξε και ο ΣΥΡΙΖΑ, λ.χ, μετασχηματίστηκε από κόμμα αρωγό και εμπνευστή των συλλογικών δράσεων σε συστημικό κόμμα, πώς και γιατί οι πρώιμες εξαγγελίες του είχαν έλλειμμα, τι μπορεί στο μέλλον να γίνει ώστε οι αδυναμίες αυτές να μην επαναληφθούν. Αν αυτή η διερεύνηση δε γίνει (και με τη γενικολογία των «αλυσίδων ισοδυναμίας» δεν πρόκειται ποτέ να γίνει) θα τείνουμε να θεωρούμε πως το υπάρχον (ο τόσο οδυνηρά ατελέσφορος νέος ρεφορμισμός) είναι ο μόνος δυνατός δρόμος, μια εκδοχή ΤΙΝΑ για την Αριστερά ‒που, ακριβώς όπως και η δεξιά ομόλογή της, δεν είναι παρά ένας χαμηλής ποιότητας αναδιπλασιασμός του προβληματικού.

 

Στο βιβλίο σου διαφωνείς επίσης με τον όρο «ριζοσπαστική Αριστερά», στην οποία πολλοί πολιτικοί επιστήμονες εντάσσουν εκείνα τα κόμματα που θεωρούνται ότι καλύπτουν το χώρο μεταξύ της άκρας ή επαναστατικής Αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, όπως π.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ (σήμερα ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία) και το Podemos. Πού οφείλεται αυτή η διαφωνία σου και ποια είναι κατά τη γνώμη σου η ταυτότητα των προαναφερθέντων κομμάτων;

Δεν είναι τόσο ότι διαφωνώ με τον όρο ως ονομασία, όσο με το ότι η σημασία που ονοματίζει είναι ακαταστάλαχτη, αδιερεύνητη και σε μεγάλο βαθμό ψευδής. Τι ακριβώς είναι αυτός ο χώρος «μεταξύ» μετασχηματιστικής Αριστεράς και Σοσιαλδημοκρατίας; Μπορεί βέβαια να αυτοπροσδιορίζεται έτσι, κι εμείς στη συνέχεια να τον τοποθετούμε ως στίγμα σε ένα μετρικό φάσμα, όμως ως ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο είναι ανύπαρκτος. Είναι τέτοια η φύση των σύγχρονων προβλημάτων που είτε κάποιος θα προγραμματίσει τη συστημική υπέρβαση, είτε θα υπαχθεί στις νεοφιλελεύθερες προσταγές. Αυτό το βλέπουμε δεκαετίες τώρα με την πορεία της Σοσιαλδημοκρατίας που το μόνο που κάνει είναι να προσπαθεί (όχι με μεγάλη επιτυχία) να κρύψει το νεοφιλελευθερισμό που έχει καταστατικά ασπαστεί, το είδαμε και με τον ΣΥΡΙΖΑ που φαντάστηκε ότι χωρίς ρήξεις και προετοιμασία της συστημικής υπέρβασης θα ήταν δυνατόν να μπει ανάχωμα στις επιταγές των κυρίαρχων θεσμών. Αν θέλουμε λοιπόν να μιλήσουμε σοβαρά (και να βγάλουμε πρακτικά συμπεράσματα) δεν πρέπει να παίζουμε με τις λέξεις, διυλίζοντας τον κώνωπα και καταπίνοντας την κάμηλο. Ας πω λοιπόν κάτι προκλητικό: είτε μια δύναμη (ή πολιτικό ρεύμα) στο χώρο της Αριστεράς θα θέτει ζήτημα συστημικής ρήξης και θα εξηγεί συγκεκριμένα και διεξοδικά πώς προετοιμάζεται γι’ αυτό, είτε δεν θα το θέτει και, ως εκ τούτου, αργά ή γρήγορα θα υποτάσσεται. Είναι ένα πρώτο, βασικό συμπέρασμα που απορρέει από την εμπειρία, τόσο την πρόσφατη όσο και την απώτερη. Δεν αρκεί βέβαια αυτός ο βασικός διαχωρισμός για να χαραχθεί μια ικανοποιητική στρατηγική, αποτελεί όμως βασική προϋπόθεση ώστε να ξεκινήσουμε μιαν ουσιαστική συζήτηση. Στο βιβλίο επιχειρώ την κατάθεση κάποιων βασικών κατευθυντήριων γραμμών γι’ αυτήν τη συζήτηση που, εκτός από επίκαιρη, είναι νομίζω και εξαιρετικά απαραίτητη.

 

Με βάση τη θεωρητική σου ανάλυση, η σημερινή ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία είναι η ίδια ή διαφέρει και σε τι από εκείνην του ΣΥΡΙΖΑ του 2013, όταν από συνασπισμός διάφορων πολιτικών οργανισμών έγινε ενιαίο κόμμα; Συμφωνείς με την άποψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα «εν κινήσει»;

Το «κόμμα εν κινήσει» είναι μια γενικόλογη κενολογία. Δεν είναι επιστημονικός λόγος, είναι φάρσα, κατά το ότι τα «πάντα ρει» που έλεγε και ο Ηράκλειτος. Καταστρατηγώντας τα όποια στοιχεία εσωτερικής δημοκρατίας είχε στα αρχικά του στάδια, ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε στο καρτέλ των κομμάτων ‒κομμάτων του κράτους‒ που στόχο δεν έχουν πλέον τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά την αποτελεσματική διαχείριση εντός του ολοένα και πιο ασφυκτικού συστημικού πλαισίου. Σε συνθήκες οργανικής κρίσης σαν και αυτή που βιώνουμε, βέβαια, πρόκειται για σχήμα οξύμωρο ‒ κάτι που, ενώ προβάλλεται ως ρεαλιστική πολιτική πρόταση, δεν είναι παρά ένας χονδροειδής παραλογισμός. «Αποτελεσματική διαχείριση» για τους πολλούς δε γίνεται χωρίς κοινωνικό μετασχηματισμό ‒κι αυτό δε συνιστά μαξιμαλισμό, είναι απόρροια απλής εμπειρικής παρατήρησης. Για να δώσω ΄να παράδειγμα, πώς θα υπάρξει αύξηση των δαπανών για την υγεία, την παιδεία και την ασφάλιση (για να μη μιλήσουμε για τις εργασιακές συνθήκες) χωρίς να αρθεί από τη χώρα ο βραχνάς του μη βιώσιμου χρέους, και όταν προσδοκάται ότι την παραγωγική ανασυγκρότηση θα τη στηρίξει το εγχώριο και ξένο κεφάλαιο; Όλα αυτά ‒ειρήσθω εν παρόδω‒ είναι λαϊκισμός ακριβώς σαν κι αυτόν που καυτηρίασε ο Ελεφάντης: είναι ριζοσπαστικός λόγος χωρίς τίποτα το ριζοσπαστικό, είναι λόγος που αποσκοπεί στη μείωση λαϊκών προσδοκιών ‒ενώ βασική προϋπόθεση για να έχουμε ένα ισχυρό κίνημα είναι η έλλογη και απολύτως εφικτή προσδοκία του ουσιαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού (και ας θυμηθούμε εδώ τους Μαρξ και Ένγκελς, ότι δεν είναι μόνο ότι δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε εξόν από τις αλυσίδες μας, είναι και ότι έχουμε έναν κόσμο ολόκληρο να κερδίσουμε). Για να μπορέσουν να βρουν απήχηση αυτές οι ανορθολογικές υπαναχωρήσεις (που, ας μην έχουμε αμφιβολία, εκτός από πολιτική ανεπάρκεια υποκρύπτουν και γραφειοκρατική ιδιοτέλεια) απαιτούν κατάλυση της εσωτερικής δημοκρατίας στα κόμματα, απαιτούν διάλυση των εσωτερικών διαδικασιών και την εγκαθίδρυση ενός αρχηγικού κόμματος χειροκροτητών χωρίς λόγο, και τοπικές οργανώσεις που ακολουθούν τα τερτίπια διάφορων διορισμένων «επώνυμων» (που όχι σπάνια είναι και τυχάρπαστοι). Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου αναφέρομαι διεξοδικά στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, και εισηγούμαι μια σειρά από προτάσεις οργανωτικού χαρακτήρα, ώστε να αξιοποιηθεί η εμπειρία του. Πρέπει όμως να καταστεί σαφές ότι αυτές αφορούν όχι τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ (που έχει από καιρό τώρα μπει σε μιαν ανεπίστρεπτη πορεία «καρτελικής αστικοποίησης», για να εισφέρω έναν περιγραφικό όρο), αλλά το μέλλον: τις νέες πρωτοβουλίες που είναι σίγουρο ότι θα προκύψουν και ήδη κυοφορούνται. Δεν πρέπει πρακτικές όπως αυτές της άμεσης εκλογής του προέδρου από το Συνέδριο να επιτρέψουμε να επαναληφθούν.

 

Θα κλείσω με μια επισήμανση/ερώτηση που πιθανόν σχετίζεται με πιθανές μεταξύ μας στρατηγικές διαφωνίες. Η έμφαση που δίνεις στον «ταξικό συνεργατισμό» των «νέων ρεφορμιστικών κομμάτων», σε συνδυασμό με την απόρριψη εκ μέρους σου των λαϊκών μετώπων και του ευρωκομμουνισμού, με οδηγεί στη σκέψη ότι στην ουσία επιμένεις στην ύπαρξη μιας α-χρονικής και μόνιμης διαιρετικής τομής στην Αριστερά μεταξύ επανάστασης και ρεφορμισμού. Μήπως, όμως, αυτή η επιμονή οδηγεί την πλευρά της «επανάστασης» σε έναν αδιέξοδο σεχταρισμό;

Χαίρομαι διότι η ερώτηση δίνει την ευκαιρία να αναφερθούμε στο πρόβλημα του σεχταρισμού ‒ διότι, λίγο-πολύ, «ρεφορμισμός» ξέρουμε τι είναι, ενώ «σεχταρισμός» μάλλον όχι (ή, εν πάση περιπτώσει, όχι και τόσο). Σεχταρισμός δεν είναι ‒όπως συχνά διαδίδεται‒ η ενεργός κατάφαση της συστημικής ρήξης, αλλά η ελλιπής κατανόηση (όπου και αν υπάρχει) της ανάγκης για προσεκτική και διεξοδική σύνδεση των άμεσων αιτημάτων των απλών ανθρώπων με αυτήν τη ρήξη. Όπως γράφω στο βιβλίο, κάθε μετασχηματιστικό εγχείρημα έχει να αντιμετωπίσει τη Σκύλλα της υποτίμησης των άμεσων αιτημάτων (σεχταρισμός) και τη Χάρυβδη της υποστασιοποίησής τους (ρεφορμισμός). Η σεχταριστική στάση προβαίνει σε απότομες (συχνά υπερφίαλες και εγκεφαλικές) κλιμακώσεις που, επειδή δεν απηχούν τις προσλαμβάνουσες των δυνάμει αποδεκτών, ακούγονται τεχνητές και προσχηματικές και ως εκ τούτου αποτυγχάνουν. Όμως εξίσου μοιραία είναι και η ρεφορμιστική προσέγγιση που τείνει να υποστασιοποιεί τα επιμέρους αιτήματα χωρίς να αναρωτιέται για τις προϋποθέσεις της ουσιαστικής υλοποίησής τους (όπως μόλις λέγαμε με την περίπτωση των εξαγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ). Επίτρεψέ μου να αναφέρω ό,τι γράφω και στο βιβλίο (σ. 338): «Ενώ στην υποτίμηση το ειδικό διαχέεται εντός του γενικού, στην υποστασιοποίηση τείνει κατά κανόνα να “αποκόπτεται” από αυτό: τα εργασιακά αιτήματα φυλακίζονται τότε σε έναν ρηχό και ατελέσφορο οικονομισμό, τα περιβαλλοντικά σε αδιέξοδες, εσωτερικά αντιφατικές παλινδρομήσεις, τα έμφυλα σε πρόσκαιρες και, όχι σπάνια, απλώς κοσμητικές παρεμβάσεις, κοκ». Πρόκληση μιας έλλογης και σοβαρής Αριστεράς είναι η γεφύρωση που εδράζεται στα μεταβατικά αιτήματα: αιτήματα που αναδεικνύουν και προωθούν το επιμέρους ειδικό, εξηγώντας όμως παράλληλα πως προϋπόθεση για την εμπέδωση και την πραγμάτωσή του είναι η σοβαρή ενασχόληση με το ευρύτερο γενικό. Αυτό ήταν πάντοτε το στοίχημα της διεθνιστικής μετασχηματιστικής Αριστεράς, δεν λέμε δα και κάτι καινούριο. Στη βάση αυτή καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μιαν ευρύτατη σύγχυση εννοιών (όρων και σημασιών) που, αντιποιούμενη αρχές και σύμβολα της Αριστεράς, είναι υπεύθυνη για πολιτικές ήττες και κοινωνική παλινδρόμηση. Εθνικά και διεθνώς, η συγκυρία είναι κρίσιμη.

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΕΦΕΡΙΑΔΗΣ: “ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ”: ΕΝΝΟΙΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΤΕΛΕΣΦΟΡΗ

 

Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης είναι αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Διευθυντής του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής (lcp.panteion.gr) και Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge (CLH). Το βιβλίο του «Λαϊκισμός, Δημοκρατία, Αριστερά: η πρόκληση της μεθόδου» (Μάρτιος 20121) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος.

Η ΕΠΟΧΗ
...