Άρθρο της Ράνιας Σβίγκου, υπεύθυνης στην ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία για τον Τομέα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, στο ieidiseis.gr:

Με την ορκωμοσία του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, έκλεισε ένας ολόκληρος κύκλος, αυτός της διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Κύκλος ο οποίος σημαδεύτηκε, ακόμα και την τελευταία στιγμή, με τα πρόσφατα γεγονότα στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον. Διότι, η εισβολή υποστηρικτών του απερχόμενου προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, και όσα επακολούθησαν, σημάδεψαν μια κρίσιμη τετραετία για τις ΗΠΑ και, κατ’ επέκταση, για τον κόσμο.

Πολλά γράφτηκαν, και πολλά ακόμα μένει να γραφτούν στο μέλλον, για την 6η Ιανουαρίου. Αυτό που έχει, όμως, μεγαλύτερη σημασία είναι το πώς φτάσαμε ως εκεί, αλλά και το ποιες μπορεί να είναι οι εξελίξεις στην αμερικάνικη, και όχι μόνο, πολιτική ζωή το επόμενο χρονικό διάστημα.

Διότι η τετραετία Τράμπ, ο τρόπος του πολιτεύεσθαι του απερχόμενου προέδρου, αλλά και οι κινήσεις του, σε μια σειρά από ζητήματα, έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους, όχι μόνο εντός των ΗΠΑ, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Πολλές αναλύσεις έχουν γίνει ως σήμερα, για την αντικατάσταση του πολιτικού διαλόγου από την πολιτική επικοινωνία, για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τον Τράμπ, ως εργαλείο παραγωγής πολιτικής, για την παράκαμψη των θεσμικών διαύλων και τη χρησιμοποίηση μιας σχέσης άμεσης επικοινωνίας του προέδρου με τους υποστηρικτές του. Πολλά έχουν ειπωθεί, επίσης, για τη χρήση ενός λόγου που αποσκοπεί στον διχασμό, και όχι στη συναίνεση, στην προβολή μιας εικονικής πραγματικότητας όπου ο ισχυρός παρουσιάζεται ως ανίσχυρος, ο επικεφαλής μιας υπερδύναμης αυτοπαρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που τον πολεμάει το «σύστημα», επειδή αγωνίζεται για τα συμφέροντα του λαού και της χώρας του.

Αυτός ο τρόπος άσκησης πολιτικής συνδέεται άρρηκτα και με τις κινήσεις του απερχόμενου προέδρου, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όσο και στο εξωτερικό. Διότι, αντίπαλοι δεν υπήρξαν μόνο οι Δημοκρατικοί, οι αντιρατσιστές, όσοι κι όσες διεκδίκησαν κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, όπως το κίνημα Black Lives Matters, αλλά θεσμοί όπως ο ΟΗΕ (που δήθεν υποσκάπτει τα συμφέροντα των ΗΠΑ), η Ε.Ε, ακόμα και τα υπόλοιπα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, με την κατηγορία ότι δεν είναι συνεπή ως προς τις υποχρεώσεις τους.

Αναφέρεται συχνά ότι, στο ιδεολογικό επίπεδο, ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ κατάφερε να ενώσει ένα ετερόκλητο στρατόπεδο, στο οποίο εντάσσονται, ακροδεξιές, ρατσιστικές οργανώσεις, παραδοσιακοί εχθροί του ομοσπονδιακού συστήματος διακυβέρνησης, όσο και αρνητές της κλιματικής αλλαγής, συνωμοσιολόγοι, και, πιο πρόσφατα, αντιεμβολιαστές.

Εάν κάποιος μείνει εκεί, είναι δύσκολο να εξηγηθεί πώς ο Ντόναλντ Τράμπ κατάφερε, όχι μόνο να εκλεγεί το 2016, με 63 εκατομμύρια ψήφους, αλλά και να αυξήσει τους ψηφοφόρους του, το 2020, αφού έλαβε 74 εκατομμύρια προτιμήσεις. Για την άνοδο του θα πρέπει να συνυπολογιστούν οι συνέπειες φαινομένων όπως η μείωση των θέσεων εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα που είναι ο πυλώνας της μεσαίας τάξης, η είσοδος των ΗΠΑ στην Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βορείου Αμερικής (North American Free Trade Agreement – ΝΑ FTA), η αποξένωση των αμερικανών πολιτών από τις πολιτικές ελίτ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 2016 ο Ντόναλντ Τραμπ αναδείχθηκε πρόεδρος σε μια χώρα ταξικά διχασμένη, με έντονα τα σημάδια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε, αλλά και της υποβάθμισης της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ ως μόνης υπερδύναμης, στο νέο, πολυπολικό σκηνικό της παγκοσμιοποίησης. Ούτε το ότι ο απερχόμενος πρόεδρος βρήκε μια εσωτερική πολιτική σκηνή που δεν είχε να αντιτάξει ένα όραμα για την επόμενη μέρα, αλλά και ένα Ρεπουμπλικανικό κόμμα το οποίο είχε ήδη μετατοπιστεί δεξιότερα-ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το Tea Party.

Το βέβαιο είναι ότι το 2020 δεν είναι 2016. Κι αυτό, οφείλεται, όχι μόνο στις συνέπειες της διακυβέρνησης Τράμπ, αλλά και στην πρωτοφανή συσπείρωση της «άλλης Αμερικής». Αποδείχθηκε, για άλλη μια φορά, η σημασία της κινητοποίησης του λαϊκού παράγοντα, η αξία των οργανωμένων διαμαρτυριών υπέρ των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Παρά τα όσα απαξιωτικά λέγονται στα καθ’ ημάς, περί της αμερικάνικης Αριστεράς ως «Αριστεράς των πανεπιστημίων», η συμβολή της αριστερής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος υπήρξε καθοριστική για την έκβαση των εκλογών.

Ο Τζο Μπάιντεν, θα είναι ο πρόεδρος μιας βαθιά πολιτικά διαιρεμένης χώρας, που έχει πληγεί σοβαρά από μια καταστροφική επιδημία, έχει αποδυναμωθεί οικονομικά και θα αντιμετωπίσει πολλές δύσκολες διεθνείς κρίσεις, οι οποίες έχουν επιδεινωθεί ή οφείλονται στις επιλογές του προκατόχου του. Ο νέος πρόεδρος θα πρέπει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών και ταυτόχρονα να βρει έναν τρόπο να επιλύσει, ή τουλάχιστον να θέσει τις τρέχουσες κρίσεις υπό έλεγχο.

Πρωτίστως, όμως, θα πρέπει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία των θεσμών, την ποιότητα της δημοκρατίας, και να εδραιώσει μια νέα σχέση μεταξύ των πολιτών και των αντιπροσώπων τους. Η πρώτη, και ίσως η κρισιμότερη μάχη θα δοθεί στο εσωτερικό της χώρας, μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές, που θα πραγματοποιηθούν σε δυο χρόνια. Ως τότε, θα διαθέτει κάτι που ούτε ο Μπαράκ Ομπάμα το είχε, δηλαδή μια πλειοψηφία και στα δύο νομοθετικά σώματα, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία.

Σε αυτή του την προσπάθεια, ο Μπάιντεν θα έχει έναν σύμμαχο, τον Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος σύντομα θα οριστεί πρόεδρος της ισχυρής επιτροπής προϋπολογισμού της Γερουσίας. Δεν είναι μια τυχαία επιλογή, αλλά μάλλον ένα σαφές μήνυμα αναγνώρισης του αγώνα που δόθηκε από τον Σάντερς και τους Αριστερούς Δημοκρατικούς, για την επίτευξη της εκλογικής νίκης.

Ένα πρώτο δείγμα γραφής της διακυβέρνησής του, αποτελεί το σχέδιο αντιμετώπισης της πανδημίας, το οποίο ήδη παρουσιάστηκε. Θεωρώ ότι έχει σημασία να «διαβαστεί», έχοντας κατά νου τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι υγειονομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της πανδημίας, από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, και να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις.

Διότι, σε αντίθεση με τα διάφορα σχέδια της επιτροπής Πισσαρίδη και τις «λίστες Πέτσα», το αμερικανικό σχέδιο διάσωσης (American Rescue Plan), για την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid-19, .ύψους περισσότερων από 1.9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, μεταξύ άλλων, προβλέπει ένα κονδύλι 160 δισεκατομμυρίων για τη χρηματοδότηση ενός εθνικού προγράμματος εμβολιασμού, την επέκταση των τεστ ανίχνευσης, και τη δημιουργία ενός εθνικού προγράμματος για την πρόσληψη 100 χιλιάδων νέων εργαζόμενων στη δημόσια υγεία.. Η πρότασή του νέου προέδρου περιλαμβάνει, επίσης, οικονομική ενίσχυση στις μικρές επιχειρήσεις, επίδομα ενοικίου. οικονομική ενίσχυση 1.400 δολαρίων στους πιο ευάλωτους πολίτες, την επέκταση των παροχών ανεργίας, και τη χορήγηση ενός εβδομαδιαίου συμπληρώματος ασφάλισης ανεργίας, ύψους 400 δολαρίων, μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Εκτός από το μεγάλο πρόγραμμα αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας, τα πρώτα νομοθετικά διατάγματα τα οποία έχει ήδη ανακοινώσει η νέα διακυβέρνηση Μπάιντεν, σηματοδοτούν μια επιστροφή στην περίοδο Ομπάμα, καθώς και το τέλος της περιόδου αποχώρησης από διεθνείς θεσμούς και συμφωνίες. Λίγες ώρες μετά την ορκωμοσία, ο Μπάιντεν υπέγραψε τα διατάγματα για επιστροφή των ΗΠΑ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, αλλά και στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα. Απόφαση, μάλιστα, η οποία συνοδεύεται από την διακοπή του σχεδίου για την κατασκευή του πετρελαϊκού αγωγού Keystone XL, που θα ένωνε τις ΗΠΑ με τον Καναδά, όπως και κάθε περιβαλλοντοκτόνου έργου που προωθούσε η διακυβέρνηση Τραμπ, σε Προστατευόμενες Φυσικές Περιοχές.

Αλλά και τα υπόλοιπα Διατάγματα που έχει ανακοινωθεί ότι θα υπογραφούν τις πρώτες δέκα μέρες της προεδρίας Μπάιντεν, δείχνουν έκδηλα μια άλλη κατεύθυνση, προστασίας και συμπερίληψης: Δράσεις για την προώθηση της φυλετικής ισότητας από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, καταγραφή, εκ νέου, των μη εχόντων αμερικάνικη ιθαγένεια κατοίκων στην απογραφή των ΗΠΑ, ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων διακρίσεων στο χώρο εργασίας με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Αλλά και επανέναρξη του προγράμματος «Dreamers», που είχε ξεκινήσει ο Ομπάμα για τους νέους αμερικάνους χωρίς χαρτιά, κατάργηση της αποκαλούμενης «μουσουλμανικής ταξιδιωτικής απαγόρευσης», διακοπή της κατασκευής του τείχους με το Μεξικό.

Στο ερώτημα της επόμενης ημέρας, αν δηλαδή ο «τραμπισμός» θα συνεχίσει να υφίσταται και τι μορφή θα πάρει μετά την τετραετία Τραμπ, δεν μπορεί να υπάρξει μια σαφής και κατηγορηματική απάντηση εκ των προτέρων. Χρειάζονται ριζικές αλλαγές και τομές, σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, για να μην επιστρέψει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι 132 ρεπουμπλικάνοι βουλευτές αρνήθηκαν, ακόμη και μετά τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου, να επικυρώσουν το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου. Είναι όμως ένας αγώνας αναγκαίος, για την προάσπιση της δημοκρατίας. Ένας αγώνας που δεν περιορίζεται στα όρια των ΗΠΑ, αλλά αφορά ολόκληρο τον κόσμο, όπου ο ρατσισμός, ο ακροδεξιός λαϊκισμός, η μισαλλοδοξία, τρέφονται από τις κοινωνικές ανισότητες και απειλούν όχι μόνο τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά και τα ίδια τα θεμέλια των δημοκρατικών θεσμών και της κοινωνικής συνύπαρξης.