Ήταν θετικό ότι λίγες μέρες πριν την επανέναρξη του διαλόγου με την Τουρκία, έγινε συζήτηση στη Βουλή, όπου έλαβαν το λόγο ο πρωθυπουργός και οι αρχηγοί των κομμάτων, πέραν των βουλευτών, για την εξωτερική πολιτική. Διότι η κύρωση του νομοσχεδίου για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, στη Δυτική Ελλάδα τέμνει όλα τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, ενός θέματος που προσφερόταν.

Αν, λοιπόν, προέκυψε ένα συμπέρασμα είναι το πώς δεν πρέπει να ασκείται η εξωτερική πολιτική μιας χώρας. Η ΝΔ έχει πλούσια ύλη εδώ, παλιά και πρόσφατη και βγήκε στη συζήτηση αυτό ιδιαίτερα από την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ως πρωθυπουργός, δεν απέφυγε να μπει στα βαθιά νερά της, να κρυφτεί πίσω από τα άλλα προβλήματα. Δυστυχώς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που ως πρωθυπουργός έχει τώρα την ευθύνη, δε ανταποκρίθηκε, δεν έκανε καμιά παραδοχή, καμιά απολύτως αυτοκριτική, δεν έβγαλε συμπεράσματα χρήσιμα στην αυριανή συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη. Απλώς, κράτησε απόσταση από τις φρικαλεότητες του κόμματός του, των στελεχών του που τώρα είναι υπουργοί του. Σημείωσε μόνο “διευρύνθηκε η εθνική ομοψυχία”. Πάλι καλά καθώς, τότε, ο κ. Βορίδης είχε μιλήσει για κυβέρνηση “εθνικής μειοδοσίας”.

 

Η κυβέρνηση στηρίζεται στο έργο του ΣΥΡΙΖΑ

 

Δυο θεμέλιοι λίθοι στην εξωτερική πολιτική, όπου σήμερα στηρίζεται η κυβέρνηση, τέθηκαν από την προηγούμενη. Αυτό όχι μόνο δεν μπορεί να αποκρυφτεί, αλλά αναδεικνύει την ανευθυνότητα της ΝΔ τότε. Το ένα είναι το Μακεδονικό και το άλλο είναι αυτό ακριβώς που ψηφιζόταν στη Βουλή. Με μια θεμελιωμένη, σε γεγονότα και αποτελέσματα, ομιλία του ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε στη στάση της ΝΔ, τότε, μικροκομματική και φοβική “που κάνει ζημιά στο εθνικό συμφέρον”. Επειδή έχουν αυτά τα θέματα ιστορικό βάθος, αφού χρησιμοποιήθηκαν απαράδεκτοι χαρακτηρισμοί, ο Κ. Μητσοτάκης έχει υποχρέωση τώρα να τις ανασκευάσει. “Θα έπρεπε έστω και σε κάποια στιγμή της τοποθέτησής σας αντί για θριαμβολογίες”, όχι για την ιστορία, “αλλά για να ενισχύσετε την αξιοπιστία σας κάπως και έξω και μέσα, να κάνετε μια κάποια αυτοκριτική”. Υπενθύμισε και τοποθετήσεις, του ίδιου του Κ. Μητσοτάκη που μιλούσε για “εθνική ήττα που έχει ήδη ακυρωθεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού και ένα εθνικό λάθος που προσβάλλει και την αλήθεια και την ιστορία και την πατρίδα μας”.

Ο πρωθυπουργός βρέθηκε μπροστά σε μεγάλη αφερεγγυότητα και υποχρεώθηκε, εν μέρει, σε διαχωρισμό της θέσης του για όσα απαράδεκτα έλεγαν τότε για την επέκταση στα 12 μίλια στα Δυτικά, δηλαδή αυτό που ψηφιζόταν χωρίς αλλαγές τώρα, με κούφιους διθυράμβους τύπου “αυξήσαμε την επικράτεια κατά 10%”! Συμπεριλαμβανομένων τοποθετήσεων του τομεάρχη Εξωτερικής Πολιτικής κ. Κουμουτσάκου, ακόμη και της Ντόρας Μπακογιάννη. “Δύο κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής που αναδείξαμε με αίσθημα εθνικής ευθύνης κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής μας θητείας και ενώ εσείς γνωρίζατε, απολύτως, ότι ορθώς τα ανοίξαμε, σχεδιάσαμε και ορθώς τα επεξεργαστήκαμε και ήταν εθνικό όφελος η ολοκλήρωσή τους, εσείς τα πολεμήσατε με υποκριτικό, όπως αποδείχτηκε, μένος όσο ήσασταν στην Αντιπολίτευση. Όταν γίνατε Κυβέρνηση, κάνατε στροφή 180 μοιρών”.

Ο Κ. Μητσοτάκης υποχρεώθηκε να τοποθετηθεί, έστω δειλά, επ’ αυτού. Παραθέτουμε το απόσπασμα χωρίς σχόλιο. “Το 2018 υπήρχαν και στη Ν.Δ. απόψεις, σκέψεις για το κατά πόσο αυτή η επέκταση σε εκείνη τη χρονική συγκυρία – αναφέρομαι σε μια επέκταση χωρικών υδάτων που θα γινόταν πριν από την οριοθέτηση ΑΟΖ – θα ήταν ωφέλιμη. Προσωπικά δεν είδα να ανασύρετε κάποια δική μου δήλωση για το θέμα, γιατί δεν είχα τοποθετηθεί επειδή αντιλαμβανόμουν την περιπλοκότητά του”.

Αλλά στο θέμα των 12 μιλίων η πολεμική τότε της ΝΔ δεν αφορούσε το χρόνο που είχε επιλέξει ο ΣΥΡΙΖΑ να το προχωρήσει. Το σημείωσε εύστοχα στην ομιλία της η Σία Αναγνωστοπούλου. “Τέθηκε επί της ουσίας, ότι δεν πρέπει να επεκτείνουμε τα δώδεκα ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, γιατί αυτό είναι τμηματική απόφαση και ενισχύει την Τουρκία. Ήταν επί της ουσίας”. Όσο για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ: “Έσπασε την αδράνεια στην εξωτερική πολιτική. Απ’ αυτό το σπάσιμο της αδράνειας βρισκόμαστε σήμερα να ψηφίσουμε ένα νομοσχέδιο, που όντως το έφτιαξε, το δρομολόγησε, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι, ακριβώς, η μεγάλη ρήξη με ένα εθνικιστικό φοβικό σύνδρομο, που, δυστυχώς, το δικό σας κόμμα καλλιέργησε”.

 

Οι διερευνητικές

 

Στη συζήτηση, έστω γενικά, τέθηκαν και οι διερευνητικές. Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι “προσερχόμαστε με αισιοδοξία, με αυτοπεποίθηση αλλά και με ελπίδες στις διερευνητικές. Όμως και με μηδενική αφέλεια”. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ εξέφρασε τους λόγους ανησυχίας που προκύπτουν από την προϊστορία της στάσης της ΝΔ ως αντιπολίτευσης, τις αντιφάσεις στην πολιτική της, την έλλειψη στρατηγικής ως κυβέρνησης και την ασάφεια της ατζέντας και των στόχων του διαλόγου, αλλά ταυτόχρονα σημείωσε, “απαιτείται προσπάθεια για συνεννόηση και συναίνεση”.

Ο Α. Τσίπρας επισημαίνοντας ότι οι συνθήκες είναι αρνητικές τόνισε τη στήριξη του κόμματος στην “επανεκκίνηση των διερευνητικών για υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, με την προοπτική και την ελπίδα να επιτευχθεί μια έντιμη συμφωνία στη βάση του διεθνούς δικαίου είτε διμερώς είτε με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης”. “Η Ελλάδα, όμως, πρέπει να είναι κάθετη απέναντι σε οποιαδήποτε συζήτηση για δήθεν «γκρίζες ζώνες» ή απέναντι σε οποιαδήποτε συζήτηση για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας”.

Στις σελίδες 6-7, ο Αλέξης Ηρακλείδης αναλύει το θέμα διεξοδικά και έγκυρα. Η συζήτηση στη Βουλή μπορεί να αξιολογηθεί ως βήμα προς πιο ρεαλιστική εξωτερική πολιτική, από όπου, όμως, απέχουμε. Ειδικά για την αξιωματική αντιπολίτευση ανακύπτει το εξής: ενώ είναι, πάντα, υπέρ του διαλόγου που θα οδηγήσει σε έντιμη λύση στη βάση του διεθνούς δικαίου και προσφυγή στη Χάγη, αν χρειαστεί, συγχρόνως θέτει τους γνωστούς περιορισμούς στην ατζέντα των συνομιλιών. Όμως έντιμη λύση και Διεθνές Δίκαιο, που ορθώς επιδιώκονται, οδηγούν σε λύσεις που παρακάμπτουν τους περιορισμούς της ατζέντας του διαλόγου.

Πηγή: ΕΠΟΧΗ