Άρθρο του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνου Σκουρλέτη, στην εφημερίδα ΤΟ ΠΑΡΟΝ της Κυριακής

Σε καθέναν που παρακολουθεί την εξέλιξη της πανδημίας και τις επακόλουθες επιπτώσεις της στην οικονομία και την κοινωνία ένα ερώτημα γεννιέται αυθόρμητα: Πόσο ίδιος θα είναι ο κόσμος μετά το πέρας της; Ποιες αλλαγές και ποια μέτρα θα μονιμοποιηθούν στην εργασία, στην παραγωγή, στα δικαιώματα και στη δημοκρατία; Η απάντηση δεν είναι εύκολη και δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Συναρτάται άμεσα από την επιλογή των στρατηγικών για την έξοδο από την κρίση και ασφαλώς από τους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, που θα οδηγήσουν στη μία ή στην άλλη κατεύθυνση.

Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, για πρώτη φορά, δανείζεται στο όνομά της, στη βάση μιας λογικής αμοιβαιοποίησης και κατευθύνει πόρους προς τα κράτη – μέλη της στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης, τη στιγμή που ο Μπάιντεν προαναγγέλλει αύξηση του κατώτατου μισθού, ως βασικό εργαλείο για την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας. Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση αναστέλλει την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας, η ιταλική κυβέρνηση προτείνει τη διαγραφή των ομολόγων της περιόδου της πανδημίας. Πρόκειται για επιλογές και προτάσεις που ρίχνουν νερό στο κρασί του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Το ερώτημα, λοιπόν, που γεννιέται είναι το εξής: Πρόκειται για κάτι προσωρινό, κάτω από την πίεση που δημιούργησε η πραγματικότητα της πανδημίας για να επανακάμψει η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία μετά το τέλος της ή τελικά θα οδηγηθούμε στην εγκατάλειψη του νεοφιλελευθερισμού, που ηγεμόνευσε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών;

Εκείνο που χαρακτήρισε την περίοδο της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας ήταν η διεύρυνση των ανισοτήτων, ενώ η πανδημία μας έδωσε να καταλάβουμε πως αν θεωρούμε δίκαιη και επιβεβλημένη τη δυνατότητα πρόσβασης όλων των πολιτών στο κοινό αγαθό της υγείας, αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από ένα ισχυρό και δημόσιο σύστημα.

Εάν θέλουμε να έχουμε μια γρήγορη και ισχυρή πορεία ανάκαμψης της οικονομίας, αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από έναν δυναμικό ρόλο και μια δυναμική παρουσία του δημόσιου τομέα σε αυτήν τη διαδικασία.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζεται από τις πλέον οπισθοδρομικές σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία, με μια σκληρή, νεοφιλελεύθερη και ταξική ματιά για τα πράγματα. Έκανε τα λιγότερα δυνατά για το δημόσιο σύστημα υγείας, γιατί απλά δεν το πιστεύει. Αρνήθηκε μια ουσιαστική στήριξη του κόσμου της εργασίας και των μικρών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα σήμερα να βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα περίοδο έκρηξης της ανεργίας αλλά και στην πιθανότητα να κλείσει τους επόμενους μήνες το 30% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σίγουρα υπήρχαν οι δυνατότητες να πράξει διαφορετικά, αλλά συμβιβάστηκε και εντέλει υιοθέτησε τις απόψεις που αντιμετωπίζουν τη σημερινή κρίση ως ευκαιρία αναδιάρθρωσης της οικονομίας υπέρ των πιο λίγων και πιο ισχυρών οικονομικών δυνάμεων. Στον δε τομέα της εργασίας προωθεί ένα περισσότερο ευέλικτο και αποδιαρθρωμένο εργασιακό περιβάλλον, με περισσότερη ανασφάλεια και μικρότερους μισθούς. Η πολιτική βίβλος της σημερινής κυβέρνησης είναι το παλιάς κοπής σχέδιο Πισσαρίδη, που επιπλέον επαναφέρει προτάσεις προηγούμενων δεκαετιών για ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων στρατηγικών δικτύων της χώρας, καθώς και του ασφαλιστικού συστήματος. Όλα αυτά, δηλαδή, που όπου δοκιμάστηκαν, διεύρυναν τις ανισότητες. Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών έχουν οδηγήσει στο να καταστεί ανεξέλεγκτη η ύφεση και οι κοινωνικές επιπτώσεις από αυτήν.

Η ένταση των συσσωρευμένων προβλημάτων θα είναι μεγάλη και οι απαντήσεις που θα δοθούν θα αποτελέσουν πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων. Οι κατεστημένες δυνάμεις θα επιχειρήσουν να επιβάλουν τις πολιτικές που προωθούν επιστρατεύοντας τη στρατηγική της καταστολής και του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Επιδιώκουν να διαμορφώσουν, μέσα από τον φόβο, μια κουλτούρα μη διεκδίκησης και συμμέτοχης.

Η μεγάλη πρόκληση για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι να μπορέσει να διατυπώσει μια νέα, ριζοσπαστική προγραμματική πρόταση, ικανή να εκφράσει τα νέα προβλήματα της μετά την πανδημία εποχής. Να μιλήσει για τη θέση της εργασίας στις νέες συνθήκες καθώς και για τον νέο, στρατηγικό ρόλο του δημόσιου και κοινωνικού τομέα. Να θέσει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, μέσα από την αλλαγή του σημερινού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Να υπερασπιστεί τη δημοκρατία θέτοντας το θέμα της εμβάθυνσης και διεύρυνσής της. Ο χαρακτήρας των σημερινών προβλημάτων απαιτεί απαντήσεις που δεν θα κινούνται στη λογική των μέσων όρων, των κεντρώων λύσεων, αλλά των ριζοσπαστικών, εναλλακτικών προτάσεων σε όλα τα πεδία. Έτσι μόνο θα μπορέσουμε να επανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών και ιδιαίτερα των επόμενων γενιών, που βλέπουν μπροστά τους άλλη μια χαμένη δεκαετία να προβάλλει.