Η έκθεση που συνέταξε η ομάδα υπό τον Χριστόφορο Πισσαρίδη παρουσιάζει μια συνοπτική εικόνα των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και προτείνει ένα σύνολο μέτρων πολιτικής τα οποία προέρχονται σαφώς από τη νεοφιλελεύθερη παράδοση. Ισχυρίζεται ότι τα μέτρα αυτά θα έχουν αισθητά αποτελέσματα ως προς την επιτάχυνση της αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, που αναμένεται να φτάσει σε μεγέθυνση το 3,5% ετησίως, χάρη σε αύξηση της απασχόλησης κατά 1% τον χρόνο και της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 2,5%.

Η οικονομία από την οποία θα ξεκινήσουμε για να φτάσουμε σε αυτό το αποτέλεσμα περιγράφεται ως εσωστρεφής, με μικρό μέγεθος επιχειρήσεων που παράγουν σε μεγάλο ποσοστό μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, με μεγάλο βάρος της αυτοαπασχόλησης και των άτυπων δραστηριοτήτων. Οι επενδύσεις βρίσκονται στο 10,1% του ΑΕΠ και οι εταιρικές στο 5,4%, ενώ στις μικρές ανοιχτές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 23% και 14%. Οι εξαγωγές συνολικά και οι εξαγωγές προϊόντων αντιστοιχούν σε 37% και 19% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με 66% και 48% στις μικρές ανοιχτές οικονομίες.

Το πώς φτάσαμε στις σημερινές μέτριες επιδόσεις, με το αναλογούν κόστος για την απασχόληση, το βιοτικό επίπεδο του εργαζόμενου πληθυσμού και τις κοινωνικές υπηρεσίες, δεν απασχολεί πραγματικά τους συντάκτες της έκθεσης. Δίδεται ως γενική αιτία «η αναποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και των θεσμών» και παρουσιάζονται ανά τομέα δραστηριότητας οι υπάρχουσες «αγκυλώσεις» που αναμένεται να διορθωθούν από τις κατάλληλες προτάσεις πολιτικής.

Στη συνέχεια, δεν παρουσιάζεται μια λεπτομερέστερη πρόβλεψη κατά τομείς δραστηριοτήτων που να συνθέτουν τις συνολικές μακροοικονομικές υποσχέσεις. Ολες οι προτάσεις πολιτικής είναι είτε διάφορες μορφές επιδοτήσεων, μειώσεων του κόστους εργασίας, απαλλαγών ή ιδιωτικοποιήσεων είτε είναι στην πραγματικότητα γενικές παροτρύνσεις, όπως η μεγέθυνση των επιχειρήσεων ή ο εκσυγχρονισμός τους.

Η πεποίθηση ότι η αύξηση των επενδύσεων είναι ένας οριζόντιος στόχος ο οποίος υπηρετείται κατά κύριο λόγο από την επιδότηση της επένδυσης ή τη μείωση του κόστους εργασίας, είναι μια σταθερά της αναπτυξιακής πολιτικής τουλάχιστον των τελευταίων 40 ετών.

Αλλά οι ιδιαίτερες ανάγκες σε υποδομές, σε εισροές, σε θεσμικές λειτουργίες αποτελούν εξίσου σημαντικούς, αν όχι σημαντικότερους, παράγοντες. Μια τέτοια προσέγγιση απουσιάζει πλήρως από την έκθεση Πισσαρίδη, ενώ είναι προφανώς απαραίτητη αν κοιτάξει κανείς από κοντά οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα.

Δεν μπορεί να κατανοήσει κανείς την προοδευτική απώλεια παραγωγικού δυναμικού στη χώρα μας, που ξεκίνησε πολύ πριν από την περίοδο των μνημονίων, αν δεν αναγνωρίσει τον ρόλο που έπαιξε η παγίωση των πελατειακών πρακτικών, χάρη στην καθιέρωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Η τοποθέτηση της πάνσοφης επιχειρηματικότητας στο κέντρο των οικονομικών πολιτικών και εξελίξεων διατήρησε ενισχύσεις επιχειρήσεων με παρωχημένα χαρακτηριστικά, αλλά με τις κατάλληλες διασυνδέσεις, και οδήγησε στο να παραμελείται ο συντονισμός ιδιωτικών επενδύσεων και δημόσιων παρεμβάσεων, δηλαδή η υλοποίηση ολοκληρωμένων αναπτυξιακών πολιτικών.

Οι πελατειακές σχέσεις επηρέασαν σε καθοριστικό βαθμό τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, όχι μόνο με τη διατήρηση της διαφθοράς, αλλά συμβάλλοντας και στη διαιώνιση οργανωτικών προβλημάτων, καθώς η παράλληλη εξυπηρέτηση διαφορετικών συμφερόντων υπονόμευσε την υιοθέτηση ορθολογικών μεθόδων διοίκησης και την πραγματοποίηση αξιοκρατικών επιλογών. Η έκθεση δεν επισημαίνει την ύπαρξη του προβλήματος των πελατειακών σχέσεων, αλλά αναγνωρίζει την ύπαρξη προβλήματος στις σχέσεις ανώτερων υπαλλήλων και πολιτικών προϊσταμένων τους. Το συνολικό και το ειδικό πρόβλημα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς να υπάρξει μια συστηματική εμπλοκή του υπαλληλικού προσωπικού όχι μόνο στην εφαρμογή αλλά και στην επεξεργασία των πολιτικών, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Σχετικά με την αγορά εργασίας οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρονται στο περίφημο σχέδιο Schroder-Hartz που αναπτέρωσε την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας. Η κοινότοπη ιδέα ότι αυτό το σχέδιο μπορεί να εφαρμοστεί παντού και να έχει παρόμοια αποτελέσματα, είναι το προϊόν μιας καθαρά ιδεολογικής προσέγγισης. Η εντύπωση ότι η βιομηχανική πολιτική στη Γερμανία μπορεί να περιγραφεί ως συνδυασμός επιδοτήσεων και ελέγχου του εργατικού κόστους, δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.

Η Γερμανία είναι μια χώρα με ισχυρό ακόμα το θεσμικό πλαίσιο που κληρονόμησε από τη φορντιστική περίοδο, όπου η βιομηχανική πολιτική είναι συνάρτηση πολλαπλών και συνδυασμένων θεσμικών παρεμβάσεων, καθώς και διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοτών και συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, που εδώ και αρκετά χρόνια περιγράφεται πλέον ως κρίση του νεοφιλελευθερισμού, δεν είναι πουθενά απολύτως καθαρή και η ιστορία της κάθε χώρας συνεχίζει κατά κανόνα να έχει καθοριστική σημασία. Η έκθεση Πισσαρίδη είναι μια προσπάθεια να φανεί ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο έχει μέλλον, και για να φανεί πειστική αυτή η προσπάθεια πρέπει να παραμείνει το εγχείρημα μακριά από την ελληνική πραγματικότητα.

* Ο Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν είναι οικονομολόγος

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών