Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν: Μπροστά στις πολλαπλές κρίσεις

Posted on 26 Ιουνίου, 2020, 3:15 μμ
7 secs

 

Aνάλυση του οικονομολόγου Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν με τίτλο Μπροστά στις πολλαπλές κρίσεις που δημοσιεύει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, στο πλαίσιο της σειράς Οικονομία – Παραγωγή – Βιώσιμη Ανάπτυξη


 

H αντιμετώπιση της ύφεσης στην οικονομία που προκαλεί η υγειονομική κρίση, με στόχους την επιστροφή στην «κανονικότητα» μέσω της «επανεκκίνησης» της οικονομίας, είναι μια ανεπαρκής προσέγγιση, που δεν λαμβάνει υπόψη τόσο τις πολλαπλές κρίσεις που επηρεάζουν και συνεχίζουν να απειλούν τις κοινωνίες και τις οικονομίες, όσο και το μονιμοποιημένο κοινωνικό κόστος, τα υψηλά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας, τα οποίο προκαλούν και ανανεώνουν. Η διατήρηση και επιδείνωση αυτού του κοινωνικού κόστους, αποτελεί τον παράγοντα που κινδυνεύει να περιθωριοποιήσει την Αριστερά, η οποία δεν προσφέρει ορατές προοπτικές στα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται, αλλά παραμένει προσκολλημένη στην προοπτική της «επανεκκίνησης» μιας βαριά τραυματισμένης οικονομίας, που χρειάζεται ισχυρές και άμεσες διαρθρωτικές παρεμβάσεις με άμεσο κοινωνικό αντίκτυπο. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για κινητοποίηση 750 δις για την ανάκαμψη των ευρωπαϊκών οικονομιών, είναι ευπρόσδεκτη, αλλά είναι και το προοίμιο νέων αιρεσιμοτήτων, σύμφωνα με τις καθιερωμένες επιλογές της Ε.Ε. Χωρίς να παραβλέπεται η αβεβαιότητα σχετικά με την αξιοποίηση σε κάθε χώρα αυτών των πόρων, που δεν μπορεί να θεωρηθούν επαρκείς σχετικά με τις ανάγκες μιας ουσιαστικής ανασυγκρότησης των οικονομιών και προστασίας των πληθυσμών.

Χρειάζεται πριν απ’ όλα να υπενθυμίσουμε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με πολλές διαφορετικές κρίσεις. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια πολύπλευρη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την επιστροφή στο μοντέλο της «ένδοξης» ευρωπαϊκής ανάπτυξης της δεκαετίας του ‘60. Η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και οι επιπτώσεις μιας ανελέητης παγκοσμιοποίησης, με επιδεινούμενες επιπτώσεις για το κλίμα, την υγεία και τη δυνατότητα επιβίωσης ολόκληρων κοινωνιών, δεν μπορούν να υποσχεθούν παρά διαδοχικές κρίσεις με συσσωρευόμενες δραματικές επιπτώσεις για τους πολίτες και εργαζόμενους των χωρών του πλανήτη.

Τα αποτελέσματα της δεκαετίας διαχείρισης της «κρίσης χρέους», είναι ακόμα ορατά, σε ό,τι αφορά την οικονομική δραστηριότητα, τη διεθνή θέση της ελληνικής οικονομίας, αλλά και την απασχόληση και βέβαια τις εργασιακές σχέσεις που η σημερινή κυβέρνηση επιδιώκει σταθερά να επιδεινώσει. Δεν είναι μόνο το κόστος της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, καθώς είναι φανερό ότι οι αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις των συστημικών τραπεζών δεν έχουν χρησιμεύσει παρά για τη διατήρηση της κερδοφορίας τους χάρη σε δημόσιο χρήμα και τη χρηματοδότηση μιας μειοψηφίας επιχειρήσεων. Το πρόβλημα της χρηματοδότησης της οικονομίας ώστε να αξιοποιηθεί το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, να καλυφθούν οι ανάγκες της οικονομίας και να αντιμετωπιστούν καταστάσεις έκτακτες, απαιτεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο, ικανό να υλοποιήσει ένα σχέδιο ανασυγκρότησης. Με τη δημιουργία μεταξύ άλλων και την αξιοποίηση χρήματος υπό δημόσιο έλεγχο, μέσω της ενίσχυσης μιας αναπτυξιακής τράπεζας, της κρατικοποίησης μέρους τουλάχιστον του τραπεζικού συστήματος ή της χρησιμοποίησης σε τοπικό επίπεδο συμπληρωματικών νομισμάτων.

Η αποδεδειγμένη και θεαματική πλέον εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής απαιτεί αφενός τη συμμετοχή της Ελλάδας σε πολιτικές συγκράτησής της με μια πορεία προς τον μηδενισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων και αφετέρου την αντιμετώπιση έκτακτων τοπικών καταστροφών που είναι αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής. Χρειάζονται προβλέψεις των πιθανών κινδύνων, αλλά και ολοκληρωμένα σχέδια αποκατάστασης ζημιών και δραστηριοτήτων. Όπως έχουν δείξει τα υπαρκτά περιστατικά (Μάνδρα, Μάτι), η εκ των προτέρων διόρθωση αστοχιών και οι εκ των υστέρων συνδυασμένες παρεμβάσεις στις υποδομές και τις οικονομικές δραστηριότητες, απαιτούν μονιμοποιημένες δημόσιες καταγραφές και παρεμβάσεις. Γενικότερα η δυναμική της κλιματικής αλλαγής, που ευθύνεται για τα προβλήματα που αφορούν τη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων, τη βιοποικιλότητα και τις συνθήκες στις οποίες εξελίσσονται οι παραγωγικές δραστηριότητες, απαιτεί να υπάρχει συστηματική γνώση για αναμενόμενες εξελίξεις και παρεμβάσεις με μακροχρόνιους στόχους. Χρειάζεται επομένως να δημιουργηθούν θεσμοί ικανοί να επεξεργαστούν και να παρουσιάσουν τις πολιτικές που είναι αναγκαίες στον περιβαλλοντικό τομέα, ακόμα και πέρα από την κλιματική αλλαγή, να θέσουν επομένως στόχους, τόσο για την άμβλυνση όσο και για την αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών. Πρέπει επίσης να συνδυαστούν αυτοί οι στόχοι με στόχους για την παραγωγή και τις κοινωνικές ανάγκες στο πλαίσιο του ευρύτερου αναπτυξιακού σχεδιασμού.

Η προσφυγική κρίση, που δεν πρόκειται να εκλείψει, ακόμα και με την υλοποίηση μιας πολύπλευρης στρατηγικής της βίας, δεν αρκεί να αντιμετωπίζεται με δηλώσεις ή πράξεις αλληλεγγύης, και χρειάζεται την υλοποίηση πολιτικών κοινωνικής ένταξης, μέσω κυρίως της απασχόλησης, στο πλαίσιο των εθνικών και τοπικών σχεδίων του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού συνολικά. Είναι επομένως αναγκαία μια πλήρης αλλαγή κατεύθυνσης των πολιτικών για τους πρόσφυγες, που φαίνεται αδύνατη στις συνθήκες των πολιτικών λιτότητας και φροντίδας κατά προτεραιότητα της κερδοφορίας του κεφαλαίου, σε βάρος της απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων. Αλλά θα είναι μια φυσιολογική και εύκολη υπόθεση σε ένα περιβάλλον όπου η φροντίδα των λαϊκών τάξεων αποτελεί προτεραιότητα και το πνεύμα του ανταγωνισμού σε τοπικές αγορές εργασίας, μετατρέπεται σε από κοινού συμμετοχή σε αναπτυξιακά σχέδια με ορατές παραγωγικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Πέρα από το ενδεχόμενο της επανάληψης της κρίσης του κορωνοϊού, θα ζούμε πλέον σε έναν κόσμο όπου παρόμοιες κρίσεις είναι πολύ πιθανές, και απαιτείται επομένως ένα καθεστώς προετοιμασίας μόνιμου χαρακτήρα για την αντιμετώπισή τους. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν θα είναι το αυτόματο αποτέλεσμα της ανάπτυξης, μετά το τέλος της κρίσης. Η προετοιμασία για τέτοιες κρίσεις έχει πολλές πλευρές. Αφορά τη διαρκή ετοιμότητα του Συστήματος Υγείας, αλλά και την έρευνα, την εκπαίδευση του αναγκαίου προσωπικού, την παραγωγή φαρμάκων και εμβολίων από εθνικούς θεσμούς, και επίσης την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων στην Υγεία. Πρόκειται για μια κατηγορία εργαζομένων, όπου κατά την κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη αναπτύχθηκε και απέδωσε, τόσο κλίμα αλληλεγγύης προς τους πολίτες, όσο και μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων. Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογική εμπειρία σε μια εποχή όπου η εξατομίκευση του εργαζόμενου είναι όχι μόνο ο στόχος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, αλλά και μια κυρίαρχη πραγματικότητα.

 

Αριστερή στρατηγική σε καθεστώς αστάθειας

 

Απέναντι σε μια τέτοια συγκυρία, μια αριστερή στρατηγική, μια στρατηγική που θα επιδιώξει την οικονομική και πολιτική ενδυνάμωση του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών τάξεων ευρύτερα, ενώ θα λαμβάνει υπόψη την αστάθεια που χαρακτηρίζει τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον, δεν μπορεί να επαναλαμβάνει αναπτυξιακά οράματα τα οποία προκύπτουν από τις υποσχέσεις μιας κεϋνσιανής «επανεκκίνησης» της οικονομίας. Ο επιχειρηματικός κόσμος, που είχε ήδη συρρικνωθεί πριν και μετά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και τις πολιτικές λιτότητας, έχει πληγεί ακόμη περισσότερο από την κρίση του κορωνοϊού. Με την τωρινή ύφεση θα χάσουν δυναμικό και άλλοι κλάδοι εκτός των τουριστικών επιχειρήσεων. Επομένως είναι αδύνατη η ανασυγκρότηση του εγχώριου παραγωγικού ιστού μέσω απλώς της αύξησης της ζήτησης. Η ανασυγκρότηση πρέπει να σχεδιαστεί για να επιτύχει επέκταση του παραγωγικού δυναμικού και δραστική μείωση της ανεργίας ώστε να επηρεαστεί ο συσχετισμός δυνάμεων προς όφελος του κόσμου της εργασίας. Το πρόβλημα των τουριστικών επιχειρήσεων από μόνο του, απαιτεί την ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων κατά περιοχές, κάτι που δεν θα προκύψει από τους αυτοματισμούς της αγοράς, αλλά απαιτεί την υιοθέτηση των μεθόδων του σχεδιασμού της ανάπτυξης, με την ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Μεθόδων που ήταν έτσι κι αλλιώς αναγκαίες από πριν σε όλες τις περιοχές της χώρας και αποτελούν μονόδρομο για την ενίσχυση των σχέσεων των λαϊκών τάξεων με την Αριστερά.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι στο ορατό μέλλον, αλλά και το πιο μακρινό, δεν θα ζήσουμε σε μια κοινωνία και σε ένα καθεστώς που θυμίζει την «ένδοξη» μεταπολεμική τριακονταετία, αλλά σε ένα καθεστώς με γνωστές ή άγνωστες επαναλαμβανόμενες απειλές για τις συνθήκες ζωής των πληθυσμών. Και χρειάζονται επομένως μόνιμες αλλά και ευέλικτες πολιτικές για την επίτευξη στρατηγικών στόχων για το περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία. Την προσαρμογή σε αυτή τη νέα συνθήκη και στην οικοδόμηση ενός τέτοιου καθεστώτος μπορεί να επιτύχει μια Αριστερά ικανή να υιοθετήσει τις μεθόδους του δημοκρατικού σχεδιασμού και να εξασφαλίσει τις ποσότητες πόρων και χρήματος, που υπό δημόσιο έλεγχο μπορούν να καλύψουν ανάγκες μόνιμες ή περιστασιακές. Πρόκειται πριν απ’ όλα για τη διατήρηση επαρκών δημόσιων υπηρεσιών υγείας σε μόνιμη βάση και για την πραγματοποίηση έργων για την προστασία από καταστροφές λόγω κλιματικής αλλαγής, όπως και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Πρόκειται επίσης για τη διατήρηση δυνατοτήτων έκτακτης κάλυψης εισοδημάτων σε περιπτώσεις υφέσεων της παραγωγής. Και τέλος, πόρους για τον αναπτυξιακό σχεδιασμό κατά περιοχές, και ειδικότερα για τον σχεδιασμό της επέκτασης της χρήσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ειδικότερα δε, της ανασυγκρότησης των λιγνιτικών περιοχών. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, για να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες ως τα μέσα του αιώνα, χωρίς να αξιοποιηθεί η μέθοδος του τοπικού σχεδιασμού με την κινητοποίηση των τοπικών κοινωνιών.

Οι πηγές πόρων για την εκπλήρωση αυτών των πολλαπλών και σύνθετων στόχων είναι γενικώς οι δημόσιοι εθνικοί ή ευρωπαϊκοί πόροι, που πρέπει να ενισχυθούν μέσω της ισχυρότερης αναδιανομής του εισοδήματος μέσω της φορολογίας, ο δανεισμός από το τραπεζικό σύστημα, το χρήμα το οποίο μπορεί να δημιουργήσει η κεντρική τράπεζα για κατευθείαν (μη επιστρεπτέα) χρηματοδότηση δαπανών στήριξης εισοδημάτων και κοινωνικών υποδομών (κάτι που δεν κάνει ως τώρα η ΕΚΤ) και τέλος η δημιουργία σε επίπεδο περιφερειών συμπληρωματικών νομισμάτων. Η αξιοποίηση των αναμενόμενων ευρωπαϊκών πόρων για ένα σχέδιο ανάπτυξης, το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει και τα προβλήματα που δημιούργησε η κρίση του κορωνοϊού, θα έπρεπε να είναι ένα νέο εγχείρημα, ικανό να ενισχύσει επιπλέον την εσωστρέφεια της αύξησης της παραγωγής, με τη βοήθεια νέων μέσων πληρωμής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Έχει πρωτεύουσα σημασία να ενισχυθεί τοπικά η παραγωγή και η απασχόληση, και να αποκτήσουν οι περιφέρειες της χώρας τη δυνατότητα να αξιοποιούν έναν υψηλό βαθμό αυτάρκειας για να αντιμετωπίσουν κρίσεις που μειώνουν την κινητικότητα ανθρώπων και προϊόντων. Σε αυτή τη νέα αναπτυξιακή στρατηγική θα πρέπει να προσαρμοστεί η Αναπτυξιακή Τράπεζα, και ο ενισχυμένος έλεγχος του δημοσίου μέρους τουλάχιστον του τραπεζικού συστήματος. Η καθιέρωση της δυνατότητας της κεντρικής τράπεζας να δημιουργεί χρήμα για να διατηρηθεί η βασική καταναλωτική δαπάνη του πληθυσμού, θα ήταν μια πολύ μεγάλη αλλαγή στο ευρωπαϊκό σύστημα, που θα έπρεπε να τεθεί ως στόχος της Αριστεράς, για ενίσχυση μεταξύ άλλων της σχέσης της με τα λαϊκά στρώματα.

Το γενικό ζητούμενο είναι να εγκαταλειφθεί μια προσέγγιση που τροφοδοτείται από την ελπίδα του μεσοαστού για «κανονικότητα», για επιστροφή δηλαδή στην εκπλήρωση των στόχων μιας προσωπικής ατζέντας. Η συγκρότηση και ενίσχυση της κύριας κοινωνικής βάσης της Αριστεράς, του κόσμου της εργασίας και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων, που είναι τα κατ’ εξοχήν θύματα των διαδοχικών κρίσεων, απαιτεί να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί η εξασφάλιση απασχόλησης και αξιοπρεπούς διαβίωσης, αλλά και η εξασφάλιση κοινωνικών και δημόσιων υπηρεσιών. Η πραγματοποίηση αυτής της προσέγγισης, δεν είναι προφανώς εύκολη σε ένα ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο όπου κυριαρχεί η νεοφιλελεύθερη στρατηγική και το πελατειακό σύστημα διαχείρισης της οικονομίας. Αλλά ο σχεδιασμός και η εκπλήρωση ειδικών στόχων σε συνεργασία με τα κοινωνικά στρώματα που τους έχουν περισσότερο ανάγκη, είναι η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η αριστερή πολιτική, ανοίγοντας μέτωπα μέσω της προβολής αναπτυξιακών στόχων και σχεδίων. Τέτοια μέτωπα αφορούν προφανώς και τις μεθόδους χρηματοδότησης αυτών των σχεδίων και επομένως της προσαρμογής σε αυτή τη λογική των διαθέσιμων πόρων και δυνατοτήτων χρηματοδότησής τους.

 

 

 

...