Ο “Κόκκινος” Τζο των The Clash (video)

Posted on 21 Αυγούστου, 2020, 3:41 μμ
27 secs

Στις 21 Αυγούστου του 1952, γεννιέται ο Τζο Στράμερ, ο τραγουδιστής των Clash, που μαζί με τους Sex Pistols αποτέλεσαν τους πρωτοπόρους της πανκ μουσικής σκηνής της δεκαετίας του ’70.

Ο Τζο Στράμερ υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μουσικούς που ανέδειξε το πανκ. Στα τέλη της δεκαετίας του70, οι «Sex Pistols» μπορεί να ήταν οι πιο διάσημοι εκπρόσωποι του υποείδους αυτού της ροκ μουσικής, αλλά το κοινό είχε κατά μία έννοια αναγορεύσει τους «The Clash», το συγκρότημα που ίδρυσε και με το οποίο δοξάστηκε, ως επάξιους εκπροσώπους της γενιάς του.

Με πολιτικούς στίχους, εμπνευσμένους από την πάλη των τάξεων και τα συνεχή κρούσματα φυλετικών διακρίσεων στην Μεγάλη Βρετανία, ο Τζο Στράμερ ήταν ο πιο συνειδητοποιημένος μουσικός του πανκ. «Όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια όσων έχουν αρκετά χρήματα για να την αγοράσουν», λέει σε ένα σημείο το τραγούδι «White Riot», το οποίο κυκλοφόρησε το 1977, σηματοδοτώντας την παρουσία των «The Clash» στο μουσικό στερέωμα.

Ο Τζον Γκράχαμ Μέλορ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου 1952 στην Άγκυρα της Τουρκίας, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως διπλωμάτης. Από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική, ενώ ως έφηβος σύχναζε στους υπόγειους σταθμούς του Λονδίνου παίζοντας γιουκαλίλι. Οι μουσικές του επιρροές ανιχνεύονται σε πέραν του Ατλαντικού μουσικούς και συγκροτήματα, όπως ο Λιτλ Ρίτσαρντ, οι «The Beach Boys» και ο Γούντι Γκάθρι. Για λίγα χρόνια υιοθέτησε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Γούντι Μέλορ, προτού καταλήξει αυτοσαρκαζόμενος στο Τζο Στράμερ (Strummer στα αγγλικά σημαίνει αυτόν που παίζει ατέχνως ένα μουσικό όργανο), ενθυμούμενος το πόσο άτσαλα έπαιζε το γιουκαλίλι ως πλανόδιος μουσικός.

Πριν από τη δημιουργία των «The Clash», έπαιζε κιθάρα στα συγκροτήματα «Vultures» και «101ers», που έπαιζαν ριδμ εντ μπλουζ σε κλαμπ. Όταν όμως είδε τους άγνωστους ακόμη «Sex Pistols» να παίζουν ως δεύτερο συγκρότημα σε μια συναυλία των «101ers» στο Λονδίνο, στις 3 Απριλίου 1976, ο Τζο Στράμερ, προσχώρησε στο κίνημα του πανκ και δημιούργησε τους «The Clash», μαζί με τον επίσης κιθαρίστα Μικ Τζόουνς, ο οποίος ήταν ο βασικός τους συνθέτης και αποτέλεσε το αντίβαρο στην πληθωρική προσωπικότητα του Στράμερ. Τους πλαισίωναν ο μπασίστας Πολ Σίμονον και ο ντράμερ Τόρι Κράιμς, που γρήγορα αντικαταστάθηκε από τον Τόπερ Χίντον.

Το όνομα του γκρουπ (η σύγκρουση / η κλαγγή) δεν επιλέχθηκε τυχαία. Αντίθετα φαντάζει ιδανική σε μία εποχή που οι απεργίες και οι ταραχές δυναμιτίζουν το Λονδίνο. «Χάζευα ένα φύλλο της εφημερίδας “Evening Standard” ψάχνοντας όνομα για το γκρουπ, όταν παρατήρησα ότι η λέξη “clash” εμφανιζόταν παντού» θα εξηγήσει χρόνια αργότερα ο Paul Simonon.

Η πρώτη εμφάνιση του νέου συγκροτήματος έγινε στις 4 Ιουλίου 1976 στο Σέφιλντ ανοίγοντας τη συναυλία των Sex Pistols.

Το ακατέργαστο δυναμικό πνεύμα του πρώτου σινγκλ του συγκροτήματος με τον τίτλο «White Riot»(1977), έθεσε τον τόνο για τα άλμπουμ «The Clash» (1977) και «Give ‘Em Enough Rope» (1978). To «London Calling» (1979) τους έκανε ευρύτερα γνωστούς και αργότερα χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό «Rolling Stone» ως το κορυφαίο άλμπουμ της δεκαετίας του ‘80. Το «Combat Rock» (1982) χαρακτηρίστηκε από τους λαϊκούς ύμνους «Rock the Casbah» και «Should I Stay or Should I Go». Το άλμπουμ αυτό η αρχή του τέλους για το συγκρότημα που διαλύθηκε το 1985.

Η πρώτη εμφάνιση του νέου συγκροτήματος έγινε στις 4 Ιουλίου 1976 στο Σέφιλντ ανοίγοντας τη συναυλία των Sex Pistols.

Tο 1978 το γκρουπ θα εμφανιστεί στη μεγάλη συναυλία που έγινε στο Victoria Park του Ανατολικού Λονδίνου. Οι Clash εμφανίστηκαν μπροστά σε 80.000 άτομα σε μία συναυλία – διαμαρτυρία ενάντια στο ρατσισμό.

Το 1979, ωστόσο, είναι η χρονιά ορόσημο για το βρετανικό πανκ συγκρότημα. Στις αρχές του έτους οι Clash, πραγματοποιούν την πρώτη αμερικανική περιοδεία τους με τίτλο «Περλ Χάρμπορ ’79», ενώ λίγο καιρό αργότερα, με ένα ιστορικό εξώφυλλο, θα κυκλοφορήσει το διπλό άλμπουμ «London Calling». Ο δίσκος αυτός θα κάνει ευρέως αναγνωρίσιμους τους Clash. Με πολιτικό στίχο, εμπνευσμένο από την πάλη των τάξεων στην αστική κοινωνία, αλλά και τα συνεχή κρούσματα φυλετικών διακρίσεων, το «London Calling» θα υπάρξει για τους νέους της Βρετανίας ο μουσικός εκφραστής τους. Ο ήχος του δίσκου μετουσιώνεται από το garage/punk & rock του πρώτου τους άλμπουμ, σε ένα mix όπου η reggae, η ska, το κλασικό rock και το punk – rock έχουν τη δική τους θέση.

«Αν δεν ξέρετε τι συμβαίνει γύρω σας, μπορείτε να ρωτήσετε τον διπλανό σας» προαναγγέλλει το «Guns of Brixton». Δηκτικοί, με σαρκαστικό αλλά αληθινό λόγο οι Clash επιχειρούν να προκαλέσουν και να ταρακουνήσουν τα λιμνάζοντα νερά. Και θα τα ταρακουνήσουν με το δίσκο αυτό που αποτέλεσε μία κραυγή απόγνωσης που ένωσε μία ολόκληρη γενιά. «Γροθιά» στη Βρετανική συντηρητική κοινωνία, με αναφορές στον Ισπανικό εμφύλιο, στις εξεγέρσεις των μεταναστών στις συνοικίες των αστικών κέντρων της Βρετανίας, στις αναμνήσεις ναζιστικών εγκλημάτων, με εσχατολογικά σενάρια για το μέλλον, με φόρους τιμής στον George Orwell και τον Montgomery Clift, το London Calling είναι πολιτικό άλμπουμ το οποίο δικαιολογεί απόλυτα το όνομα του γκρουπ.

Το ίδιο και το εξώφυλλο του δίσκου. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο πλαίσιο της αμερικανικής περιοδείας τους «Clash Take the Fifth» στο συναυλιακό χώρο του Palladium. Ο Paul Simonon καταστρέφει το μπάσο του επί σκηνής, καταγράφοντας μία χαρακτηριστική εικόνα της παρουσίας των Clash πάνω στη σκηνή και παραπέμποντας στο εξώφυλλο του πρώτου άλμπουμ του Elvis Presley. Η φωτογραφία έχει ψηφιστεί ως ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα στην ιστορία της Rock μουσικής κι έχει λάβει πολλά βραβεία. Το μαγικό ωστόσο είναι ότι προδιαθέτει για τα όσα θα ακολουθήσουν στο «London Calling» και στη μουσική ιστορία του συγκροτήματος.

Στις 27 Ιουλίου 1985 σε μια από τις τελευταίες τους συναυλίες οι «The Clash» εμφανίστηκαν στην Αθήνα χωρίς τον Μικ Τζόουνς που είχε αποχωρήσει από το συγκρότημα, στο πλαίσιο του «Rock in Athens».

Αμέσως μετά την διάλυση των «Clash» ο Τζο Στράμερ ακολούθησε σόλο καριέρα. Το 1989 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Earthquake Weather», που επαινέθηκε από τους κριτικούς αλλά σημείωσε εμπορική αποτυχία, και συνεισέφερε με μουσική και τραγούδια του σε σάουντρακ ταινιών, όπως «Σιντ και Νάνσυ» («Sid and Nancy», 1986) και «To τελευταίο συμβόλαιο θανάτου» («Grosse Pointe Blank»,1997).

Ως ηθοποιός εμφανίστηκε σε χαρακτηριστικούς ρόλους στις ταινίες: «Βασιλιάς για μια νύχτα» («The King of Comedy», 1982) του Μάρτιν Σκορσέζε, «Καλώς Ήρθατε στην Κόλαση» («Straight to Hell», 1986) και «Γουόκερ ο Κατακτητής» («Walker», 1987) του Άλεξ Κοξ , «Mystery Train» (1989) του Τζιμ Τζάρμους και «Προσέλαβα έναν Επαγγελματία Δολοφόνο» («I Hired a Contract Killer» , 1990) του Άκι Καουρισμάκι.

Το 1999 σχημάτισε μια νέα μπάντα τους «Joe Strummer & the Mescaleros», με τους οποίους κυκλοφόρησε δύο άλμπουμ, τα «Rock Art and the X-Ray Style» (1999) και «Global a Go-Go» (2001) γνωρίζοντας επιτυχία κυρίως στις ΗΠΑ. Στις 30 Νοεμβρίου 2001, εμφανίσθηκαν ενώπιον του αθηναϊκού κοινού στο κλειστό του Σπόρτινγκ.

Ο Τζο Στράμερ πέθανε ξαφνικά από καρδιακό επεισόδιο στο σπίτι του στο Μπλούμφιλντ της νοτιοδυτικής Αγγλίας στις 22 Δεκεμβρίου 2002. Ήταν παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Ο θάνατός του συνέβη σε μια περίοδο που τα πρώην μέλη των «The Clash» συζητούσαν την επανασύνδεσή τους.

Πηγή: SanSimera.gr

...