του ιστορικού Νίκου Σκοπλάκη

Αυτή η απόκοσμη, εμπαθής και γραφική απόσπαση του μεγαλομανούς και υπερφίαλου γεροντομπέμπη από την πραγματικότητα, με την ταυτόχρονη απαίτηση για λήψη των ονειρικών παραληρημάτων του ως μοναδική αλήθεια, του προσδίδει μία μεταμορφωσιγενή άλω χαρακτήρα που ξεπήδησε από αφηγηματικό έργο του μαγικού ρεαλισμού.
Μάλλον την εμφύσησαν στον μεγαλομανή και υπερφίαλο γεροντομπέμπη οι συμβουλάτορες-λογογράφοι, που τον παρότρυναν να χρησιμοποιήσει στη Βουλή το χαζό ρητορικό τέχνασμα με τους “- ισμούς”.
Όσο πιο πολύ άκουγα τον γεροντομπέμπη να απαριθμεί τους “-ισμούς” του, με στόμφο και χαζομάρα ομιλούσας μαϊμούς σε αλλόκοτο τσίρκο από τις σελίδες του Μπουλγκάκοφ, του Γκελντερόντ, του Μαρκές και του Πιτσιπίου, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα και κάτι άλλο: Αυτό το νευρόσπαστο, που εκτελεί χρέη πρωθυπουργού, επιδεικνύει με όλες τις κινήσεις, τις γκριμάτσες, τις χειρονομίες, τις αποστροφές, τις διακυμάνσεις της φωνής του ότι έχει απομάθει τη βιωμένη ανθρώπινη ιδιότητα, εφόσον, βεβαίως, τη βίωσε ποτέ.
Μήπως, τελικά, ο μεγαλομανής υπερφίαλος γεροντομπέμπης δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μεγάλο, αρθρωτό, χρωματιστό ξύλινο παιχνίδι, με μπάλες του μπιλιάρδου για γουρλωμένα μάτια, στο οποίο εμφυσούν ζωή, λόγο (ο Θεός να τον κάνει!) και σκονάκια με “-ισμούς” σε κάθε διάγγελμα και σε κάθε κοινοβουλευτική αγόρευση, ο Άκης Σκέρτσος, ο Δημητρός Τσιόδρας, η Αριστοτελίτσα Πελώνη και άλλα, σχετικώς νοήμονα, φαιοκίτρινα ανδράποδα κάποιου σύγχρονου, γκογκολικής κοπής, Τσιτσίκοφ της Ορμπανανίας μας;
Αν, όμως, ισχύει κάτι διαφορετικό; Αν αυτός ο μητσοτακοειδής κούκλος (υπέρκομψος!) από σάρκα, οστά, νευρωνικές συνάψεις εργαστηριακής φάρσας στο Κολάμπια και πανάκριβα, μα αταίριαστα deux-pièces, έχει υπνωτιστεί από κάποιον χοφμανικής και τομας-μανικής υφής “καβαλιέρε Τσίπολα”, ο οποίος του χαρίζει τη στομφώδη, ασθματική και κάπως μεταλλική φωνή, δίνοντάς του τηλε-παθητικώς τα παραγγέλματα; Λ.χ.: “Τώρα, μίλα σαν τον Άκη, την Αριστοτελίτσα, τον Δημητρό και κάνε μας λιγάκι και τη Βασούλα Κιντή!” ή “Τώρα, μίλα σαν την Αριστοτελίτσα, τον Άκη, τον Μάκη τον Βορίδη, μα κάνε μας λίγο και τον Καιρίδη!” ή “Μίλα σαν τον Δημητρό, τον Άκη και τον Μάκη, αλλά, κυρίως, σαν τον Μουμτζή τον Σάκη!”.
Αυτή η άλως μαγικού ρεαλισμού μεταστοιχειώνει το trance του γεροντομπέμπη σε γέλιο που πνίγεται, σε σαρκασμό που δεν ξέρει πώς να διασκεδάσει τη θλίψη του μέσα σε τόσο θανατικό, μέσα σε τέτοια κατάρρευση. Κι αυτό το γκροτέσκο απείκασμα της καθημερινής διαχειριστικής φρίκης, αυτή η λαμπηδόνα του ανερμάτιστου παλιάτσου που αισθάνεται αυτοκράτορας μπροστά στα μικρόφωνα είναι, οπωσδήποτε, μια ισχυρή και συνάμα ανατριχιαστική αίσθηση μαγικού ρεαλισμού στην εξω-λογοτεχνική μας πραγματικότητα.