Ο διαχρονικός ιστός της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, 1916-2020

Posted on 22 Ιουνίου, 2020, 3:30 μμ
42 secs

Ενα αφιέρωμα της ομάδας του IndependentNews.gr


 

Ακροδεξιά και παρακράτος

Η άκρα δεξιά με το παρακράτος ταυτίστηκαν αρκετά νωρίς, ήδη από το 1916, όταν έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της η πρωτοφασιστική παρακρατική οργάνωση των Επιστράτων του Ιωάννη Μεταξά. Ο Μεσοπόλεμος και ιδιαίτερα η χρονική περίοδος 1922-1936, με τη μεγάλη οικονομική και προσφυγική κρίση και τις κοινωνικές εντάσεις που επέφερε στο εσωτερικό της κοινωνίας, είχε ως συνέπεια την εμφάνιση διαφόρων ακροδεξιών εξτρεμιστικών σχημάτων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες της εποχής σε ρόλο παρακρατικού, για την προστασία του αστικού καθεστώτος.

Το παρακράτος λειτουργεί εν γνώσει του πολιτικού συστήματος, ή ενός μέρους του. Το δε πολιτικό σύστημα αδειοδοτεί τη δράση του παρακράτους, όποτε πιστεύει ότι μια τέτοια απόφαση είναι προς το συμφέρον του. Το παρακράτος, όχι μόνο στην Ελλάδα, αναπτύσσεται και εισχωρεί κατά προτεραιότητα στην Αστυνομία και τη Χωροφυλακή, τις μυστικές υπηρεσίες και τις Ένοπλες Δυνάμεις, για να επεκταθεί στη συνέχεια στη Δικαιοσύνη και τη Δημόσια Διοίκηση, προκειμένου να καλύπτει, ή να ενισχύει ευθέως, τα μαχόμενα τμήματά του: Τις παρακρατικές οργανώσεις και τα μέλη τους, τα οποία μπορούν να επιδίδονται, με το ατιμώρητο στο κυρίως έργο τους, στην τρομοκράτηση δηλαδή των πολιτών της χώρας.

Οι οργανώσεις αυτές, διέθεταν φασιστικό και εθνικοσοσιαλιστικό ιδεολογικό προσανατολισμό, ενώ στις περισσότερες από αυτές την ηγεσία κατείχαν άτομα της αστικής και μικροαστικής ελίτ, πρώην στρατιωτικοί, εκδότες και δημοσιογράφοι, καθώς και παράγοντες από τον χώρο της πολιτικής που είχαν πρωταγωνιστήσει στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού.

Νοέμβριος 1916 η εξέγερση των επιστράτων | ΔΙ.Ε.ΣΥ.

Σε όλη τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου οι ακροδεξιές παρακρατικές οργανώσεις διακρίθηκαν σε φιλοβασιλικές -οι περισσότερες-, φιλοβενιζελικές (τουλάχιστον η κυρίαρχη τάση τους) και «μεικτές». Τέσσερις από αυτές είχαν αποδεδειγμένα, ή καταγγέλλονταν, κυρίως από παρακρατικούς αντιπάλους τους, ότι είχαν σχέσεις, αρχικές ή διαρκείς, με τον Κονδύλη, δύο με τον Πάγκαλο και δύο με τον Μεταξά.

Με την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας στις 4ης Αυγούστου 1936, οι παρακρατικές οργανώσεις, όπως και οι υπόλοιπες νόμιμες οργανώσεις και κόμματα, τέθηκαν εκτός νόμου, ενώ τα μέλη τους σε μεγάλο βαθμό αφομοιώθηκαν από την ΕΟΝ και τους μηχανισμούς του καθεστώτος.

Ύστερα από την εισβολή και ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονα, οι παρακρατικοί κύκλοι του παρελθόντος εμφανίστηκαν πάλι στο προσκήνιο, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στους κατακτητές, επιδιώκοντας να αποσπάσουν σημαντικά οφέλη.

Πλην των ελλήνων εθνικοσοσιαλιστών, τους κατακτητές έσπευσαν να συνδράμουν και άλλες κοινωνικές ομάδες, που η καθεμιά φιλοδοξούσε να εξυπηρετήσει τους δικούς της στόχους ή συμφέροντα. Στις ομάδες αυτές περιλαμβάνονταν υπολείμματα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αιθεροβάμονες αστοί, πρώην στρατιωτικοί, καθώς και απλοί πολίτες. Στα τέλη του 1943 συγκροτήθηκαν από τις κατοχικές αρχές οι πρώτες ένοπλες ομάδες δοσιλόγων, γνωστές ως «Τάγματα Ασφαλείας», που έδρασαν κυρίως στην πρωτεύουσα και τη νότια Ελλάδα. Παρόμοια δράση με τους ταγματασφαλίτες ανέπτυξαν και στην υπόλοιπη Ελλάδα ολιγάριθμες ομάδες «εθνικιστών» που κινήθηκαν σε μία γκρίζα γραμμή μεταξύ αντίστασης και συνεργασίας. Κοινό χαρακτηριστικό στοιχείο όλων των παραπάνω ήταν ο έντονος αντικομουνισμός τους.

Το ψυχροπολεμικό κλίμα που επικράτησε στη μετεμφυλιακή περίοδο είχε ως συνέπεια τη διαμόρφωση ενός αντικομουνιστικού δόγματος στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της κυρίαρχης ιδεολογίας υπεισήλθε στους θεσμούς του κράτους και καθόρισε το νομικό καθεστώς των ελευθεριών, προσδιορίζοντας την πραγματική τους διάσταση.

Οι δραστηριότητες των παρακρατικών οργανώσεων στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ήταν αρκετά περιορισμένες· εντούτοις οι μεγάλες κοινωνικές εντάσεις των μέσων της δεκαετίας του 1950, καθώς και η άνοδος της ΕΔΑ από το 1958 και έπειτα, είχαν ως συνέπεια την ανάπτυξη των δράσεών τους, καθώς και τη μαζική παραγωγή νέων οργανώσεων από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Οι μηχανισμοί αυτοί θα εξαπλωθούν στο στράτευμα, τη νεολαία, καθώς και στο υπόλοιπο φάσμα της κοινωνίας, ισχυροποιώντας με το χρόνο όλο και περισσότερο τη θέση τους.

Η ανάπτυξη των μηχανισμών του παρακράτους και του κυβερνητικού αντικομμουνιστικού αγώνα, μέσω της συγκρότησης ιδιωτικών στρατών από τις μεταξικές δεξαμενές, καθώς και από αυτές της δοσιλογικής δεξιάς της Κατοχής κορυφώθηκε το 1963 με τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη.

Οι παρακρατικές οργανώσεις μετά από αυτή την εξέλιξη είχαν πετύχει μια σημαντική νίκη σε βάρος της δημοκρατίας· η νίκη αυτή επιβεβαιώθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, όπου το παρακράτος της άκρας δεξιάς μεταβλήθηκε σε επίσημο φορέα εξουσίας για επτά ολόκληρα χρόνια.

Η Μεταπολίτευση, ωστόσο, δεν αποτέλεσε την αρχή του τέλους για το εγχώριο παρακράτος.Νοσταλγοί της δικτατορίας, ιδεολόγοι του εθνικοσοσιαλισμού και επίδοξοι φασίστες έκαναν κατά διαστήματα αισθητή την παρουσία τους στην ελληνική κοινωνία με διάφορα ακροδεξιά σχήματα, τα οποία έδρασαν στο περιθώριο υπό την ανοχή ή τη στήριξη των κρατικών αρχών, εφόσον ήταν σε θέση να εξυπηρετήσουν τις δικές του ανάγκες σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους.

Από τη Μεταπολίτευση και μετά

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης τα κόμματα της άκρας δεξιάς, εμφανίζονταν περισσότερο ως νοσταλγοί της Χούντα οπαδοί της μοναρχίας, εχθροί του κοινοβουλευτισμού, με αναφορές στο παρακράτος της δεξιάς των δεκαετιών του 1950 και του 1960.

Με την πτώση της Χούντας και το σχηματισμό της κυβέρνησης Καραμανλή γίνεται προσπάθεια εγκαθίδρυση ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος μακριά από την ακραία πόλωση του μετεμφυλιακού κράτους. Ο κρατικός μηχανισμός, όμως, τα σώματα ασφαλείας, οι ένοπλες δυνάμεις, είχαν αλωθεί από τους ανθρώπους και τις νοοτροπίες του μετεμφυλιακού παρακράτους και των χουντικών. Πολιτικά μορφώματα έκαναν την εμφάνισή τους, επιχειρώντας να διατηρήσουν ζωντανές τις ιδέες και τις αντιλήψεις από το δεξί άκρο του πολιτικού άξονα. Θα επιχειρούσαν να παίξουν σημαντικό ρόλο στη ζωή της χώρας, μέσω της συμμετοχής τους στον εκλογικό στίβο και στις δημοκρατικές διαδικασίες, πέρα από την – πολλές φορές ανοιχτά δεδηλωμένη – αποστροφή τους προς τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία. Κόμματα όπως του Π. Γαρουφαλιά που συγκέντρωνε στις τάξεις της χουντικούς και βασιλόφρονες, το νεοφασιστικό Κόμμα της 4ης Αυγούστου του  Κ. Πλεύρη και το νεοφασιστικό Ενιαίο Εθνικιστικό Κίνημα (ΕΝΕΚ), συμμετείχαν σε εκλογικές αναμετρήσεις, αποτυγχάνοντας παταγωδώς και έτσι, πέρασαν σύντομα στη λήθη. Εξαίρεση αποτέλεσε η φιλομοναρχική Εθνική Παράταξη με επικεφαλής τον Στ. Στεφανόπουλο και με τη συμμετοχή του, φιλοβασιλικών πεποιθήσεων, πρώην βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Σπ. Θεοτόκη, η οποία στις εθνικές εκλογές  του 1977 κατόρθωσε να εκλέξει πέντε βουλευτές της στο ελληνικό κοινοβούλιο και έκτοτε δεν συμμετείχε ποτέ ξανά σε εκλογική αναμέτρηση και διαλύθηκε.

Ξεχωριστή αναφορά αξίζει στην Εθνική Πολιτική Ένωσις (ΕΠΕΝ) που ήταν φιλικά διακείμενη στη Χούντα. Ο φυλακισμένος δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος χαιρέτισε με ενθουσιασμό της ίδρυση της ΕΠΕΝ, με μαγνητοφωνημένο μήνυμα του το οποίο ακούστηκε κατά την ιδρυτική συνδιάσκεψη του κόμματος σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών.

Κατά τη δεκαετία του 1980, εμφανίστηκαν και νεοφασιστικά κόμματα όπως για παράδειγμα το Χρισκέλ, με ελάχιστη επιρροή αλλά εμποτισμένα με φασιστικές νοοτροπίες και πρακτικές που καθοδηγούνταν από υμνητές των καθεστώτων του Χίτλερ και του Μουσολίνι και διατηρούσαν δεσμούς με διάφορες τρομοκρατικές ομάδες.

Το 1993 ιδρύθηκε (ως κόμμα) η Χρυσή Αυγή  από τον Νίκο Μιχαλολιάκο, πρώην μέλος του Κόμματος της 4ης Αυγούστου και της ΕΠΕΝ. Από το κείμενο-μανιφέστο της οργάνωσης “Είμαι Χρυσαυγίτης σημαίνει” γίνεται προφανής η ύπαρξη ιδεατών διασυνδέσεων της οργάνωσης με τα φασιστικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου και με τον εθνικοσοσιαλισμό: ο αντικομουνισμός, η εχθρότητα για τον κοινοβουλευτισμό και τα πολιτικά κόμματα, η ανάδειξη του επιθετικού εθνικισμού ως τη μόνη ιδεολογία του ενιαίου έθνους-κράτους, η αντίληψη του έθνους-κράτους ως ενός ενιαίου συνόλου μέλη του οποίου μπορούν να είναι μόνο άτομα με κοινή εθνική και πολιτισμική καταγωγή, καθώς και με μια κοινή «βιολογική κληρονομιά», η ανυπαρξία κοινωνικής διαστρωμάτωσης και ταξικών διαφορών και η αντίληψη της κοινωνίας ως βιολογικού οργανισμού αποτελούμενου από μέρη που επιτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες, η υπερίσχυση της ομάδας και του συνόλου έναντι του ατόμου, την αποδοχή των διακρίσεων των ανθρώπων με βάση τα εθνικά και φυλετικά χαρακτηριστικά τους, την ανάδυση ενός «νέου» ανθρώπου και μιας «νέας» κοινωνίας κ.λπ.

Η Χρυσή Αυγή επιδίδεται σε τρομοκρατική και δολοφονική δράση εις βάρος μεταναστών και «αντιφρονούντων»,ακόμα και μέλη της φυλακίστηκαν, ενώ υπάρχουν μια σειρά από καταγγελίες για συγκάλυψη της τρομοκρατικής δράσης, ακόμα και ενεργούς συμμετοχής σε αυτήν, αστυνομικών οργάνων.

Η Χρυσή Αυγή, αντλεί πρακτικές από τους διάφορους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες της,  και επιδιώκει τη δημιουργία σχέσεων με ομοϊδεάτες της από το εξωτερικό, συμμετέχοντας σε διεθνή Εθνικιστικά Συνέδρια ή διοργανώνοντας εκδηλώσεις υπέρ των ευρωπαίων ομοϊδεατών της.

Την άμεση ή έμμεση στήριξη ευρωπαίων ομοϊδεατών όπως το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, αναζήτησε και πέτυχε ως ένα βαθμό και το κόμμα Ελληνικό Μέτωπο του πρώην μέλους της ΕΠΕΝ, Μάκη Βορίδη που αν και ιδρύθηκε το 1994, δραστηριοποιήθηκε τέσσερα χρόνια μετά.

Το κόμμα του Βορίδη υιοθέτησε τον προγραμματικό και ιδεολογικό λόγο της σύγχρονης μεταπολεμικής άκρας δεξιάς όπως η καταγγελία του πολιτικού κατεστημένου, η έμφαση σε ζητήματα νόμου και τάξης, η ανάγκη υιοθέτησης μιας σκληρής γραμμής και περιοριστικής πολιτικής στο μεταναστευτικό ζήτημα, η θανάτωση των εμπόρων ναρκωτικών, η αντίθεση στην πολυπολιτισμική κοινωνία, μαζί με μερικές εξάρσεις επιθετικού εθνικισμού και εχθρότητας για τη συμμετοχή σε υπερεθνικούς οργανισμούς και διεθνείς συνθήκες που υποσκάπτουν την «εθνική ανεξαρτησία».

Ούτε το Ελληνικό Μέτωπο κατόρθωσε να ξεφύγει από το περιθώριο, καθώς σε όλες ανεξαιρέτως τις εκλογικές αναμετρήσεις που συμμετείχε, έλαβε εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά και δεν εκλέχθηκε κανείς από τους υποψηφίους του.

Επιχείρησε μάλιστα να ενισχύσει τις δυνάμεις του στις εθνικές εκλογές του 2000, συμμαχώντας με το «νέο» κόμμα του Κ. Πλεύρη, την Πρώτη Γραμμή, ένα -όπως ήταν αναμενόμενο – νεοναζιστικών αποχρώσεων κόμμα, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1999 και είχε συμμετάσχει στις ευρωεκλογές του ίδιου έτους με πενιχρά αποτελέσματα. Υποψήφιος με το ψηφοδέλτιό της τότε ήταν και ο Ν. Μιχαλολιάκος. Μετά τις εθνικές εκλογές του 2000, η Πρώτη Γραμμή διαλύθηκε μέλη της εντάχθηκαν στο κόμμα Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός, άλλα μέλη ίδρυσαν το κόμμα Πατριωτική Συμμαχία, και άλλα εντάχθηκαν στις γραμμές του Ελληνικού Μετώπου.

Στις 21 Απριλίου 2004, μέρα επετείου της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ιδρύεται η Πατριωτική Συμμαχία. Tο κόμμα αυτό είναι, μεταξύ άλλων, προϊόν συνεργασίας της Χρυσής Αυγής με πρώην μέλη του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑ.Ο.Σ.). Κατά τη διάρκεια της εορταστικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι παραπάνω για  την ίδρυση του κόμματος, διαβάστηκε μήνυμα του πραξικοπηματία Παττακού, το μέλος της χουντικής Επαναστατικής Επιτροπής Ηλίας Παππάς και άλλα στελέχη της ΕΠΕΝ, του ΕΝΕΚ, της Χρυσής Αυγής εξέφρασαν τη συμπάθεια και τη στήριξη τους στο εγχείρημα, ενώ και στο πρώτο συνέδριο του κόμματος παρέστησαν εκπρόσωποι ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων. Πάντως, παρά τις όποιες προσδοκίες της, η Πατριωτική Συμμαχία θα διαλυθεί τον Μάρτιο του 2007, έχοντας επιζήσει μόλις  τρία χρόνια, προφανώς επειδή η συγκέντρωση αυταρχικών, αντικοινοβουλευτικών, ρατσιστικών στοιχείων της νεοφασιστικής άκρας δεξιάς δεν μπορούσε να «συγκινήσει» πολλούς ψηφοφόρους.

Η ονομασία της Βόρεια Μακεδονίας δίνει νέα ώθηση στην ακροδεξιά

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο το θέμα της ονομασίας της τότε πΓΔΜ, ακολουθούμενο από αλυτρωτική προπαγάνδα και εθνικιστική υστερία στα ΜΜΕ και το δημόσιο λόγο. Παράλληλα, παραμένουν ψηλά στην ατζέντα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις για να φτάσουμε τον Ιανουάριο του 1996 στην κρίση Ίμια. Επίσης, από τις αρχές δεκαετίας του 1990, η χώρα μας, μετατράπηκε σε χώρα υποδοχής μεταναστών, χωρίς οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική, χωρίς πολιτική ομαλής και γρήγορης ένταξης των ανθρώπων που εγκατέλειπαν τις χώρες τους για να ξεφύγουν από την ανέχεια ή (και) τον πόλεμο.

Παρά τις «ευνοϊκές» αυτές συνθήκες για μια επιτυχημένη εκλογική πορεία ενός ακροδεξιού κόμματος, κανένα από τα ακροδεξιά μορφώματα που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα κατά της δεκαετία του 1990 έως και τις αρχές του 21ου αιώνα, δεν ξέφυγε από το πολιτικό περιθώριο, γνωρίζοντας αλλεπάλληλες συντριβές σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις.

Το Ελληνικό Μέτωπο επιχείρησε να υιοθετήσει ένα πιο «σύγχρονο» προφίλ και να επιτύχει την εκλογή υποψηφίων στο ελληνικό και ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, έχοντας ως κεντρικό πολιτικό του διακύβευμα τη μετανάστευση, εντούτοις, δεν ξέφυγε ούτε αυτό από το πολιτικό περιθώριο.

Έτσι, τον Μάιο του 2005, η Κεντρική Επιτροπή του Ελληνικού Μετώπου αποφάσισε, την αναστολή της λειτουργίας του και την ένταξη των μελών του στον ΛΑ.Ο.Σ., στο πλαίσιο της ανάπτυξης μιας “εθνικής αντιπολιτεύσεως” θεωρώντας “ότι υφίσταται ταύτιση του πολιτικού προγράμματος του ΛΑΟΣ με το πολιτικό πρόγραμμα που ανέπτυξε και προώθησε το Ελληνικό Μέτωπο.

Το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη

Ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός  (ΛΑ.Ο.Σ.), ιδρύθηκε το 2000, από το πρώην στέλεχος και έπειτα βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Γιώργο Καρατζαφέρη, ο οποίος ήταν γνωστός και για τα φιλοβασιλικά του αισθήματα, γεγονός που θα παίξει ρόλο για την προσέλκυση (και) ψηφοφόρων που βλέπουν νοσταλγικά ή με συμπάθεια το θεσμό της βασιλείας και τον τέως βασιλιά, Κωνσταντίνο.

Το ΛΑ.ΟΣ. υποστηρίζει ότι ιδρύθηκε για με σκοπό να αποκαταστήσει τη χαμένη λαϊκή κυριαρχία και να ανατρέψει το κατεστημένο που δυναστεύει την Ελλάδα, παλεύοντας κατά του δικομματισμού, κατά των κυβερνώντων κομμάτων, που ούτε λίγο ούτε πολύ, τα κατηγορεί για «ανθελληνική» στάση και ενδοτισμό.

Σύμφωνα με το καταστατικό του ΛΑ.Ο.Σ., σκοπός του είναι “η ανάληψη της εξουσίας διά παντός νόμιμου και δημοκρατικού μέσου”, ενώ μέσο προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού, είναι μεταξύ άλλων “η εμπέδωση και διασφάλιση του πατριωτικού και θρησκευτικού συναισθήματος του λαού” και οι “ριζοσπαστικές λύσεις σε χρόνια θέματα που απασχολούν τον ελληνικό λαό”.

Στο πρόγραμμα Πλαίσιο Θέσεων του ΛΑ.Ο.Σ. του 2007, εντοπίζονται συνήθη προγραμματικά-ιδεολογικά στοιχεία της μεταπολεμικής άκρας δεξιάς όπως: η εχθρότητα απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, στην πολυπολιτισμική κοινωνία και στη συνακόλουθη «εξάλειψη» των εθνικών ταυτοτήτων, η υποστήριξη μια Ευρώπης αποτελούμενης από εθνικά ομοιογενείς πληθυσμούς, η αντίθεση στην παγκόσμια αμερικανική κυριαρχία, στις υπερεθνικές εταιρείες και στους μετανάστες που οδηγούν τους αυτόχθονες στην ανεργία και στη φτώχεια, η υποστήριξη αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών όπως τα δημοψηφίσματα, 73 η επιβολή θανατικής ποινής σε ορισμένα αδικήματα που προκαλούν την κοινωνική κατακραυγή όπως η παιδεραστία και η εμπορία ναρκωτικών ουσιών, η ενοχοποίηση των μεταναστών  για την άνοδο της εγκληματικότητας και για την ανεργία των Ελλήνων, η κινδυνολογία περί «αλλοίωσης» του πληθυσμού και κατάρρευσης της εθνικής και κοινωνικής συνοχής εξαιτίας των υπεράριθμων μεταναστών, ειδικά όταν η ύπαρξη τους συνδυάζεται με υπογεννητικότητα, η συσσώρευση προβλημάτων στα ασφαλιστικά ταμεία λόγω της ύπαρξης οικονομικών μεταναστών στη χώρα μας, η ανάγκη υιοθέτησης περιοριστικής μεταναστευτικής πολιτικής και πλήρους αφομοίωσης όσων μεταναστών παραμείνουν στη χώρα.

 

 

Η αλλαγή ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία οδήγησε και σε μερικές σαφείς αλλαγές στον προγραμματικό-ιδεολογικό λόγο της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης: υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά, η Νέα Δημοκρατία υιοθετεί μια πιο «σκληρή» και «άκαμπτη» γραμμή στο ζήτημα της μετανάστευσης και της παροχής ασύλου, όπως και στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Γίνεται εμφανής η προσπάθεια εμβολισμού και στη συνέχεια απορρόφησης του ΛΑ.Ο.Σ. από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Τον Νοέμβριο του 2011 συμμετείχαν στην κυβέρνηση συνεργασίας οι βουλευτές του κόμματος: Άδωνις Γεωργιάδης, Αστέριος Ροντούλης, Μάκης Βορίδης και Γιώργος Γεωργίου. Στις 10 Φεβρουαρίου του 2012 ο πρόεδρος του κόμματος ανακοίνωσε την άρση της στήριξής του στην κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου. Έτσι, οι μετέχοντες από το κόμμα στην κυβέρνηση παραιτήθηκαν από το υπουργικό αξίωμα, εκτός από τον Μάκη Βορίδη και τον Άδωνι Γεωργιάδη. Δυο μέρες μετά οι δύο αυτοί βουλευτές διαγράφηκαν από την κοινοβουλευτική ομάδα επειδή υπερψήφισαν τη δανειακή σύμβαση και αργότερα εντάχθηκαν στη Νέα Δημοκρατία. Έπειτα παρέδωσαν τις βουλευτικές τους έδρες.

Τον Μάιο του 2012, μετά την απόφαση για αυτόνομη κάθοδο στις προσκείμενες εκλογές της 17ης Ιουνίου, οι πρώην βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ. Κώστας Κιλτίδης (Κιλκίς), Θανάσης Πλεύρης (Α’ Αθηνών), Γιώργος Ανατολάκης (Β’ Πειραιά), Παύλος Μαρκάκης (Μαγνησίας) και Κυριάκος Βελόπουλος (Β’ Θεσσαλονίκης), ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από το κόμμα του Γιώργου Καρατζαφέρη, για να συστρατευθούν με την ΝΔ, μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου.

 

ΑΙΜΑ -ΤΙΜΗ- ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Η Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε το 1980 από τον Νίκο Μιχαλολιάκο ως οργάνωση με ναζιστική ιδεολογία, προσανατολισμένη γύρω από την έκδοση ομώνυμου περιοδικού. Ανέπτυξε τη δράση της στις αρχές της δεκαετίας του 1990, περίοδο έντασης του Μακεδονικού ζητήματος. Έκτοτε καταγγέλθηκαν δεκάδες βίαιες επιθέσεις Χρυσαυγιτών εναντίον μεταναστών και Ελλήνων. Το 1998 απαγγέλθηκαν κατηγορίες για μια τέτοια επίθεση στον υπαρχηγό της οργάνωσης, «Περίανδρο» Ανδρουτσόπουλο, που ήταν καταζητούμενος για εφτά χρόνια. Η ΧΑ δημιούργησε συγγενικές οργανώσεις, όπως τη «Γαλάζια Στρατιά» στο χώρο οπαδών της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου και το κόμμα «Πατριωτική Συμμαχία». Μετά τις αντιδράσεις για το σχεδιασμό ενός «φεστιβάλ μίσους» το 2005, ο Ανδρουτσόπουλος παραδόθηκε οικειοθελώς (και καταδικάστηκε) και η ΧΑ ανακοίνωσε ότι θα ανέστειλε τη δράση της, που συνεχίστηκε μέσα από την «Πατριωτική Συμμαχία».

Από τη δεκαετία του ’90 οι εκπρόσωποι της ΧΑ έχουν παύσει τις αναφορές στο ναζισμό και αυτοπροσδιορίζονται συστηματικά ως «εθνικιστές». Η ΧΑ εξακολουθεί να θεωρείται φασιστική και νεοναζιστική οργάνωση από δημοσιογράφους, ερευνητές, πολιτικούς αναλυτές και πολιτικούς επιστήμονες, που αναφέρονται στα σύμβολά της, τις ιστορικές αναφορές της και την ιδεολογία της. Έχει κατηγορηθεί για εξτρεμιστική δράση, άσκηση ρατσιστικής βίας, δολοφονικές απόπειρες, όπως και τις δολοφονίες του Παύλου Φύσσα και του Σαχζάτ Λουκμάν. Από το 2003 ως το 2019 έχουν εκδοθεί περισσότερες από 25 καταδικαστικές αποφάσεις για εγκληματικές ενέργειες και επιθέσεις μελών και στελεχών της Χρυσής Αυγής.

Το 1993 ιδρύθηκε ως κόμμα, αλλά η συμμετοχή της σε εκλογές ήταν ανεπιτυχής. Από το 2009 η ΧΑ ανέπτυξε τη δράση της σε γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, και στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 κέρδισε μία έδρα στο δημοτικό συμβούλιο του δήμου Αθηναίων.

Στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2012 εισήλθε για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο, παίρνοντας ποσοστό σχεδόν 7%, το οποίο διατήρησε στις βουλευτικές εκλογές των επόμενων τριών χρόνων (τον Ιούνιο του 2012 και τον Ιανουάριο και το Σεπτέμβριο του 2015), αν και ο αριθμός των ψήφων που έλαβε μειώθηκε.

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής συνδέθηκε με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων το 2010-2012, αλλά και με την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και τη συντριβή του δικομματισμού.

Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Δημήτρης Ψαρράς «ο λόγος που κατόρθωσε η Χρυσή Αυγή να καλύψει το χώρο της Ακροδεξιάς είναι ότι ο μέχρι τότε εκφραστής αυτού του χώρου, το ΛΑΟΣ, αυτοακυρώθηκε με τη συμμετοχή του τον Νοέμβριο του 2011 στην τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου (μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ). Η επιλογή αυτή του Γιώργου Καρατζαφέρη απογοήτευσε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του και τους έστρεψε στον Μιχαλολιάκο. Η οργάνωση εκπροσωπεί την ελληνική Ακροδεξιά που υπήρχε πάντοτε. Αν, μάλιστα, δει κανείς τη γεωγραφία της ψήφου, θα διαπιστώσει ότι ενώ το 2012 η οργάνωση είχε σημαντικές επιδόσεις σε ορισμένα σημεία, όπου είχε έντονη παρουσία (ιδιαίτερα το κέντρο της Αθήνας), από το 2015 η δύναμή της συγκεντρώνεται στα παραδοσιακά κάστρα της ελληνικής Ακροδεξιάς (Λακωνία, Μεσσηνία, Κορινθία, περιοχές της Μακεδονίας)».

Η δίκη της Χ.Α.

Δυστυχώς χρειάστηκε να έχουμε έναν Έλληνα νέο νεκρό, τον Παύλο Φύσσα, για να ξεσηκωθεί η ελληνική κοινωνία το φθινόπωρο του 2013 και να αποφασίσουν εντέλει οι θεσμοί της Πολιτείας να κάνουν το καθήκον τους.

Τον Σεπτέμβριο του 2013,  εισαγγελικές έρευνες στοιχειοθέτησαν την κατηγορία της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συνελήφθησαν από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία ο αρχηγός της οργάνωσης, βουλευτές και στελέχη της. Συνολικά 69 πρόσωπα παραπέμφθηκαν σε δίκη, που ξεκίνησε στις 20 Απριλίου 2015.

Στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 η ΧΑ ήρθε πέμπτη με ποσοστό 4,87% και στις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου δεν ξεπέρασε το όριο του 3% και έμεινε εκτός Βουλής. Η απώλεια βουλευτικών εδρών οδήγησε σε αποχώρηση πολλών στελεχών, αλλά και οριστικό κλείσιμο των κεντρικών γραφείων του κόμματος.

Δεκαπέντε χρόνια αιματοβαμμένης, εγκληματικής ναζιστικής δράσης

Συγκρίνοντας τις δολοφονικές επιθέσεις της Χρυσής Αυγής σε βάθος δεκαπενταετίας, ο συνήγορος Πολιτικής Αγωγής, Θεόδωρος Θεοδωρόπουλος, απέδειξε, κατά την αγόρευσή του την ποιοτική μετεξέλιξη της εγκληματικής οργάνωσης.

Από το 1998 και τη δολοφονική επίθεση στον τότε φοιτητή Δημήτρη Κουσουρή μέχρι το 2013 και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα μεσολαβούν δεκάδες επιθέσεις που έφτασαν στις δικαστικές αίθουσες ως μεμονωμένα περιστατικά, πλην όμως όχι μόνο έχουν όμοια χαρακτηριστικά, αλλά εντάσσονται στο ίδιο ναζιστικό οργανωτικό πλαίσιο, εκτός του οποίου δεν θα υπήρχε κανένα κίνητρο εκτέλεσής τους.

Μέσα από τις συντονισμένες επιθέσεις στον ελεύθερο κοινωνικό χώρο «Συνεργείο» της Ηλιούπολης, στο στέκι «Αντίπνοια» στα Πετράλωνα, στις λαϊκές αγορές του Μεσολογγίου και της Ραφήνας, στο κέντρο της Αθήνας με αποκορύφωμα το πογκρόμ κατά μεταναστών, αλλά και σε όλη την επικράτεια (Πάτρα, Πάρος, Κρήτη, Μεσσηνία κ.α.) και τις καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος χρυσαυγιτών, ο δικηγόρος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Χρυσή Αυγή είναι μια επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση και απάντησε στην εισαγγελέα γιατί δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του «μεμονωμένου περιστατικού».

Όπως αναφέρει σε συνέντευξή του ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Δημήτρης Ψαρράς «η Χρυσή Αυγή αντιγράφει με “θρησκευτική” ευλάβεια το πρότυπο του χιτλερικού κόμματος, του NSDAP. Αλλά χιτλερικό κόμμα χωρίς Αρχηγό δεν γίνεται. Ο Μιχαλολιάκος δεν είναι απλά ο επικεφαλής. Είναι ο “υπεράνω”. Σύμφωνα με το πραγματικό καταστατικό της οργάνωσης, το οποίο κατέθεσα στο δικαστήριο, η Χρυσή Αυγή λειτουργεί με τη λεγόμενη “Αρχή του Αρχηγού”, η οποία απλώς μεταφράζει το γερμανικό Führerprinzip.

Όπως έχει προκύψει και στο δικαστήριο, τα πάντα ελέγχει ο Αρχηγός. Μπορεί να μη μετέχει αυτοπροσώπως στα Τάγματα Εφόδου, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο για λόγους δικής του προστασίας. Τόσο οι καταθέσεις, όσο τα βίντεο από ομιλίες και τα SMS των κινητών τηλεφώνων των στελεχών είναι αποκαλυπτικά.

Σημειώνεται ότι μετά τις εκλογές του περσινού Ιουλίου η Χρυσή Αυγή εμφάνισε σημάδια αποσύνθεσης καθώς έμεινε εκτός βουλής.

Λίγο πριν την ολοκλήρωση της πολύκροτης δίκης της Χρυσής Αυγής, η ναζιστική οργάνωση ξενοικιάζει τα γραφεία της και ένας ένας οι υπόδικοι πρώην βουλευτές του νεοναζιστικού κόμματος φτιάχνουν καινούργια φασιστικά μορφώματα.

Το ΕΛΑΣΥΝ-Εθνική Λαϊκή Συνείδηση, το οποίο -σύμφωνα με την ιδρυτική του διακήρυξη- βασίζεται στο τρίπτυχο «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια», ίδρυσε τον περασμένο Νοέμβριο ο υπόδικος ευρωβουλευτής Γιάννης Λαγός μαζί με τους πρώην βουλευτές της Χρυσής Αυγής Γιώργο Γερμενή και Παναγιώτη Ηλιόπουλο.

Ο υπόδικος Ηλίας Κασιδιάρης με τη σειρά του, μετά το οριστικό διαζύγιο με το “φύρερ” της οργάνωσης και πολιτικό του μέντορα Νίκο Μιχαλολιάκο ανήγγειλε την ίδρυση του “Έλληνες Για την Πατρίδα”.

Μπορεί να κρύβει τους αγκυλωτούς σταυρούς ωστόσο οι θέσεις του είναι ξεκάθαρες. Δεν είναι λίγοι δε εκείνοι που παρατήρησαν ότι ο Κασιδιάρης κοπιάρει ξεδιάντροπα το έμβλημα της ιταλικής ακροδεξιάς Λέγκα του Βορρά, που υπό τον Σαλβίνι μετουσιώνει σε πολιτική το “δόγμα Λεπέν” στην Ιταλία, αποβλέποντας σε μια “νέα πατριωτική” εθνικιστική προσέγγιση άρθρωσης λόγου.

 

Με τη διάλυση της Χ.Α. αυτό που πάει να τελειώσει είναι η συγκεκριμένη μορφή του ναζισμού, με τα τάγματα εφόδου, τις επιθέσεις τη νύχτα, τα μαχαιρώματα κλπ. Όμως οι ιδέες της ακροδεξιάς, του ρατσισμού και του φασισμού δεν τελείωσαν. Αυτά θέλουν πολιτική αντιμετώπιση. Έχουν απορροφηθεί στη ΝΔ και την Ελληνική Λύση, αφού οι οπαδοί αυτών των ιδεολογιών ήταν παραδοσιακή δεξαμενή της Δεξιάς από τη μεταπολίτευση. Κι αυτό είναι επίσης πρόβλημα γιατί βλέπουμε κι εδώ αλλά και στην Ε.Ε. κοινωνικά ρεύματα που έχουν ανθρωποφαγική διάθεση.

 

Ελεύθερο υλικό από το Youtube

IndependentNews.gr

κοοπερατίβα Aurora

...