Το σπιτικό των Ινδαρέ, το οποίο στεγάζεται στο μεσοπολεμικό διώροφο της οδού Ματρόζου, είναι άνετο, φωτεινό, περιποιημένο, γεμάτο βιβλία, έργα τέχνης και κομψοτεχνήματα, που όμως καθόλου δεν το βαραίνουν.

Καθώς χαζεύεις δεξιά-αριστερά, συμπληρώνοντας το κάδρο με τα ξύλινα έπιπλα, τα παχιά χαλιά και τις μακριές, λευκές κουρτίνες, δυσκολεύεσαι πολύ να φανταστείς ότι έναν και κάτι χρόνο πριν, ξημερώματα 18ης Δεκεμβρίου του ’19, ο καλαίσθητος αυτός χώρος που αποπνέει γαλήνη και ζεστασιά είχε γεμίσει ένστολους «Ράμπο» που τον έκαναν άνω-κάτω φωνάζοντας, βρίζοντας χυδαία, απειλώντας και αναζητώντας ενοχοποιητικά στοιχεία για τον πατέρα και τους δυο γιους, που άλλοι συνάδελφοί τους κρατούσαν δαρμένους, δεμένους και τσαλαπατημένους στην ταράτσα ως δήθεν συνεργούς των καταληψιών του γειτονικού νεοκλασικού.

Στο οποίο οι αστυνομικοί είχαν καταφέρει νωρίτερα να μπουν μετά από πολύωρη «μάχη», δίχως όμως να συλλάβουν τους έγκαιρα διαφυγόντες ενοίκους του. Φαίνεται, λοιπόν, πως κάπως έπρεπε η ΕΛ.ΑΣ. να ρεφάρει το κάζο. Έτσι μάλλον εξηγείται το πώς εκτυλίχθηκε ένα από τα πιο τρανταχτά ‒καθότι αφορούσε μια ανυποψίαστη, «καθωσπρέπει» οικογένεια, που θα μπορούσε να είναι η οποιαδήποτε της διπλανής πόρτας‒ επεισόδια εκτροχιασμένης αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας των τελευταίων πολλών ετών, το οποίο μάλιστα έτυχε και κίτρινης δημοσιογραφικής «αβάντας».

Το σοκ ήταν ακόμα μεγαλύτερο, αφού τόσο ο γνωστός σκηνοθέτης όσο και τα παιδιά του –βεβαίως και η σύζυγός του, η αρχιτεκτόνισσα Έρση Σπαρτιώτη, η οποία υπερέβαλε εαυτήν τη νύχτα εκείνη, προσπαθώντας να προστατεύσει την οικογένειά της, όπως μου λέει ο Δημήτρης–, ουδεμία σχέση είχαν με τη γειτονική κατάληψη, ούτε φημίζονταν ποτέ για τις «εξτρεμιστικές» πολιτικές τους ιδέες. Τους διέκριναν, αντίθετα, και εξακολουθούν να τους διακρίνουν, η σύνεση, η μετριοπάθεια και η διαλλακτικότητα. «Είθε να συνέλθουμε κάποτε ως κοινωνία απ’ όλη αυτή την αδιανόητη εχθροπάθεια!» λέει χαρακτηριστικά.

Υπόψη ότι ο Ιάσονας και ο Φίλιππος δεν έμεναν καν στο πατρικό πια – είχαν πάει την προηγουμένη εκείνης της μέρας για να πενθήσουν τον σκύλο της οικογένειας, το δοχείο με τις στάχτες του οποίου καταλαμβάνει περίοπτη θέση στο σαλόνι.

H συζήτηση με τη LIFO συνδυάστηκε με ξενάγηση στα σημεία εκείνα του σπιτιού όπου εκτυλίχθηκαν οι αστυνομικές βαρβαρότητες, είπαμε για τις δύσκολες εκείνες ώρες, τα συναισθήματα και τις σκέψεις που τους προκάλεσαν –«εμείς έχουμε εξαρχής όνομα και επώνυμο, ενώ η ευθύνη της απέναντι πλευράς διαχέεται σε σκοτεινούς διαδρόμους»‒, το προσωπικό και κοινωνικό αντίκτυπο αλλά και για το «μέρος δεύτερον» αυτής της ιστορίας, που αναμένεται τόσο στα δικαστήρια (εκκρεμούν αφενός η δίκη του Δημήτρη και των παιδιών, αφετέρου η εκδίκαση της δικής τους μήνυσης) όσο και στη μεγάλη οθόνη: ο συνομιλητής μου προτίθεται να τη γυρίσει σε ντοκιμαντέρ, όταν το πράγμα κατασταλάξει, ενώ και ο καλός του φίλος και συνάδελφος Νίκος Περάκης σκέφτεται να την εντάξει σε μια δουλειά που ετοιμάζει. 

«Το ζήτημα δεν είναι να δείξουμε τι κακό πάθαμε ως οικογένεια ‒άλλοι παθαίνουν πολύ χειρότερα‒ αλλά το πόσο πρόθυμα σπαταλάμε στον τόπο μας τη λογική και το πολύτιμο κεφάλαιο της συναίνεσης στην αρένα της τοξικότητας και της μισαλλοδοξίας» λέει, συμπληρώνοντας ότι θα διεκδικήσει το δίκιο του μέχρι τέλους. Πόσο μάλλον που δεν υπήρξε μέχρι τώρα καμία συγγνώμη, καμία απολογία για την καραμπινάτη κατάχρηση εξουσίας που υπέστη.  Ταυτόχρονα, όμως, θέλει να ξεχάσει αυτόν τον εφιάλτη, να προχωρήσει παρακάτω, να συνεχίσει τη ζωή και τη δουλειά του από κει που τις άφησε. Ήδη δουλεύει ένα ντοκιμαντέρ για ένα δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται σε μια ξεχασμένη ιστορία του ’21, το οποίο μάλιστα πρόκειται να εκδοθεί σε βιβλίο, ενώ έχει στα σκαριά ένα ακόμα με μνήμες από τον Β’ Παγκόσμιο και την Κατοχή κάπου στην ελληνική επαρχία.   Σταθήκαμε, τέλος, στις δύσκολες ώρες που περνάει ο πολιτισμός προσδοκώντας «τη στιγμή που οι άνθρωποι θα διεκδικήσουν ξανά δυναμικά τη ζωντανή εμπειρία της κοινότητας σε κάθε τομέα», εφόσον «είναι μέρος της φύσης μας και όρος της ψυχικής μας υγείας». 

— Ένας και πλέον χρόνος πέρασε αφότου συνέβη η βάρβαρη αστυνομική εισβολή στο σπίτι σας και κάθε αναφορά στο όνομά σας εξακολουθεί να παραπέμπει σε εκείνο το περιστατικό.

Η συνάντηση με το παράλογο ένα ξημέρωμα στο ίδιο μας το σπίτι. Θα μπορούσε να είναι ταινία. Πέρα από την οδύνη της βαρβαρότητας, την παραβίαση του οικογενειακού ασύλου και την κατασυκοφάντηση από το πουθενά, είναι κι αυτή η άνιση μάχη, καθώς σε όλη αυτή την ιστορία εμείς έχουμε εξαρχής όνομα και επώνυμο, ενώ η ευθύνη της απέναντι πλευράς διαχέεται σε σκοτεινούς διαδρόμους.

— Μου λέγατε και ο ίδιος, προτού βρεθούμε, ότι βαρεθήκατε να επαναλαμβάνετε την ίδια ιστορία, η οποία, παρά ταύτα, δεν έχει τελειώσει, ενώ η υπέρμετρη αστυνομική βία και ο πλεονάζων αυταρχισμός τείνουν να γίνουν πια μια παγκόσμια κανονικότητα.

Δεν βαριέμαι, υποφέρω. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, που οφείλω να βρω το κουράγιο και τον σωστό τόνο να την εκθέσω, ώστε να μη χαθεί η ουσία στις συμπληγάδες του μικροκομματισμού και του διχασμού. Οι σκηνές που ζήσαμε θύμιζαν την αποτρόπαιη εξόντωση του Τζορτζ Φλόιντ. Από το στόμα μου βγήκαν οι ίδιες λέξεις, καθώς με πατούσαν μπρούμυτα τουλάχιστον τέσσερα πόδια, γόνατα, σόλες: «Έλεος, φτάνει! Θα σκάσω!». Τα παιδιά μου τους έλεγαν: «Τι τον πατάτε σαν τσουβάλι, άνθρωπος είναι…». Δεν μπορούσα να ανασάνω.   Αυτό συνέβη στην Αθήνα, στο Κουκάκι, στο σπίτι μας. Αυτές οι ιστορίες θα έπρεπε να μας ξυπνούν. Γιατί μας φέρνουν όλους μπροστά στις ευθύνες μας. Να συνέλθουμε από αυτή την αδιανόητη εχθροπάθεια. Εύχομαι, όταν τελειώσει η βασανιστική ομηρία μας με την εκδίκαση της υπόθεσης και την πανηγυρική, ελπίζω, αθώωσή μας, να μείνει κάτι θετικό απ’ όλα αυτά. Για όσους, τουλάχιστον, ενδιαφέρονται ειλικρινά για τη σωστή λειτουργία του κράτους.

— Πέρα από την ψυχολογία, επηρέασε άραγε η εμπειρία εκείνη τα πιστεύω σας, ενδεχομένως και κάποιες σταθερές σας;

Η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους και η πίστη στη λογική δοκιμάζονται κάθε στιγμή, όποιον κι αν έχεις απέναντί σου. Την πίστη στη δικαιοσύνη ως θεμέλιο της δημοκρατίας καμιά ευκαιριακή εκτροπή δεν μπορεί να την κλονίσει. Τους θεσμούς τούς εκφράζουν άνθρωποι που κάποιες φορές αποδεικνύονται υποδεέστεροι του ρόλου τους. Αν χάσουμε, όμως, την πίστη στους ανθρώπους, στους θεσμούς, στη θετική πλευρά των πραγμάτων, πάει, χαθήκαμε κι εμείς! Στο φως προσβλέπουμε πάντα.

  — Είχατε να δώσετε κιόλας, μετά την περιπέτειά σας, εξηγήσεις τόσο προς τα δεξιά όσο και προς τα αριστερά, τρόπον τινά.

Μέρος κι αυτό του παραλόγου. Να βρίσκεις το κουράγιο και την ψυχραιμία να εκφραστείς έναρθρα απέναντι στην παράνοια της βίας, αγνοώντας πως κάποιος σε ηχογραφεί και ενώ τα λόγια σου εκφράζουν ακριβώς τις αξίες που υποτίθεται πως μοιραζόμαστε ως πολίτες, στη συνέχεια να χλευάζεσαι από κάποιους ως «άπλυτος και αναρχοκομμούνι» και από κάποιους άλλους ως «δεξιός που διαμαρτύρεται επειδή τον σήκωσαν από τον καναπέ του».   Όμως το ζήτημα δεν είναι να δείξουμε τι κακό πάθαμε ως οικογένεια αλλά το πόσο πρόθυμα σπαταλάμε στον τόπο μας τη λογική και το πολύτιμο κεφάλαιο της συναίνεσης στην αρένα της τοξικότητας και της μισαλλοδοξίας. Το χρωστάω στα κατασυκοφαντημένα παιδιά μου. Κανένας γονιός δεν ανέχεται να πειράξουν έστω και μία τρίχα των παιδιών του. Κι εδώ ορισμένοι παίζουν τις κουμπάρες για να μην παραδεχτούν ότι τα έκαναν θάλασσα.

— Υπήρξε, άραγε, κάποια απολογητική επικοινωνία από εκπρόσωπο της πολιτείας, έστω «κατόπιν εορτής»;

Θα θυμάστε την έντονη πόλωση των τότε ημερών. Όταν χωρίζονται στρατόπεδα, δεν επιτρέπονται υπερβάσεις. Έτσι, ενώ όλοι ξέρουν, ή θα ‘πρεπε να ξέρουν την αλήθεια, τα πράγματα κατέληξαν σε ένα θέατρο στρουθοκαμηλισμού. Κι εκεί ακριβώς βρίσκουν πεδίο αδιανόητες και παρωχημένες πρακτικές συγκάλυψης, με αθώους πολίτες ομήρους της παράνοιας.   Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως, ενώ ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος, που επέδειξε εξαρχής αξιοθαύμαστα αντανακλαστικά στην υπόθεσή μας, ακόμη και στο πρόσφατο βιβλίο του «Δυο βήματα μπρος, ένα πίσω», επιμένει, αφιερώνοντας κάποιες σελίδες στην υπόθεση με στοιχεία για την αθωότητά μας ‒ειπώθηκαν μάλιστα αυτά και στην παρουσίαση του βιβλίου‒, εντούτοις αυτό δεν σχολιάστηκε από καμία μεγάλη εφημερίδα, ούτε καν στις παραπολιτικές στήλες. Ούτε έπαιξε, φυσικά, σε κάποιο κανάλι από εκείνα που έσπευσαν τότε να αναμεταδώσουν ένα σωρό ανυπόστατα ψεύδη.

— Τι θα λέγατε σήμερα στον υπουργό ΠροΠο, αν σας καλούσε σε ακρόαση;

Θα του περιέγραφα απλά πώς ακριβώς συνέβησαν τα γεγονότα. Γιατί φαίνεται πως από το πολύ άγχος της επικοινωνιακής διαχείρισης χάνεται, τελικά, η επαφή με το προφανές και την πραγματικότητα.

— Η συμπαράσταση που δεχτήκατε από φίλους και συναδέλφους ήταν μεγάλη, νομίζω όμως ότι δεν μείνατε το ίδιο ικανοποιημένος από το πώς κάλυψαν το γεγονός τα ΜΜΕ.

Η συμπαράσταση ήταν συγκινητική και νομίζω πολύ ουσιαστική. Μας στήριξαν σε στιγμές μεγάλης απόγνωσης από την αδικία αλλά και τον βόρβορο της παραπληροφόρησης, υψώνοντας ταυτόχρονα και ένα τείχος προστασίας απ’ τα χειρότερα. Ήταν επίσης ένα μήνυμα εγρήγορσης, καθώς οι βεβαιότητες είναι πάντα μεγάλη παγίδα. Η δημοκρατία είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Τα κακά των προηγουμένων δεν πρέπει επ’ ουδενί να δίνουν άλλοθι για νέες εκπτώσεις.  Όσο για τα ΜΜΕ, τι να πω… Πολλοί συνάδελφοί σας αναπαρήγαγαν πρόθυμα και διοχέτευσαν αστραπιαία αντιφατικές και απολύτως αστήρικτες πληροφορίες σε μια κοινή γνώμη έτοιμη να κατασπαράξει αλλά και να αλληλοσπαραχθεί. Το τεκμήριο της αθωότητας, το ρεπορτάζ, ο έλεγχος της πληροφορίας, όλα ανύπαρκτα. Υπήρξαν σχολιαστές που μας φόρτωσαν ανερυθρίαστα τόνους λάσπης. Μια ολόκληρη οικογένεια στα μανταλάκια. Ειπώθηκε μέχρι και ότι θέλαμε να «φάμε» με χρησικτησία το κατειλημμένο κτίριο που ανήκει στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και ότι γι’ αυτό τα παιδιά μας σύχναζαν τάχα εκεί. Με κάτι τέτοια μπορεί να παρανοήσεις. Λάσπη που θυμίζει πρακτικές αυταρχικών καθεστώτων προς αντιφρονούντες. Πρόκειται για ανεύθυνη συμπεριφορά από πλευράς των εμπνευστών της, αλαζονική, καταχρηστική και απαράδεκτη για κράτος δικαίου. Αφήστε το κύρος της ενημέρωσης…   Υπήρξαν, εντούτοις, και δημοσιογράφοι που επέδειξαν εξαιρετική σοβαρότητα και ψυχραιμία. Που το αισθητήριο και η εμπειρία τούς επέτρεψαν να σταθούν στο ύψος τους. Το ότι η παραπληροφόρηση είναι παγκόσμιο φαινόμενο δεν συνιστά παρηγοριά. Η Ελλάδα είναι μικρή και η επικοινωνία την έχει κάνει ακόμη μικρότερη.

— Το μελανότερο σημείο εκείνης της μέρας;

Η εικόνα των δεμένων πισθάγκωνα παιδιών μου. Το βλέμμα τους την ώρα που ξέσπαγαν πάνω τους οι έξαλλοι ένστολοι κουκουλοφόροι με το εθνόσημο. Η στιγμή που, ακινητοποιημένα μπρούμυτα, προσπάθησαν να προειδοποιήσουν τη μάνα τους για την παράκρουση των οργάνων, φωνάζοντας «φύγε, μάνα, φύγε», κι εκείνοι τούς πάταγαν το κεφάλι σαν καρύδι στο πάτωμα..Η στιγμή που στη ΓΑΔΑ, ώρες ολόκληρες δεμένοι με χειροπέδες μπροστά σε μια πόρτα που έγραφε «Υπηρεσία Προστασίας Δημοκρατικού Πολιτεύματος», ακούσαμε να μας φορτώνουν έναν σωρό ανυπόστατες και γελοίες κατηγορίες, την ώρα που –αφελώς!‒ περιμέναμε να ακούσουμε ένα «συγγνώμη, λάθος», καθώς όλοι γνώριζαν πολύ καλά πως ήμασταν άσχετοι.

— Δικαστικά πού βρισκόμαστε τώρα;

Η εκδίκαση της υπόθεσης έχει αναβληθεί με τις απανωτές καραντίνες. Όσο για τη μήνυση που καταθέσαμε εμείς, συνενώθηκε με την αυτεπάγγελτη έρευνα του εισαγγελέα για υπέρμετρη αστυνομική βία και τον Νοέμβρη ήρθε η απάντηση ότι οδεύει για το αρχείο. Είναι ένα μοτίβο γνώριμο το «τηγάνισμα» του πολίτη σε μια τέτοια αντιδικία. Εννοείται ότι ασκήσαμε προσφυγή στην απόφαση αυτή και αναμένουμε τη συνέχεια.

— Αναρωτιέμαι πόσο σας επηρέασε όλο αυτό που ζήσατε στο δημιουργικό κομμάτι.

Το αίσθημα της αδικίας δεν καταπίνεται. Η οργή και η θλίψη είναι απερίγραπτες. Όλο αυτό το κακό πρέπει κάπως να μεταβολιστεί και η δημιουργία είναι πράγματι ένας δρόμος. Όταν κλείσει η υπόθεση θα γίνει και η σούμα. Ο φίλος μου και συγγραφέας Σάκης Σερέφας λέει πως οι ιστορίες αποκαλύπτονται σε αυτούς που πρέπει να τις αφηγηθούν. Δεν ξέρω αν εννοεί κι αυτά που μας συμβαίνουν, όταν, ας πούμε, σου πέφτει ξαφνικά ο ουρανός στο κεφάλι. Γυρίζοντας πίσω, συνεχίζω να ανακαλύπτω χρήσιμο υλικό που μου έχει διαφύγει: δημοσιεύματα, σχόλια, οπτικό υλικό, ακόμη και τα ίδια τα συναισθήματα που εξελίσσονται.

— Με τι καταπιάνεστε στης καραντίνας τον καιρό;

Με πολύ διάβασμα, πολύ γράψιμο, πολύ ιντερνετικό ψάξιμο. Δουλεύω παράλληλα δύο ντοκιμαντέρ. Το πρώτο, το «Λενάκι», αφορά τον σκανδαλώδη έρωτα δύο αλλοθρήσκων λίγα χρόνια πριν από την Επανάσταση του ’21 στο Λειβάρτζι της ορεινής Αχαΐας, του Ελμάζαγα και της Ελένης. Τον πύργο του αγά τον σάρωσε ο ξεσηκωμός σε ένα από τα τελευταία προεπαναστατικά επεισόδια. Ο έρωτάς τους όμως «καθαγιάστηκε» με ένα πολύ διαδεδομένο δημοτικό τραγούδι, ξεχασμένο σήμερα. Η αναζήτηση της τύχης τους στον χάρτη των γεγονότων αλλά και των καταγραφών του τραγουδιού κρύβει εκπλήξεις. Μνήμη και λήθη, ιστορία και παράδοση, συνάντηση αλλοφύλων, αρπαγή, έρωτας και επανάσταση, όπως επίσης ο συμβολισμός που ενυπάρχει στα συγκεκριμένα γεγονότα, προσφέρουν ένα πολύ ενδιαφέρον υλικό αναστοχασμού. Μάλιστα, ένα πρώτο υλικό της έρευνας γίνεται βιβλίο από την Εστία, με ζωγραφιές της εικαστικού Λυδίας Βενιέρη και την πολύτιμη συμπαράσταση του Παντελή Μπουκάλα.   Η άλλη ιδέα που τρέχει παράλληλα, η «Μνήμη με ουρά», εστιάζει στην προφορική μνήμη μιας γενιάς που μας αφήνει, εκείνης που έζησε τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Στην καρδιά του Αμβρακικού, εκεί όπου μαντρώνονται τα ψάρια τρέφοντας τόσο κόσμο, επιχειρούμε να «μαντρώσουμε» πολύτιμες μνήμες προτού χαθούν για πάντα στη θάλασσα της λήθης. Σε συνθήκες καραντίνας οι ιδέες κυκλοφορούν, εξελίσσονται. Οι φίλοι μας, όμως, μας λείπουν. Η διαδικτυακή επικοινωνία δεν υποκαθιστά την άμεση. Η εμπειρία της πόλης, ειδικά τη νύχτα, έχει αποκτήσει μια διάσταση δυστοπική. Ντελιβεράδες, ζητάδες και απορριμματοφόρα σε ασυνήθιστες ταχύτητες την επιτείνουν. Κι εδώ και κει μοναχικές φιγούρες με τετράποδους συνοδούς…

— Πόσο εύκολο θα είναι, άραγε, να ορθοποδήσει ο κόσμος της τέχνης όταν το κακό υποχωρήσει;

Η τέχνη είναι μέρος μιας κοινωνίας ανοιχτής, σε κίνηση. Ειδικά αυτή του θεάματος ακόμα περισσότερο. Ηθοποιοί και τραγουδιστές πώς μπορούν να παράγουν, να ζήσουν; Η συνθήκη της ύπαρξής τους είναι σε άμεση συνάρτηση με το κοινό. Οι ταινίες μπορούν, ενδεχομένως, να λειτουργήσουν μέχρι κάποιο σημείο διαφορετικά. Το πλαίσιο είχε αρχίσει ήδη να αλλάζει με τις πλατφόρμες. Όμως η παρατεταμένη κατά μόνας ευχαρίστηση αλλάζει τον άνθρωπο και φοβάμαι πως τελικά πλήττει την ίδια την ανθρωπιά μας.

 — Βλέπετε κι εσείς Netflix με τις ώρες;

Πόσο έχουν επηρεάσει το σινεμά, τη σχέση των δημιουργών αλλά και υμών των θεατών με τη μεγάλη οθόνη οι ιντερνετικές πλατφόρμες; Κοίτα, για μας τους κινηματογραφιστές η συνήθεια τού να βλέπουμε ταινίες στο σπίτι είναι μέρος της καθημερινότητάς μας, εμμονή. Η νέα συνθήκη έχει να κάνει κυρίως με το προϊόν που κινείται από τις πλατφόρμες, ιδίως τις σειρές, με μια ποιότητα και μια θεματική που εντυπωσιάζει. Και βέβαια με μια βολή που δοκιμάζει ακραία την επιβίωση των αιθουσών. Το σίγουρο όμως είναι ότι η εμπειρία της αίθουσας δεν υποκαθίσταται. Όταν αρθούν οι περιορισμοί και οι φόβοι, οι θεατές θα αναζητήσουν και πάλι τις αίθουσες, ενδεχομένως στην αρχή διστακτικά. Εύχομαι ν’ αντέξουν οι αιθουσάρχες την αναμονή αυτή και οι αίθουσες γρήγορα να ξαναγεμίσουν.   Ονειρεύομαι, πάντως, τη στιγμή που οι άνθρωποι θα διεκδικήσουν ξανά δυναμικά τη ζωντανή εμπειρία της κοινότητας σε κάθε τομέα. Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και όρος της ψυχικής μας υγείας. Είμαι βέβαιος πως οι συνθήκες βοήθησαν να την επανεκτιμήσουμε και να την επιθυμήσουμε, κάτι που στο τέλος θα αποβεί θετικό.

— Ποια ταινία σάς έκανε να αγαπήσετε τον κινηματογράφο;

Ποιον σκηνοθέτη θα ξεχωρίζατε; Η πρώτη ταινία που με παγίδευσε καθοριστικά ήταν οι «Δεσποινίδες του Βίλκο» του Αντρέι Βάιντα: ο Ντάνιελ Ολμπρίσκι ανάμεσα σε πολλαπλές και οικείες εκδοχές της θηλυκής ιδιοσυγκρασίας. Πήγα στην απογευματινή προβολή 4-6 στον κινηματογράφο Πάνθεον στην Πάτρα, μαθητής της Β’ Λυκείου. Έμεινα σε όλες τις επόμενες προβολές: 6-8, 8-10, 10-12. Ήθελα να φύγω αμέσως για σπουδές σκηνοθεσίας στην Πολωνία, στο Λοτζ! Ο σκηνοθέτης που λάτρεψα πραγματικά, όμως, ήταν ο Φρανσουά Τριφό.

— «Η ζωή μας δεν θα είναι ποτέ η ίδια»: είναι μια επωδός που ακούμε συχνά όταν γίνεται λόγος για την πανδημία. Το πιστεύετε αλήθεια αυτό; Μα η ζωή ποτέ δεν παραμένει ίδια. Είναι μια διαρκής ροή, μια μετακίνηση της οπτικής μας και μαζί του κόσμου που μας περιβάλλει. Είμαστε λίγο σαν φύλλα στο ποτάμι. Άλλοτε μπορεί να προηγηθούμε κι άλλοτε να σκαλώσουμε και να μείνουμε πίσω. Αλλού το ποτάμι τρέχει ορμητικά κι αλλού το νερό λιμνάζει σε μια ροή που είναι απρόβλεπτη και κρύβει εκπλήξεις.

Πηγή: Lifo.gr