Ο συγγραφέας μιλά ακομπλεξάριστα για τον κυνισμό της γαλλικής (σοσιαλιστικής) Αριστεράς, η οποία προτίμησε τη διατήρηση της εξουσίας και τη μεταμόρφωσή της σε «απλό διαχειριστή των αντικειμενικών συνθηκών».

Εάν ζητούμενο στην πολιτική ζωή είναι η συμφωνία θεωρίας και πράξης και εάν το κριτήριο για την αλήθεια μιας θεωρίας είναι η πράξη, τότε ο Πιερ Ροζανβαλόν είναι ο άνθρωπος που μπορεί και τα συνδυάζει με τον καλύτερο τρόπο.

Από νωρίς στον στίβο της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης και πάντα στον ευρύτερο χώρο του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας, υπήρξε αυτό που θα λέγαμε ένας συνεπής και έντιμος σοσιαλδημοκράτης, ιδιότητες σχετικά δυσεύρετες σε καιρούς ραγδαίων αλλαγών και άκρατου καιροσκοπισμού.

Είτε συμφωνεί κάποιος μαζί του είτε διαφωνεί, δεν μπορεί παρά να του αναγνωρίσει την ακάματη διανοητική προσπάθεια και τη βούληση να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τις απότομες στροφές των τελευταίων πενήντα χρόνων που σημάδεψαν τη νεότερη γαλλική, αλλά και ευρωπαϊκή, Ιστορία.

Στο τελευταίο του βιβλίο από τις καλές εκδόσεις Πόλις με τίτλο «Η δική μας διανοητική και πολιτική ιστορία: 1968-2018», σε μετάφραση Κατερίνας Λάμπρου, ακολουθώντας την προσωπική του τροχιά στη γαλλική πνευματική και πολιτική σκηνή ουσιαστικά επιχειρεί να περιγράψει και τη συλλογική περιπέτεια της «Δεύτερης Αριστεράς», όπως ο ίδιος την ονομάζει.

Σημείο τομής δεν θα μπορούσε παρά να είναι το 1968, το οποίο σηματοδότησε μια ρήξη με το κυρίαρχο έως τότε μοντέλο κομματικής και πολιτικής στράτευσης και έφερε στο προσκήνιο το αίτημα «να ζήσουμε αριστερά και όχι απλώς να είμαστε αριστεροί».

Επρόκειτο για ένα αίτημα που ανταποκρινόταν στην «αθωότητα» αλλά και σε έναν άκρατο οπτιμισμό της εποχής, ο οποίος -όπως φάνηκε εκ των υστέρων- υποτίμησε πάρα πολύ την ικανότητα ενός «καπιταλισμού-χαμαιλέοντα» να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και να τις αξιοποιεί σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Επόμενο ορόσημο στάθηκε για τη Γαλλία η νίκη του Φρανσουά Μιτεράν τον Μάιο του 1981, η οποία φούντωσε τις προσδοκίες με κύμα εθνικοποιήσεων, αύξηση του κατώτατου μισθού και των οικογενειακών επιδομάτων, αλλά και την κατάργηση της θανατικής ποινής.

Ο μήνας του μέλιτος όμως δεν προοριζόταν να διαρκέσει πολύ, αφού μετά από τρεις υποτιμήσεις του γαλλικού φράγκου ήρθε το σοκ του «Σχεδίου Ανάκαμψης» τον Μάρτιο του 1983 με περικοπή δημοσίων δαπανών και πρόγραμμα λιτότητας.

Η συζήτηση για τη στάση της Αριστεράς στη Γαλλία με τη «στροφή του 1983» που περιγράφει ο Ροζανβαλόν θα θυμίσει στον αναγνώστη απίστευτες ομοιότητες με την περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και πιο πρόσφατα του ΣΥΡΙΖΑ, όταν ο βολονταρισμός βρήκε μπροστά του έναν τοίχο, αυτόν της σκληρής καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Ο συγγραφέας μιλά ακομπλεξάριστα για τον κυνισμό της γαλλικής (σοσιαλιστικής) Αριστεράς, η οποία προτίμησε τη διατήρηση της εξουσίας και τη μεταμόρφωσή της σε «απλό διαχειριστή των αντικειμενικών συνθηκών», κάτι που γέννησε μια «αμήχανη σιωπή».

Η έλλειψη πραγματικής συζήτησης για τα αίτια της προσαρμογής οδήγησε τη γαλλική σοσιαλδημοκρατία σε μια δεύτερη ιστορική αμηχανία, αυτή τη φορά απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος τη βρήκε ιδεολογικά και πολιτικά απροετοίμαστη, με αποτέλεσμα (όπως και σε πολλές άλλες χώρες) αυτή να υποχρεωθεί όχι απλώς σε ήττα, αλλά και σε «εσωτερίκευση» της ιδεολογίας του αντιπάλου.

Η αδυναμία θεωρητικής και εννοιολογικής επεξεργασίας του νέου περιβάλλοντος που έφερε μαζί του ο νεοφιλελευθερισμός -και μπήκε κάτω από τη γενικόλογη και αόριστη έννοια της «παγκοσμιοποίησης»- έδωσε την ευκαιρία στη Δεξιά (στις διάφορες παραλλαγές της) να αντεπιτεθεί και να στοχοποιήσει κάθε προηγούμενη απόπειρα χειραφέτησης: ξεκινώντας από τον Μάη του ‘68 και τα δεινά που υποτίθεται ότι προκάλεσε και φτάνοντας έως τη «ρίζα του κακού», τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789.

Αποκορύφωμα ήταν η προεκλογική εκστρατεία του Σαρκοζί για τις προεδρικές εκλογές του 2007, στην οποία κατηγόρησε τον Μάη για «διανοητικό και ηθικό σχετικισμό» και προσπάθησε να πείσει τους ψηφοφόρους του ότι «οι αξίες του Μάη του ’68 υπήρξαν όχημα για τη λατρεία του βασιλιά χρήματος, του βραχυπρόθεσμου κέρδους, της κερδοσκοπίας και της εκτροπής του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού».

Οι αναλογίες με την Ελλάδα είναι προφανείς, καθώς ο Γιώργος Καρατζαφέρης και ο Μάκης Βορίδης πρωτοστάτησαν τα προηγούμενα χρόνια σε έναν ρεβανσισμό με κεντρικό σύνθημα «να τερματίσουμε την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία της Αριστεράς», η οποία υποτίθεται ότι βρίσκεται στη ρίζα κάθε κακού.

Στο πλαίσιο αυτό σημειώθηκαν οι επιθέσεις στον «μύθο του Πολυτεχνείου» (κατ’ αναλογίαν με τις επιθέσεις στον γαλλικό Μάη) και διακηρύχθηκε το «τέλος της μεταπολίτευσης», η οποία έχει ταυτιστεί με τους λαϊκούς αγώνες, την πτώση της χούντας και τις πάσης φύσεως κατακτήσεις.

Ο Ροζανβαλόν φτάνει στο σήμερα και στους σύγχρονους λαϊκισμούς και αποφαίνεται πως βιώνοντας μια δημοκρατική απομάγευση, αυτοί ισχυρίζονται ότι αποτελούν την απάντηση και ότι μπορούν να εφαρμόσουν μια πολιτική ισότητας στη βάση ενός πολιτικού βολονταρισμού, υπόσχεση που φυσικά ξεχνούν μόλις μετατραπούν από κίνημα σε εξουσία.

Μας προτρέπει ωστόσο να ακούσουμε τι έχουν να πουν οι λαϊκιστές, καθώς οι λαϊκισμοί «θάλλουν πάνω στο έδαφος τόσο των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων και των δυσλειτουργιών της υπαρκτής δημοκρατίας, όσο και της κοινωνικής αποδιοργάνωσης που συνδέεται με την ανάδυση πρωτόγνωρων μορφών καπιταλισμού».

Το βιβλίο αποτελεί μια θαυμάσια σκηνοθεσία της προσωπικής περιπέτειας του συγγραφέα σ’ ένα κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό σκηνικό φτιαγμένο από τις μεγάλες αντιφάσεις και συγκρούσεις της τελευταίας πεντηκονταετίας.

Η Γαλλία αποτελούσε πάντα ένα πειραματικό εργαστήρι των πολιτικών εξελίξεων, από τη Γαλλική Επανάσταση, την Κομμούνα και τον Μάη του ’68, αλλά και το ανεπούλωτο τραύμα του Βισί και της συνεργασίας με τους ναζί. Από τη μελέτη της πολιτικής ιστορίας της έχουμε πάντα να βγάλουμε διδάγματα, τόσο προς μίμηση όσο και προς αποφυγή. Το βιβλίο του Ροζανβαλόν μάς προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία.

efsyn.gr