Οργανωμένο έγκλημα και η συμβιωτική σχέση υποκόσμου και καλής κοινωνίας (Σοφία Βιδάλη και Ειρήνη Σταμούλη)

Posted on 01 Ιουνίου, 2021, 10:46 μμ
34 secs

Το οργανωμένο έγκλημα είναι περίεργο φαινόμενο. Η ίδια η ποινική του τυποποίηση στον Ποινικό Κώδικα ως «εγκληματική οργάνωση» αναγκαστικά συσκοτίζει πολλές πλευρές του ως κοινωνικού φαινομένου. Από την άλλη μεριά, από πολύ νωρίς θεωρήθηκε ως εισαγόμενο από τους μετανάστες φαινόμενο, ενώ πάγια συσκοτιζόταν η συμβολή των εγχώριων παρανόμων ομάδων στο έγκλημα. Γενικά κανείς δεν ήθελε να δεχθεί την ύπαρξή του. Έτσι ενώ στο διάσημο βιβλίο του Τheft of the nation (1969) ο Ντοναλντ Κρέσι ενώ περιγράφει για πρώτη φορά στην ιστορία τη δομή των μαφιόζικων οργανώσεων και διατυπώνει την άποψη περί εισαγωγής του οργανωμένου εγκλήματος στις Η.Π.Α. από τους Ιταλούς, δεν αναφέρθηκε στον ρόλο των ΗΠΑ για την ανάπτυξη της «αποικίας» οργανωμένου εγκλήματος στην Κούβα στις δεκαετίες ’30-’50. Το οργανωμένο έγκλημα ήταν πάντα μία μισή αλήθεια. Ερχόταν στην επιφάνεια όταν «βόλευε» για να συγκαλυφθεί το βαθύ κράτος ή οι σχέσεις οργανωμένου εγκλήματος και πολιτικής ή από μία αναποδιά. Η ίδια η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντυ έγινε υπό τη σκιά του οργανωμένου εγκλήματος και δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, ως τώρα, το εύρος της.

Χρόνια αργότερα, ο δικαστής Φαλκόνε θα σχολιάσει (1992): «…στην ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής [εννοεί στη δεκαετία του ’60 ως παιδί] ανέπνεα και μία κουλτούρα “θεσμική” που αρνείτο την ύπαρξη της μαφίας και απέρριπτε ότι αναφερόταν σε αυτήν…». Όπως γράφει ο καθηγητής Νικόλα Τρανφάλια για χρόνια το ιταλικό κοινοβούλιο απέρριπτε προτάσεις για τη σύσταση επιτροπών διερεύνησης του μαφιόζικου φαινομένου στην Ιταλία. Παρόλα αυτά, η σχέση μαφίας και πολιτικής αποδείχθηκε ποικιλοτρόπως μετά τη δολοφονία Φαλκόνε μέσα από ομολογίες μετανοησάντων, εκθέσεις αστυνομίας και του κοινοβουλίου και αποκαλύφθηκαν μαζί και οι τομείς τους οποίους ελέγχει η μαφία (από το λαθρεμπόριο τσιγάρων μέχρι τις κατασκευές και τον τουρισμό).

 

Η ελληνική περίπτωση

 

Στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ μαφία, δηλαδή μια κεντρική οργάνωση με ισχυρούς εξουσιαστικούς δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες, που να χειραγωγεί την παραγωγή και την κατανομή του πλούτου, να λειτουργεί παράλληλα με την οικονομία και το κράτος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα, αλλά μεταπολεμικά αποτέλεσε δευτερεύον ζήτημα. Το οργανωμένο έγκλημα ως φαινόμενο είναι ένα σύστημα σχέσεων, με σκοπό το οικονομικό όφελος και την εξουσία και με βάση το δίκαιο του ισχυρού. Εδώ αναπτύχθηκε σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας. Συγκροτήθηκε από συγγενείς ή φίλους, συντοπίτες συχνά και μάλλον χαλαρούς οργανωτικούς δεσμούς που ελέγχουν μέρος της (τοπικής) οικονομίας, λειτουργούν έξω -θεσμικά και ενίοτε φαίνεται να ελέγχουν τη διαδικασία νομοθέτησης, τις εφαρμογές του νόμου, δημόσιους διαγωνισμούς την οικονομία της νύκτας κατά περίπτωση. Οι επιδιώξεις τέτοιων δικτύων εξυπηρετούνταν πάντα μέσα από το κομματικό σύστημα και δεν χρειάστηκε διαχρονικά, ούτε οι οργανωμένες δομές, ούτε ένα κέντρο εξουσίας που να ασκεί άμεση βία και καταναγκασμό, καθώς όλα αυτά μπορούσαν να εξυπηρετηθούν μέσα από τις παραδοσιακές σχέσεις πολιτικής πελατείας. Έτσι, στην Ελλάδα δεν ξεκαθάρισε ποτέ η πολιτική πατρωνία από μορφές εξουσιαστικού καταναγκασμού και την καθαυτό παρανομία, ούτε μετεξελίχθηκε σε κάτι άλλο, μέχρι που ήρθε η οικονομία της αγοράς και δημιουργήθηκαν νέοι τομείς υπηρεσιών και οικονομίας που το κράτος άφησε χωρίς ρύθμιση.

Ωστόσο εκτός εξαιρέσεων, είναι πάγια η εκτός ελληνικής πραγματικότητας επίσημη πρόσληψη του οργανωμένου εγκλήματος. Στη χώρα που η διαφθορά είναι μάλλον συστημικό φαινόμενο, που το κομματικό σύστημα χρηματοδοτήθηκε επίσης συστηματικά από πολυεθνικές εταιρείες τύπου Siemens, που έρχονται συνεχώς στην επιφάνεια υποθέσεις κρατικού εταιρικού εγκλήματος και που η φοροδιαφυγή παράγεται από το ίδιο το κράτος (που είναι, δηλαδή, παρόντα όλα τα στοιχεία για την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος), ενώ τομείς των ΜΜΕ μετέχουν ευθέως ή εμμέσως στο πολιτικό παιχνίδι (πέρα από τα προφανή), σε αυτήν την χώρα, δεν υπάρχει ούτε μια επίσημη δημοσιοποιημένη ανάλυση για το οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα και την ανάπτυξή του στον κοινωνικό ιστό, τη σχέση του με την πολιτική, την οικονομία και τμήματα του κράτους.

 

Ως λύση σε πιεστικά ζητήματα επιβίωσης

 

Υπό αυτές τις συνθήκες το οργανωμένο έγκλημα ταυτίζεται αποκλειστικά σχεδόν με τους μετανάστες, με ομάδες αναρχικών, αγράμματων χωρικών, «νονούς της νύχτας» και εκβιαστές, με έναν φανταστικό -«ιδεατό» υπόκοσμο δηλαδή, που δεν περιλαμβάνει ποτέ τους «καθώς πρέπει απατεώνες». Έτσι είναι δυσδιάκριτο για τον πληθυσμό, πόσο μάλλον που έχουν οικειοποιηθεί τις πρακτικές του ακροδεξιές οργανώσεις, έχει πλαισιωθεί από αστραφτερούς αχυρανθρώπους, υποχείρια σκιωδών συμφερόντων, που ωστόσο, καθίστανται αναλώσιμα «εργαλεία» μιας ισχυρής κάστας συμφερόντων, συνήθως οικονομικών, που βρίσκονται στο απυρόβλητο, ενώ ισχυρές ομάδες παρανόμων όχι σπάνια «δίνουν» στην αστυνομία πρώην εντολοδόχους τους, επισημαίνει ο Τρανφάλια.

Υπό αυτές τις συνθήκες χρειάζεται αφενός να ξεπεραστεί η αποκλειστικά στενά ποινικο- δογματική θεώρηση του φαινομένου, να γίνουν κατανοητές οι κοινωνικές του προεκτάσεις και να γίνει σαφές ότι το οργανωμένο έγκλημα ως λύση σε πιεστικά ζητήματα επιβίωσης ή επιδίωξης ή διατήρησης ενός κοινωνικού στάτους, σήμερα, εξακολουθεί να αποτελεί μία πιθανή ή αναγκαστική επιλογή για πολλούς ανθρώπους, καθώς εδώ και δεκαπέντε χρόνια περίπου ζούμε σε μια κατάσταση ραγδαίων και συνεχών αλλαγών.

 

Ενώπιον του προβλήματος

 

Κατά συνέπεια, δεν είναι το δόγμα της ασφάλειας που πρέπει να προταχθεί, αλλά η επιδίωξη της ηρεμίας του πληθυσμού. Η αριστερά και ο προοδευτικός κόσμος γενικότερα, πρέπει να υπερβούν την ατζέντα του «αντιπάλου» και να επενδύσουν στην ειρήνη και όχι στον πόλεμο –που καλλιεργείται μέσα από το δόγμα της ασφάλειας. Για να γίνει αυτό, πρέπει το να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική λειτουργία του οργανωμένου εγκλήματος. Από τη μία, η περιστολή της προσφοράς υπηρεσιών του μπορεί να γίνει μέσα από αποτελεσματικά κοινωνικά μέτρα πρόληψης (π.χ. μείωση της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας), την ανάπτυξη ενός συστήματος αστυνομίας και απονομής δικαιοσύνης, που να μπορεί να αποδώσει ουσιαστικά. Από την άλλη, η ζήτηση για τις υπηρεσίες του οργανωμένου εγκλήματος, αναπτύσσεται εκεί που το κράτος υποχωρεί υποστηρίζει ο Φεντερίκο Βαρέζε. Η αποδυνάμωση του κρατικού μονοπωλίου της βίας και η ιδιωτικοποίηση της δημοσίας ασφάλειας, η απόσυρση του κράτους από τον έλεγχο της οικονομίας και της διοίκησης επιτείνουν την παρουσία του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς αφήνει πεδία υπό τον έλεγχο των κάθε φορά ισχυρών (π.χ. καρτέλ, παράνομες αγορές λιανικής κλπ), ανεξάρτητα αν ο νόμος θεωρεί ποινικό ή αστικό αδίκημα, πολλές τέτοιες περιπτώσεις ή δέχεται για αυτές τον όρο εγκληματικές οργανώσεις.

Κατόπιν τούτων, σήμερα πια ενώπιον μας έχει ήδη δημιουργηθεί ένα πρόβλημα που δεν γίνεται ούτε να κάνουμε πως δεν υπάρχει, ούτε να το αντιμετωπίσουμε με συνταγές της δεκαετίας του ’50 για τις μικροσυμμορίες.

 

Tranfaglia N., 2001, Mafia politica e affair, 1943-2000. Roma- Bari: Laterza.

Varese, F., 2011, Mafie in movimento. Come il crimine organizzato conquista nuovi territori. Torino: Einaudi.

Σοφία ΒιδάληΗ Σοφία Βιδάλη είναι καθηγήτρια εγκληματολογίας και αντεγκληματικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ο όρος οργανωμένο έγκλημα στη μέση κοινωνική αντίληψη παραπέμπει συνήθως στο λεγόμενο «υπόκοσμο», σε ομάδες αλλοδαπών που ελέγχουν παράνομες αγορές αλλά και σε στερεότυπα τύπου «μαφίας» που έχει καλλιεργήσει το Χόλιγουντ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η τάση αυτή αντανακλάται στο δημόσιο λόγο ειδικά κατά τη δεκαετία του ’90. Τότε αρχίζει να αναγνωρίζεται και να καταγράφεται το οργανωμένο έγκλημα ως πρόβλημα και κυρίως να προσλαμβάνεται ως κατεξοχήν έγκλημα των αλλοδαπών. Στην προώθηση αυτής της αντίληψης συνέβαλε και η τάση να μην ταυτοποιούνται ως υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος λοιπές μορφές οικονομικών εγκλημάτων καθώς και σκάνδαλα σχετιζόμενα με το δημόσιο τομέα και με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα της ελληνικής επιχειρηματικής ελίτ. Η τάση αυτή αντανακλάται  και στην αντιμετώπιση του φαινομένου, που  εστιάζει αυστηρά στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των εγκληματικών οργανώσεων.

Η σχέση που έχει το οργανωμένο έγκλημα με την ίδια την κοινωνία δεν πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και κατά τη διαμόρφωση της  επίσημης κοινωνικής αντίδρασης. Ήδη από τη δεκαετία του ’70 ο Γουίλιαμ Τσάμπλις ανέδειξε τη σημασία και τη λειτουργία της κοινωνικής δικτύωσης1 και κατέληξε ότι οργανωμένο έγκλημα συνίσταται σε επιχειρήσεις παροχής παράνομων προϊόντων και υπηρεσιών που δρουν κάτω από ένα πέπλο προστασίας εκ των άνω. Πρόκειται για δίκτυα «χαλαρών» σχέσεων, χωρίς ιεραρχική δομή στα οποία συμμετέχουν επιχειρηματίες, πολιτικοί, εκπρόσωποι των διωκτικών αρχών και μέλη εγκληματικών οργανώσεων  και οι οποίοι τελούν σε μία συμβιωτική και αμοιβαία επωφελή σχέση.

Υποθέσεις οικονομικών εγκλημάτων που βλέπουν συχνά το φως της δημοσιότητας στην Ελλάδα, μας επιτρέπουν να κάνουμε αντίστοιχους συσχετισμούς.  με τα ευρήματα του Τσάμπλις. Σε επιστημονική έρευνα (που περιελάμβανε τη διεξαγωγή συνεντεύξεων με φορείς του ποινικο-κατασταλτικού συστήματος) επιβεβαιώθηκε η θεώρηση ότι το οργανωμένο έγκλημα αποτελεί μια παράλληλη κοινωνία, στην οποία «συμβιώνουν» διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.2 Πρόκειται για μια σύνθεση «υποκόσμου» και «καλής κοινωνίας», (under- world και upper –world). Η συμμετοχή ατόμων από όλο το φάσμα των κοινωνικών στρωμάτων φαίνεται να είναι συστατική για την ίδια  λειτουργία των εγκληματικών οργανώσεων. Άτομα που προέρχονται από ανώτερα οικονομικο- κοινωνικά στρώματα καταλαμβάνουν και το αντίστοιχο «υψηλό» επίπεδο στην εγκληματική οργάνωση, ο δε ρόλος τους είναι καθοριστικός για την επανατοποθέτηση των παράνομων εσόδων στη νόμιμη οικονομία. Από την άλλη, οι κατώτερες βαθμίδες των εγκληματικών οργανώσεων στελεχώνονται από άτομα που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, «κοινωνικά περιθωριοποιημένα» που βλέπουν στο έγκλημα μία αναγκαστική λύση επιβίωσης, ένα «μεροκάματο». Το είδος της εγκληματικής δραστηριότητας καθορίζει τις ανάγκες σε προσωπικό και τα απαιτούμενα προσόντα: από ανειδίκευτους εργάτες μέχρι εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, από άτομα «αμόρφωτα» για να ασκούν βία μέχρι «επιχειρηματίες και πλοιοκτήτες».

Επίσης, η έρευνα ανέδειξε τις σχέσεις στήριξης του οργανωμένου εγκλήματος με άτομα από το πεδίο της κρατικής εξουσίας. Χαρακτηριστική είναι η παραδοχή ενός ερωτώμενου ότι υπάρχουν «υψηλές γνωριμίες ακόμα και με πολιτικά πρόσωπα….χρηματοδοτούν πολιτικά κόμματα και μπορεί να αγοράσουν και εφημερίδες, περιοδικά». Οι σχέσεις αυτές εξηγούν γιατί οι «υψηλές βαθμίδες» των εγκληματικών οργανώσεων συνιστούν και την κοινωνική εκείνη ομάδα που εμπλέκεται πιο σπάνια  με τους μηχανισμούς της ποινικής δικαιοσύνη, Το παραπάνω εύρημα επιβεβαιώνεται και από την αρχική επιλογή του έλληνα νομοθέτη να μη συμπεριλάβει τα  εγκλήματα διαφθοράς σε εκείνα που διαπράττονται στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης. Μία επιλογή που συνέβαλε στη δυσκολία εντοπισμού και τεκμηρίωσης των σχέσεων συγκάλυψης. Ας ελπίσουμε η διόρθωση αυτής της παράλειψης με το νέο ποινικό κώδικα να σηματοδοτεί και μια αλλαγή στον τρόπο πρόσληψης και αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος από  τον επίσημο  κοινωνικό έλεγχο.

 

Σημειώσεις

1. Chambliss, W., (1978), On the Take: From petty crooks to presidents, Μπλούμινγκτον: Indiana University Press

2. Σταμούλη, Ε., (2015) Πολιτικές ασφάλειας στην Ελλάδα σε σχέση με το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία και οι συνέπειές τους στην αντεγκληματική πολιτική, Διδακτορική Διατριβή, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση  https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/36625

Ειρήνη ΣταμούληΗ Ειρήνη Σταμούλη είναι δρ Εγκληματολογίας, διδάσκουσα στο τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής ΔΠΘ.
Η ΕΠΟΧΗ
...