Ο νεοφιλελευθερισμός ως ιδεολόγημα κατέρρευσε εδώ και καιρό. Ποιος σοβαρός άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί σήμερα, 13 χρόνια μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ότι οι «αγορές έχουν την ικανότητα να αυτορυθμίζονται»; Τα κράτη διαχειρίστηκαν την κρίση με άμεσες παρεμβάσεις διάσωσης του τραπεζικού συστήματος και αναθεώρησης προς το αυστηρότερο των μηχανισμών εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι κεντρικές τράπεζες επιδόθηκαν σε έναν πρωτοφανή χρηματοπιστωτικό πειραματισμό πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων ευρώ και γεν που ονόμασαν «ποσοτική χαλάρωση».[1] Η παγκόσμια οικονομία ουδέποτε απελευθερώθηκε από τη νέα της «εξάρτηση», δηλαδή από τις τονωτικές επιδράσεις της ποσοτικής χαλάρωσης, χωρίς τις οποίες η διαιωνιζόμενη ύφεση θα ήταν αναπόφευκτη.

Ο υφεσιακός καπιταλισμός της περασμένης δεκαετίας απογύμνωσε το νεοφιλελεύθερο αφήγημα με διττό τρόπο: Ούτε οι αγορές μπορούν να αυτορυθμίζονται, ούτε όμως η υποτιθέμενη νεοφιλελεύθερη «ευαισθησία» σε θέματα δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών αποτελεί αυτονόητα μέρος του σκληρού πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού. Οι ίδιες «ελίτ» που διαφήμιζαν την «ικανότητα αυτορρύθμισης των αγορών» δεν δίστασαν να στηρίξουν τις πτωχευμένες τράπεζες με δημόσιο χρήμα ή ακόμη και να τις εθνικοποιήσουν. Οι ίδιες ελίτ που ταύτιζαν τις ατομικές και δημοκρατικές ελευθερίες με την ιερή ασυδοσία των αγορών δεν δίστασαν διόλου να συρρικνώσουν τις πρώτες για να υπερασπιστούν τη δεύτερη.

Στην παρούσα συγκυρία, αντίθετα, η στροφή στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ δεν έχει καμιά πιθανότητα να διεθνοποιηθεί. Η Ε.Ε. χαλάρωσε βέβαια τα κριτήρια του Μάαστριχτ, αμοιβαιοποίησε ένα μικρό μέρος του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη και διαμόρφωσε κάποια πακέτα χρηματοδότησης για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης. Ωστόσο, αυτή η παρέκκλιση από την «ορθοδοξία» αποτελεί ρητά μια βραχύβια παρένθεση. Μόλις η οικονομία επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, η Γερμανία και οι δορυφόροι της θα ασκήσουν όλη τους τη δύναμη για την επιστροφή στο δόγμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της «εσωτερικής υποτίμησης».

Σε αντίθεση με το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, το κεϊνσιανό βασίζεται όμως στην διεθνοποίησή του. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η μονομερής κεϊνσιανή πολιτική τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης έχει μειωμένη αποτελεσματικότητα: Όσο περισσότερο επωφελούνται οι εμπορικοί εταίροι, τόσο λιγότερο επωφελείται το κράτος στο οποίο εφαρμόζεται αυτή η πολιτική.

Ο υφεσιακός καπιταλισμός της δεκαετίας του 2010, της πανδημίας και των οικονομικών της επιπτώσεων δεν προκύπτει από μια δυσκολία παραγωγής κέρδους, αλλά από ένα πρόβλημα πραγματοποίησης της αξίας, δηλαδή από μια ελλειμματική ενεργό ζήτηση. Το ποσοστό κέρδους δεν ανέκαμψε λόγω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά λόγω της μείωσης του κόστους της εργατικής δύναμης. Η κρίση κερδοφορίας της δεκαετίας του 1970 που προκαλούσε πληθωρισμό μετατράπηκε σε κρίση πραγματοποίησης της αξίας με αποπληθωριστικό υπόβαθρο.

Ωστόσο, όχι μόνο μια κρίση κερδοφορίας είναι δυνατό να μετατρέπει σε μια κρίση πραγματοποίησης, αλλά και μια κρίση πραγματοποίησης εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε μια κρίση κερδοφορίας.

Η πανδημική κρίση όχι μόνο ακύρωσε κάθε σκέψη για σταδιακή μείωση της ποσοτικής χαλάρωσης αλλά οδήγησε σε νέο κύμα ποσοτικής χαλάρωσης που προμηνύεται κατά πολύ ισχυρότερο από το προηγούμενο, παρά το γεγονός ότι και οι κεντρικές τράπεζες και οι διεθνείς οργανισμοί (όπως το ΔΝΤ) αναγνωρίζουν τις παρενέργειές του.

Τη δεκαετία του 2010, η ποσοτική χαλάρωση επέτρεψε στα κράτη να δανείζονται με χαμηλά έως και αρνητικά πραγματικά επιτόκια, διευκολύνοντας έτσι τη δημοσιονομική παρέμβαση στην οικονομία. Ωστόσο, η επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα της ποσοτικής χαλάρωσης ήταν απογοητευτική. Ο ρυθμός αύξησης της επένδυση παγίου κεφαλαίου και της παραγωγικότητας της εργασίας ποτέ δεν ήταν τόσο χαμηλός για τόσα πολλά συναπτά έτη και σε τόσο ευρεία γεωγραφική κλίμακα ταυτόχρονα.[2] Σε αυτές τις συνθήκες, η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να κατευνάσει την κοινωνική δυσφορία που συσσωρεύεται εδώ και μισό αιώνα. Παράλληλα όμως, η ποσοτική χαλάρωση, μεταξύ πολλών άλλων παρενεργειών, φούσκωσε πλασματικά τις χρηματιστηριακές αξίες, πολλαπλασιάζοντας έτσι τους κινδύνους νέων χρηματοπιστωτικών κρίσεων με απρόβλεπτες επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία.

Ο υφεσιακός καπιταλισμός της περασμένης δεκαετίας απογύμνωσε το νεοφιλελεύθερο αφήγημα με διττό τρόπο: Ούτε οι αγορές μπορούν να αυτορυθμίζονται, ούτε όμως η υποτιθέμενη νεοφιλελεύθερη «ευαισθησία» σε θέματα δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών αποτελεί αυτονόητα μέρος του σκληρού πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού. Οι ίδιες «ελίτ» που διαφήμιζαν την «ικανότητα αυτορρύθμισης των αγορών» δεν δίστασαν να στηρίξουν τις πτωχευμένες τράπεζες με δημόσιο χρήμα ή ακόμη και να τις εθνικοποιήσουν. Οι ίδιες ελίτ που ταύτιζαν τις ατομικές και δημοκρατικές ελευθερίες με την ιερή ασυδοσία των αγορών δεν δίστασαν διόλου να συρρικνώσουν τις πρώτες για να υπερασπιστούν τη δεύτερη.

Από τη δεκαετία του 1980, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ευνόησε την εκτελεστική εξουσία εις βάρος της κοινοβουλευτικής, ενώ στην Ευρώπη η μεταβίβαση εξουσιών από το κράτος στους ευρωπαϊκούς θεσμούς πήρε την μορφή μεταβίβασης εξουσιών από τον κοινοβουλευτισμό στη γραφειοκρατική ειδημοσύνη. Τώρα, όμως, σε συνθήκες μιας κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η περικοπή του «δημοκρατικού κεκτημένου» εκδηλώνεται στην Ευρώπη με πιο απροκάλυπτο και άμεσο τρόπο: με τη μορφή μιας (συχνά έκνομης με κάθε έννοια) αστυνομικής καταστολής στο όνομα μιας κατάστασης εξαίρεσης που διαιωνίζεται.

Στις ΗΠΑ του Τραμπ, η αστυνομική αυθαιρεσία είχε πάρει ακόμη μεγαλύτερες διατάσεις, προκαλώντας όμως και αντιστάσεις αρκετά ισχυρές και μακροχρόνιες, με αποτέλεσμα η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής να ελέγχεται όλο και λιγότερο.

 

Ένα νέο υπόδειγμα;

 

Πήραν οι ελίτ των ΗΠΑ το μάθημά τους από την αποτυχία του Τραμπ; Καταρρέει ο νεοφιλελευθερισμός και στον σκληρό του πυρήνα ως ακραία ταξική μονομέρεια υπέρ του κεφαλαίου; Αποτελεί η οικονομική πολιτική του Μπάιντεν ένα νέο υπόδειγμα εποχής;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική πολιτική Μπάιντεν θυμίζει, ως προς τη σημειολογία αλλά και την ουσία της, άλλες εποχές: Αίφνης, το κράτος παρουσιάζεται σαν η ατμομηχανή της τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης και σαν εγγυητής της κοινωνικής ειρήνης˙ η φοροαπαλλαγή του κεφαλαίου δεν αποτελεί πλέον αυτονόητη προϋπόθεση της επενδυτικής δραστηριότητας˙ η ανάγκη «συνδικαλισμένων» θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα αναγνωρίζεται.

Τον περασμένο Μάρτιο εγκρίθηκε από το Κογκρέσο το πρώτο πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας, ύψους 1,9 τρισεκατομμύριο ευρώ (περίπου 8,5% του ΑΕΠ του 2020). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, μεταξύ άλλων προβλεπόμενων δημοσιονομικών δαπανών που ενισχύουν τη ζήτηση, οι εργαζόμενοι με εισόδημα κάτω από 75.000 δολάρια λαμβάνουν «δώρο» 1.400 δολάρια. Οι οικογένειες με εισόδημα κάτω από 150.000 δολάρια λαμβάνουν 1.400 δολάρια για κάθε μέλος τους.  Οι άνεργοι ενισχύονται με 300 δολάρια σε μηνιαία βάση.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν επεξεργάστηκε άλλα δύο προγράμματα: το πρόγραμμα δημιουργίας θέσεων εργασίας, ύψους 2 τρισεκατομμυρίων, διαμέσου επενδύσεων στις υποδομές και το πρόγραμμα «αμερικανικών οικογενειών» ύψους 1 τρισεκατομμυρίου. Το πρόγραμμα δημιουργίας θέσεων εργασίας προβλέπει, μεταξύ άλλων, την ανακατασκευή 20.000 μιλίων δρόμων και 10 κομβικών γεφυρών, τον ενεργειακό αναπροσανατολισμό της χώρας με σκοπό τη μείωση των ρύπων και τη βελτίωση του διαδικτύου. Τα έργα προβλέπεται να ολοκληρωθούν σε διάστημα 8 ετών και να χρηματοδοτηθούν σε βάθος δεκαπενταετίας μέσω φορολογίας που θα επιβαρύνει τις επιχειρήσεις, κυρίως τις πολυεθνικές εταιρείες.

Το πρόγραμμα «αμερικανικών οικογενειών» προβλέπει μεταξύ άλλων μείωση των ποσοστών φτώχειας των παιδιών κατά 45%, δωρεάν προδημοτική εκπαίδευση για παιδιά 3 και 4 ετών και δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση για τα πρώτα δύο χρόνια.

Βέβαια, η υλοποίηση των δύο τελευταίων προγραμμάτων προϋποθέτει την έγκρισή τους από το Κογκρέσο. Η πρόθεση της νέας οικονομικής πολιτικής είναι, ωστόσο, σαφής και δεδηλωμένη: μείωση των κοινωνικών και φυλετικών ανισοτήτων, μείωση της ανεργίας με τη δημιουργία συνδικαλισμένων θέσεων εργασίας και τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας διαμέσου της αύξησης της ενεργούς ζήτησης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η νέα οικονομική πολιτική αποτελεί μια σημαντική ρωγμή στο τείχος της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, μια ρωγμή τέτοιων διαστάσεων που δικαιολογεί το ερώτημα: Βρισκόμαστε μπροστά στις πρώτες ενδείξεις υπέρβασης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος; Μια νέα, κεϊνσιανή εποχή βρίσκεται προ των πυλών;

Μια καταφατική απάντηση θα ήταν υπεραισιόδοξη για πολλούς λόγους. Η κεϊνσιανή μεταπολεμική περίοδος βασίστηκε σε μια σημαντική ετήσια άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας που επέτρεπε την αύξηση του πραγματικού μισθού σε συνθήκες υψηλής κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η ταχεία πρόοδος της παραγωγικότητας του φορντιστικής-τεϊλοριστικής οργάνωσης της εργασίας τελείωσε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Από τότε, η παραγωγικότητα αυξάνεται με αργό ρυθμό, αν και ταχύτερο από τον πραγματικό μισθό. Μετά την κρίση του 2008 η παραγωγικότητα είναι σχεδόν στάσιμη στον ανεπτυγμένο κόσμο, ενώ γνώρισε και σημαντική μείωση του ποσοστού αύξησής της σε αναδυόμενες βιομηχανικές δυνάμεις όπως η Κίνα. Περιττό να υπενθυμίσουμε ότι η νεοφιλελεύθερη σκέψη ανασύρθηκε από την αφάνεια και την περιφρόνηση όταν η κερδοφορία του κεφαλαίου δεν ήταν πλέον συμβατή με την πλήρη απασχόληση και την αύξηση του πραγματικού μισθού. Ο νεοφιλελευθερισμός υπήρξε η οικονομική πολιτική που ανέλαβε την ανάκαμψη του ποσοστού του κέρδους εις βάρος της εργασίας, αφού το ψηλό ποσοστό κέρδους ήταν πλέον ασυμβίβαστο με το κοινωνικό κεκτημένο της κεϊνσιανής περιόδου.

Οι γεωπολιτικοί και ταξικοί συσχετισμοί δυνάμεων των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων καθιστούσαν τον κεϊνσιανισμό σχεδόν υποχρεωτικό για τις άρχουσες τάξεις. Το σχέδιο Μάρσαλ, προκειμένου να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε όσο το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα, ήθελε να εξασφαλίσει την κοινωνική συνοχή, συχνά παρακάμπτοντας τις αναξιόπιστες ή διεφθαρμένες εθνικές ελίτ, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας.

Στην παρούσα συγκυρία, αντίθετα, η στροφή στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ δεν έχει καμιά πιθανότητα να διεθνοποιηθεί. Η Ε.Ε. χαλάρωσε βέβαια τα κριτήρια του Μάαστριχτ, αμοιβαιοποίησε ένα μικρό μέρος του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη και διαμόρφωσε κάποια πακέτα χρηματοδότησης για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης. Ωστόσο, αυτή η παρέκκλιση από την «ορθοδοξία» αποτελεί ρητά μια βραχύβια παρένθεση. Μόλις η οικονομία επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, η Γερμανία και οι δορυφόροι της θα ασκήσουν όλη τους τη δύναμη για την επιστροφή στο δόγμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της «εσωτερικής υποτίμησης».

Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε -και της Ευρωζώνης ειδικότερα- εντάσσονται με διαφορετικό τρόπο στην παγκοσμιοποίηση. Η Γερμανία ιδιαίτερα υιοθέτησε ένα εξαγωγικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που υποβαθμίζει τη σημασία της εσωτερικής ζήτησης. Δεν έχει καμία πρόθεση να το αλλάξει, ούτε και να «μοιραστεί» την τύχη της με άλλα κράτη της Ευρωζώνης που τα κατάφεραν λιγότερο καλά στο διεθνή ανταγωνισμό. Καμιά επίκληση της ανάγκης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και κανένας κίνδυνος φυγόκεντρων δυναμικών δεν θα πείσουν την Γερμανία με δημόσιο χρέος 75% του ΑΕΠ να συνδεθεί πιο στενά με μια χώρα σαν την Ιταλία με δημόσιο χρέος 175%. Άλλωστε, αυτός είναι ο λόγος που η «ομοσπονδοποίηση» της Ευρώπης δεν αντιπροσωπεύεται πλέον στο κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα. Κάποιες εθνικές άρχουσες τάξεις της Ευρώπης δεν επιθυμούν αυτή τη μορφή ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Κάποιες άλλες δεν πιστεύουν ότι είναι εφικτός στόχος με ευνοϊκούς όρους για τις ίδιες.  Η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη είναι οριστικά εγκλωβισμένες στη λογική της δημοσιονομικής λιτότητας και της απαξίωσης του Δημοσίου ως κινητήριας δύναμης της οικονομικής ανάπτυξης.

Σε αντίθεση με το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, το κεϊνσιανό βασίζεται όμως στην διεθνοποίησή του. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η μονομερής κεϊνσιανή πολιτική τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης έχει μειωμένη αποτελεσματικότητα: Όσο περισσότερο επωφελούνται οι εμπορικοί εταίροι, τόσο λιγότερο επωφελείται το κράτος στο οποίο εφαρμόζεται αυτή η πολιτική.

Βέβαια, οι ΗΠΑ έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλα ιμπεριαλιστικά κράτη, ένα πλεονέκτημα μείζονος σημασίας: το ηγεμονικό νόμισμα, δηλαδή αυτό που είναι ταυτόχρονα εθνικό και παγκόσμιο (το δολάριο είναι το κατεξοχήν νόμισμα των διεθνών συναλλαγών). Τα περιθώρια ελιγμών των ΗΠΑ είναι πιο μεγάλα: Αντέχουν ένα δημόσιο χρέος και, ταυτόχρονα, ένα έλλειμμα στο εξωτερικό εμπόριο κατά πολύ μεγαλύτερα από άλλα ιμπεριαλιστικά κράτη. Το δημόσιο χρέος τους, που σε πολύ μεγάλο βαθμό χρηματοδοτείται από το εξωτερικό, είναι εξ ορισμού ΑΑΑ, ότι κι αν λένε οι οίκοι αξιολόγησης.

 

Από τον Ομπάμα στον Τραμπ, κι από εκεί στον Μπάιντεν

 

Η στροφή στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ βασίζεται σε μια ορθή διάγνωση, που έχει να κάνει τόσο με την εσωτερική πολιτική σκηνή όσο και με τη φύση της οικονομικής κρίσης. Το φαινόμενο Τραμπ δεν είναι ένα τυχαίο περιστατικό. Σχετίζεται με την κοινωνική ματαίωση που συσσωρεύτηκε επί δεκαετίες και βρήκε ανορθολογική διέξοδο στο ακροδεξιό δημαγωγικό παραλήρημα ενός ημίτρελου. Η άρχουσα τάξη μιας υπερδύναμης, επιφορτισμένης με τη διαχείριση και επιτήρηση της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα, οφείλει να στηρίξει την πολιτική της ηγεμονία σε πιο στέρεες βάσης. Ο κοινωνικός συμβιβασμός που επιχειρεί τώρα ο Μπάιντεν στοχεύει στην ανάκτηση μέρους των εργαζόμενων τάξεων σε ένα πλαίσιο πιο συμβατικών μορφών πολιτικής δράσης.

Ο υφεσιακός καπιταλισμός της δεκαετίας του 2010, της πανδημίας και των οικονομικών της επιπτώσεων δεν προκύπτει από μια δυσκολία παραγωγής κέρδους, αλλά από ένα πρόβλημα πραγματοποίησης της αξίας, δηλαδή από μια ελλειμματική ενεργό ζήτηση. Το ποσοστό κέρδους δεν ανέκαμψε λόγω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά λόγω της μείωσης του κόστους της εργατικής δύναμης. Η κρίση κερδοφορίας της δεκαετίας του 1970 που προκαλούσε πληθωρισμό μετατράπηκε σε κρίση πραγματοποίησης της αξίας με αποπληθωριστικό υπόβαθρο. Ακόμη και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών παραδέχεται πλέον την νεοφιλελεύθερη ανατροπή των κοινωνικών συσχετισμών δυνάμεων εις βάρος της εργασίας. Ωστόσο, όχι μόνο μια κρίση κερδοφορίας είναι δυνατό να μετατρέπει σε μια κρίση πραγματοποίησης, αλλά και μια κρίση πραγματοποίησης εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε μια κρίση κερδοφορίας.

Συνεπώς, το έργο της νέας κυβέρνησης των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ δεν είναι εύκολο. Ο Μπάιντεν πρέπει να αποκαταστήσει τη σοβαρότητα της άρχουσας τάξης στο εσωτερικό και στις διεθνείς σχέσεις χωρίς όμως να αλλάξει τους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις σε βαθμό που να απειληθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου. Οι ισορροπίες είναι λεπτές και οι εξελίξεις απρόβλεπτες…

[1] Βλέπε, Τομπάζος Σταύρος, Πλασματικό κεφάλαιο και ποσοτική χαλάρωσηhttps://commune.org.gr/plasmatiko-kefalaio-kai-posotiki-chalarosi/

[2] Βλέπε Τομπάζος Σταύρος, Η κρίση του νεοφιλελεύθερου σχήματος αναπαραγωγής και η νέα καπιταλιστική «κανονικότητα»https://commune.org.gr/category/fakeloi/martios-2021-opseis-tis-diarthrotikis-krisis-tou-kapitalismou/

commune.org.gr