Το νομοσχέδιο για την αναμόρφωση του Οικογενειακού Δικαίου εισάγεται στον δημόσιο διάλογο από μια δεξιά και συντηρητική κυβέρνηση, η οποία από τις πρώτες μέρες της θητείας της έσπευσε να υποβαθμίσει τη Γενική Γραμματεία Ισότητας και, επιπλέον, αποδεικνύει διαρκώς ότι κυβερνά προκλητικά συναλλασσόμενη με λόμπι και ομάδες συμφερόντων.

Έτσι μια υπαρκτή κοινωνική ανάγκη, η αναθεώρηση του νομικού πλαισίου του 1983 ώστε να συντονιστεί με τη σημερινή πραγματικότητα, εμφανίζεται ως ένα ακόμη προϊόν συναλλαγής, εν προκειμένω με τους ποικίλους συλλόγους «ενεργών μπαμπάδων».

Στον αντίποδα, ωστόσο, η κοινωνία μοιάζει πιο έτοιμη από ποτέ στο παρελθόν να δεχτεί αλλαγές και δείχνει πιο ανοιχτή και ανεκτική σε θέματα που πριν από λίγα χρόνια αποτελούσαν ταμπού.

, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΙΑ ΟΞΕΙΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΛΟΓΟ, INDEPENDENTNEWS

Εφη Γιαννοπούλου

Η νέα δυναμική του φεμινιστικού κινήματος, το ενεργό ΛΟΑΤΚΙ κίνημα, οι νομοθετικές παρεμβάσεις της προηγούμενης κυβέρνησης, αλλά και το διεθνές κλίμα σε πολιτικό αλλά και πολιτισμικό επίπεδο δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο διαλόγου για ζητήματα που αφορούν το φύλο, την ισότητα, την ορατότητα και τη θεσμική κατοχύρωση διαφορετικών ταυτοτήτων φύλου και σεξουαλικών προσανατολισμών, αλλά και νέους τρόπους συμβίωσης και οικογενειακής ζωής, νέα πρότυπα γονεϊκότητας κ.ά.

Προφανώς και δεν έπαψε η ελληνική κοινωνία να είναι πατριαρχική και σεξιστική, όμως ο δημόσιος διάλογος για τα σχετικά ζητήματα, ακόμη και μέσα από τα πιο mainstream κανάλια, κινείται περισσότερο προς την ανεκτικότητα και τη συμπερίληψη. Η πρόσφατη διαχείριση από τα media του ελληνικού #metoo, οι νέες τάσεις στη διαφήμιση ή σε προϊόντα της μαζικής κουλτούρας (τηλεοπτικές σειρές, βιντεοπαιχνίδια κ.ά.), η προβολή ακόμη και σε συμβατικά μέσα νέων εναλλακτικών μορφών θηλυκότητας, αρρενωπότητας ή γονεϊκότητας αποτελούν τεκμήρια αυτής της αλλαγής.

Η αποτυχία του νομοσχεδίου Τσιάρα είναι φανερή αν αναλογιστεί κανείς αυτό το πλαίσιο.  Όχι μόνο δεν κατάφερε να δημιουργήσει τις αναγκαίες συναινέσεις, ούτε καν εντός του κυβερνώντος κόμματος, αλλά προκάλεσε και μια οξεία δημόσια αντιπαράθεση που εγκλωβίζεται στο παρελθόν αντί να κοιτάζει προς το μέλλον.

Η μεταφορά του δημόσιου διαλόγου στα κοινωνικά δίκτυα διαμορφώνει ένα echo chamber της αίθουσας δικαστηρίου για υποθέσεις διαζυγίων. Από τη μια ο ακραία σεξιστικός, εκδικητικός και πατριαρχικός λόγος των «ενεργών μπαμπάδων»· από την άλλη μια υπερβολικά αμυντική επιχειρηματολογία από την πλευρά των φεμινιστικών οργανώσεων, που εστιάζει κατά κύριο λόγο στα υπαρκτά, προφανώς, φαινόμενα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας αντιτασσόμενη σε κάθε αναμόρφωση του νομικού πλαισίου.

Ένα νομοσχέδιο ωστόσο για το Οικογενειακό Δίκαιο δεν αφορά τόσο ούτε το πεδίο εκείνο όπου η συναίνεση μεταξύ των γονιών επιλύει τα προβλήματα χωρίς την ανάγκη της δικαστικής παρέμβασης ούτε εκείνο της κακοποίησης, που προφανώς απαιτεί άλλες ασφαλιστικές δικλίδες ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία των θυμάτων, μητέρων και παιδιών. Πολύ περισσότερο, ένα τέτοιο νομοσχέδιο αφορά και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε συμπεριφορές, τρόπους ζωής, πρότυπα ρόλων, σχέσεις ανθρώπων εντός και εκτός της δικαστικής αίθουσας.

Ο ορίζοντας μιας φεμινιστικής και αριστερής προοπτικής δεν μπορεί να είναι η συντήρηση ενός προοδευτικού για την εποχή του νομικού πλαισίου, αλλά ο συντονισμός του με τις σημερινές ανάγκες της κοινωνίας. Συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές την αναγνώριση και τη νομική κατοχύρωση της ομογονεϊκότητας, την αύξηση της κοινωνικής και ψυχολογικής υποστήριξης των οικογενειών εντός ή εκτός γάμου, τη δημιουργία οικογενειακών δικαστηρίων, αλλά προφανώς και την πρόκριση της συνεπιμέλειας ως πρώτης επιλογής στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που να την αποκλείουν.

Επιδιώκοντας έτσι όχι μόνο να αναγνωρίσει υπάρχουσες κοινωνικές πραγματικότητες, αλλά και να εκπαιδεύσει (όπως έκανε και το νομοσχέδιο του 1983) άντρες και γυναίκες, ομόφυλα και ετερόφυλα ζευγάρια σε νέες, καλύτερες μορφές συνύπαρξης και ανατροφής των παιδιών τους, με όρους ισότητας και αμφισβήτησης των πατριαρχικών και ετεροκανονικών στερεοτύπων.

* Η  Έφη Γιαννοπούλου είναι δημοτική σύμβουλος στην Αθήνα με την «Ανοιχτή Πόλη» και μέλος του Τμήματος Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. 

Η ΑΥΓΗ