Ντίνα Βαΐου* – Συνέντευξη: Ποιος φοβάται το δημόσιο χώρο;

Posted on 31 Μαΐου, 2020, 2:39 μμ
1 sec

Συνέντευξη με την ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ, Ντίνα Βαΐου για τα πολλά και πολύ σημαντικά που διακυβεύονται όταν στερούμε και στερούμαστε τον ελεύθερα κοινόχρηστο χώρο

Με τη σκυτάλη στο χέρι από το δισέλιδο της Εποχής την προηγούμενη Κυριακή, για το δημόσιο χώρο και τις νομοθετικές ρυθμίσεις που τον βάλλουν, για άλλη μια φορά ασύδοτα, με την εύλογη δικαιολογία της προστασίας εργασιακών θέσεων και δικαιωμάτων, που τελικά όμως φαίνεται να μην υπηρετείται, ούτε εν προκειμένω ούτε εν συνόλω. Προβληματισμένη, και από μια σειρά άλλες βάναυσες καταχρήσεις και επιθέσεις σε τοπικό και ευρύτερο επίπεδο, απευθύνθηκα στην ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ (Τομέας Πολεοδομίας και Χωροταξίας), Ντίνα Βαΐου για μια συζήτηση που μας πάει πίσω στους ορισμούς, στα όρια, στις πρωταρχικές αξίες, επιχειρώντας να ψηλαφήσουμε το ερώτημα γιατί ο νεοφιλελευθερισμός μισεί τόσο το δημόσιο χώρο. Στο τέλος αυτής της κουβέντας, το ερώτημα είχε κατά κάποιο τρόπο αντιστραφεί: γιατί οι πολίτες δεν διεκδικούμε πιο δυναμικά το δημόσιο χώρο, γιατί δεν θυσιάζουμε περισσότερα για τη δημιουργία του, γιατί δεν τον κατοχυρώνουμε πιο σταθερά με την παρουσία και τη λειτουργία μας; Για να σχηματιστεί και το ερώτημα: γιατί ως αριστερές και αριστεροί φαίνεται να μην έχουμε εμπεδώσει την προστασία του; Τελικά η συζήτηση επιτέλεσε το σκοπό της στο βαθμό που έδωσε στον προβληματισμό μου μια παράμετρο δημιουργικά αυτοκριτική.


Τη συνέντευξη πήρε η Ζωή Γεωργούλα


Ο δημόσιος χώρος, ως ελεύθερα κοινόχρηστο αγαθό, δέχεται μια διαρκή και μια επικαιρική επίθεση, με πολλές και σκληρές πλευρές.
Διαπιστώνουμε μια πολύ μεγάλη επίθεση στην υλική υπόσταση του δημόσιου χώρου. Είναι μια πλευρά που χρειάζεται καταρχάς να προστατεύσουμε ενάντια στη συρρίκνωση και το σφετερισμό, ώστε να μπορέσουμε ύστερα να μιλήσουμε για όλες τις άυλες πλευρές του που αφορούν τα δικαιώματα, την ελευθερία πρόσβασης, την ορατότητα. Στο σχετικό αφιέρωμα της προηγούμενης εβδομάδας τέθηκαν πλευρές που βρίσκονται εν κινδύνω και αφορούν δρόμους, πλατείες, πεζοδρόμια, παραλίες. Κινδυνεύουν επίσης πάρκα, λόφοι εντός πόλεων, βουνά που βρίσκονται κοντά σε μεγάλες πόλεις. Για όλα αυτά χρειάζεται αγώνας, για να μην παραβιάζονται όχι μόνο η γη αλλά και οι κανόνες που διέπουν τη χρήση της και, κατά διαστήματα, υφίστανται σκληρές επιθέσεις.

Ωστόσο η διαχρονική επίθεση που δέχεται το περιβάλλον και ο δημόσιος χώρος από τους κυβερνώντες φαίνεται να μην βρίσκει αντιστάσεις καλά εδραιωμένες.
Δεν είναι μόνο θέμα κυβερνώντων. Δεν είναι εδραιωμένη μέσα στην κοινωνία η αντίληψη ότι ο δημόσιος χώρος είναι υπό προστασία και δεν επιτρέπουμε να καταπατηθεί ούτε τετραγωνικό εκατοστό. Οι νεότερες γενιές είναι μεν πιο ευαισθητοποιημένες, αλλά η στάση του νεοέλληνα απέναντι σε ό,τι δεν είναι ιδιωτικό μάλλον συνοψίζεται στην αντίληψη: να γίνει, αλλά στην αυλή του γείτονα. Υπάρχουν πολλές ερμηνείες, αλλά νομίζω ότι μεγάλο μέρος αυτής της στάσης εκκινεί από το γεγονός ότι η αξιοποίηση των ακινήτων και η ιδιοκτησία, έστω και ενός πολύ μικρού αυθαίρετου που μετά νομιμοποιείται, ήταν ένας από τους κυρίαρχους τρόπους με τους οποίους επιχειρήθηκε να γεφυρωθεί το χάσμα του εμφυλίου και η κοινωνική ένταξη ανθρώπων που είχαν αποκλειστεί για τα πολιτικά τους φρονήματα. Αυτό είχε συνέπειες σε διάφορα επίπεδα, ένα από τα οποία είναι ότι δεν υπήρξε πουθενά και ποτέ καμία πρόνοια να διατηρηθεί άκτιστος χώρος παραπάνω από αυτόν που απαιτείται για να περπατήσεις μέχρι το σπίτι σου, να προβλεφθεί χώρος για πλατεία, σχολείο κ.λπ. Όταν λοιπόν στη συνέχεια αυτά τα τμήματα χώρου έγιναν μέρη της επίσημης πόλης, δηλαδή εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης, το Δημόσιο υποχρεώθηκε να κάνει απαλλοτριώσεις με ψηλό κόστος. Αν κάνεις μια βόλτα σε οποιαδήποτε γειτονιά της δυτικής Αθήνας, αλλά και στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, του Ηρακλείου, βλέπεις πολύ στενούς δρόμους που πλέον είναι αδιάβατοι, μια αδιαφορία για το δημόσιο χώρο, για τον οποίο διαμαρτυρόμαστε όταν δεν υπάρχει αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε καμιά θυσία για να τον αποκτήσουμε. Όσες φορές έγινε νομοθετική ρύθμιση για να εξασφαλίζονται κοινόχρηστοι χώροι κατά την ένταξη περιοχών στο σχέδιο πόλης, για παράδειγμα μέσω της εισφοράς σε γη, η περισσότεροι ιδιοκτήτες ακινήτων έκαναν τα πάντα για να μην την δώσουν.

Αν θέλουμε να εξηγήσουμε γιατί είναι σημαντικό αγαθό ο δημόσιος ελεύθερος χώρος, τι χρειάζεται να επισημαίνουμε;
Ο χώρος γίνεται δημόσιος –για να θυμηθούμε τη Χάνα Άρεντ– όταν σε αυτόν βρεθούν μαζί άνθρωποι οι οποίοι με τις πρακτικές, με την παρουσία και την ορατότητά τους διεκδικούν κάτι. Ακόμα και το δικαίωμα να μην αποκλείονται, να μην εκδιώκονται από αυτό το χώρο. Αυτό καταρχήν είναι πολύ σημαντικό για τη λειτουργία μιας δημοκρατίας. Ωστόσο, έχουν προστεθεί και πολλές άλλες παράμετροι στην ανάγκη να υπάρχουν μικρότεροι και μεγαλύτεροι κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι με την παρουσία των ανθρώπων για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα, και στη γειτονιά καί στο κέντρο της πόλης και γύρω από την πόλη. Λόγοι που έχουν να κάνουν με πολύ επείγουσες ανάγκες όπως αυτές που θέτει, για παράδειγμα, η κλιματική αλλαγή, μια φυσική καταστροφή (π.χ. σεισμός) ή μια συγκυρία σαν αυτή που ζούμε, όπου η πανδημία μάς υποχρεώνει για την ασφάλειά μας να κρατάμε αποστάσεις. Ποιες αποστάσεις μπορούμε να κρατήσουμε όταν δεν υπάρχει η υλική δυνατότητα, όταν τα περισσότερα πεζοδρόμια είναι ενός μέτρου και οι πλατείες κατειλημμένες;

Ψηλαφώντας ξανά, λοιπόν, σημασίες και όρια, αγγίζουμε την καρδιά του λόγου για τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός επιμένει να βάλλει συστηματικά και με ένταση το δημόσιο χώρο.
Οι παράμετροι που θέσαμε αποτελούν τη μια –πάρα πολύ σημαντική – πλευρά της απάντησης. Υπάρχει και η άλλη πλευρά που αφορά την αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου ως οικονομικού πόρου, με στόχο παρόμοιο με αυτόν που θέτει η νεοφιλελεύθερη αντίληψη απέναντι σε οτιδήποτε δημόσιο: την ιδιωτικοποίηση. Μόλις την περασμένη Δευτέρα, ο πρωθυπουργός μας ξαναείπε, μετά από ό,τι ζήσαμε τους τελευταίους μήνες, ότι θα φτιάξει ένα καινούργιο ΕΣΥ με τη συνεργασία ιδιωτών. Αν και σε άλλες, επίσης νεοφιλελεύθερες χώρες, επιλέχθηκε η προστασία και ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα του εθνικού συστήματος υγείας. Η αντιμετώπιση, λοιπόν, του δημόσιου χώρου ως αντικειμένου με σκοπό το κέρδος, προτάσσει το επιχείρημα ότι είναι συμφερότερο να βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών που γνωρίζουν καλύτερα τα θέματα εκμετάλλευσης. Γιατί να τον αφήσουμε στη διάθεση του πολίτη όταν μπορούμε να βγάλουμε χρήματα από την ύπαρξή του; Οι παλιότεροι δεν άφηναν παραπάνω χώρο από ένα μονοπάτι ανάμεσα στα σπίτια, οι νεότεροι επιδιώκουν να βγάλουν κέρδος από τις υπάρχουσες πλατείες, τις στοές, τους πεζοδρόμους. Σήμερα, αν και είμαστε πιο εύποροι ως κοινωνία συνολικά, επιδιώκεται και αυτός ο χώρος που έχει εξασφαλιστεί ως κοινόχρηστος, να ξαναγίνει ιδιωτικός.

Η ριζοσπαστική αριστερά, στον αντίποδα, έχει εμπεδώσει αποτελεσματικά την προστασία του δημόσιου χώρου και του περιβάλλοντος;
Ένα κόμμα που προσβλέπει στην εξουσία πολύ δύσκολα μπορεί να αντιταχθεί σε κάτι τόσο ευρέως αποδεκτό κοινωνικά, θα ήταν περίπου εκλογικός αυτοχειριασμός. Αυτό είναι προφανές και ιστορικά αλλά και σήμερα που ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί την εξουσία. Είναι δύσκολο να πάει κόντρα, όχι στους μεγάλους γιατί δεν είναι με το μέρος του, αλλά στους πολύ μικρούς και τους μικρομεσαίους. Γιατί σίγουρα ο δημόσιος χώρος δεν έχει εδραιωθεί ως αυταξία. Δεν είναι μόνο οι «μεγάλοι» που προσβλέπουν στην εκμετάλλευση, είναι και ο κάθε «μικρός». Δεν είναι μόνο τα τραπεζοκαθίσματα μεγάλων καταστημάτων που επεκτείνονται σε πλατείες, αλλά και μικρά μαγαζάκια που βγάζουν το τραπεζάκι τους στο πεζοδρόμιο. Δεν είναι μόνο οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες που εξαπλώνονται κάτω από τα αρμυρίκια στις παραλίες, είναι και ο κάθε μικρός που, με την ίδια λογική, ιδιοποιείται ό,τι μπορεί και δεν προβάλλει αντίσταση όταν δεν βρίσκει ούτε καν δίοδο για να βγει στη θάλασσα. Από την άλλη, όλες οι τωρινές επεκτάσεις γίνονται μεν στο όνομα της αντιμετώπισης της κρίσης που προήλθε από τη διαχείριση της πανδημίας, αλλά έρχονται και επικάθονται πάνω σε δέκα χρόνια λιτότητας που δεν έχουν επιτρέψει την επιστροφή σε μια «κανονική» λειτουργία. Διαβάζουμε ότι ένα στα τέσσερα καταστήματα δεν μπορούν να ξανανοίξουν λόγω έλλειψης στοιχειώδους ρευστότητας, αλλά και τα άλλα φαίνεται να επιχειρούν να εξασφαλίσουν εισοδήματα μιας χρονιάς σε πολύ μικρότερο χρόνο, οπότε καθίστανται ακόμα λιγότερο έτοιμα να δεχτούν οποιοδήποτε μέτρο προστασίας.

Αυτή η συγκυρία, που η διαχείριση της πανδημίας και ο εγκλεισμός ανάγκασε τους πολίτες, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με το δημόσιο χώρο, πώς θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για την εμπέδωση αυτής της σχέσης και για την ενδυνάμωση κινημάτων που προστατεύουν το δημόσιο χώρο;
Δεν μπορώ να μιλήσω εξ ονόματος των κινημάτων. Να θυμίσω ωστόσο ότι από τη δεκαετία του ’90 είχε δημιουργηθεί ένα παρατηρητήριο ελεύθερων χώρων, που είχε καταγεγραμμένα, στην Αθήνα αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, κάθε κενό μικρό ή μεγάλο χώρο, που θα μπορούσε να γίνει χώρος διεξόδου από το ασφυκτικό μας διαμέρισμα. Αυτό δεν νομίζω ότι λειτουργεί πια, αλλά υπάρχουν πυρήνες σε γειτονιές που είναι ευαισθητοποιημένοι, ιδιαίτερα όπου υπάρχουν συγκεκριμένα επίδικα. Ωστόσο, τα χρόνια ύφεσης που βιώσαμε και η συγκυρία της πανδημίας με την απώλεια εισοδήματος, δυσχεραίνουν το συντονισμό τους σε κάτι λίγο μεγαλύτερης κλίμακας. Για να αλλάξει η νοοτροπία ευρύτερα απαιτεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Χρειάζεται να ανατραπεί η αντίληψη επί πραγμάτων που έχουν εμπεδωθεί ως κάτι γενικώς καλό. Για παράδειγμα, στην Αθήνα, ο δήμαρχος πρότεινε τον Μεγάλο Περίπατο με πεζοδρομήσεις κ.λπ. Είναι λόγια που στα αυτιά των συμπολιτών μας ακούγονται σαν κάτι καλό. Είναι δύσκολο να βγει μια δημοτική παράταξη και να πει ότι αυτό το σχέδιο δεν στέκει, είναι κακό. Χρειάζεται να αναπτύξει μια διατριβή για να πείσει για κάτι για το οποίο ο άλλος πείθει με μια φράση. Ο πεζόδρομος είναι πολύ καλό πράγμα, αλλά αν τον προχωράς μόνο του, επιφέρει αλλαγές χρήσεων και τιμών γης. Αυτό έχει συμβεί πάρα πολλές φορές και μας έχει πείσει ότι, για να μην υπάρξει μια τέτοια «παράπλευρη απώλεια», χρειάζονται συνοδά μέτρα, όπως ο περιορισμός στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος που μπορούν να λειτουργούν κατά μήκος ενός πεζοδρόμου, όπως πολιτικές για τη διατήρηση της κατοικίας, με ελέγχους των ενοικίων κ.λπ. Όλα αυτά είναι πολύ αντιδημοφιλή μέτρα.

Η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού απειλεί επίσης το αγαθό του δημόσιου χώρου και τη ζωντάνια των ελληνικών χωριών και πόλεων. Με ποιες δικλείδες, ο τουρισμός μπορεί να ενταχθεί σε μια ισόρροπη πολιτική θεώρηση;
Ο τουρισμός αποτελεί μεγάλο και σύνθετο πεδίο οικονομικής δραστηριότητας που δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ. Όμως, σε σχέση με τη συζήτησή μας, η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και το να επιτρέπεται η ασύδοτη επέκταση εξυπηρετήσεων για ένα κοινό που βρίσκεται στην πόλη ή την παραλία μας τρεις μήνες το χρόνο, δεν αποτελεί συνετή οικονομική στάση – αλλά αυτό είναι πλέον έως και λίγο αργά για να το πούμε. Ο τουρισμός, όταν βρίσκεται σε άνοδο, δίνει τόσο πιο γρήγορα και πιο εύκολα ένα αξιοπρεπές εισόδημα, που δεν μπορείς με μεγάλη πειστικότητα να υποστηρίξεις την επιστροφή π.χ. σε αγροτικές δραστηριότητες. Προϋποθέτει πολλά στάδια συνειδητοποίησης.

Η Αριστερά τι επιχειρήματα μπορεί να προτάξει σε αυτές τις κατευθύνσεις που θίξαμε, για έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης του τουρισμού, της αντιμετώπισης του δημόσιου χώρου, της προστασίας του περιβάλλοντος, απέναντι σε μια κυβέρνηση που επιδεικνύει μένος και εμμονή απέναντι σε ό,τι δημόσιο;
Ως αξιωματική αντιπολίτευση, που αύριο θα την στήσουμε στα πέντε μέτρα για να εφαρμόσει αυτά που λέει εάν επανέλθει στην κυβέρνηση, δεν μπορεί να πει πολλά. Αλλά και αρκετά από τα ζητήματα που εμπίπτουν στους τομείς που ανέφερες, τα έχει υπονομεύσει η ίδια με κυβερνητικές πολιτικές που εφάρμοσε. Από τη μία, αλλαγές, σε τομείς όπως το περιβάλλον, η πολεοδομία και η περιφερειακή ανάπτυξη, προσκρούουν σε πλέγμα μεγάλων και μικρότερων συμφερόντων. Δεν αρκεί η πεποίθηση και η πολιτική βούληση. Υπήρξαν πολλά νομοσχέδια που χρειάστηκε πάρα πολύς χρόνος για να περάσουν, ακόμα και απομειωμένα. Από την άλλη, όπως και παραπάνω θίξαμε, και η Αριστερά ίσως δεν έχει πειστεί για τη σημασία κάποιων πραγμάτων.

Σε τι μπορεί κάποιος να προσβλέπει με αισιοδοξία;
Στα μικρά και καθημερινά που αναφέρονται στον περίγυρο του καθενός μας, στις συμπεριφορές και τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται εκεί.

Νομίζω ότι τελικά, ως επίλογος στην κουβέντα μας, το σημείο που συναντιούνται οι αγωνίες και οι αγώνες, εκφράστηκε με μια φράση του Αλέξη Τσίπρα από την παρουσίαση του Μένουμε Όρθιοι ΙΙ, την περασμένη Δευτέρα, ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε μια ακόμα γενιά νέων να ενηλικιωθεί σε συνθήκες διαρκούς ύφεσης, υψηλής ανεργίας και κραυγαλέων κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτό –αντίστροφα– έχει αφομοιωθεί και από τη ΝΔ που φαίνεται να χρησιμοποιεί την πανδημία ως νέο πρόσχημα για εμπέδωση του νεοφιλελευθερισμού.
Η Νέα Δημοκρατία, όμως, έχει ως αυτοσκοπό την επανεκλογή της στην κυβέρνηση για νι τετραετίες. Για αυτό ελέγχει τα ΜΜΕ, παραποιεί ό,τι δεν την εξυπηρετεί και βασίζεται σε μια ακριβή και διαρκή επικοινωνιακή εκστρατεία. Όμως ας τελειώσουμε αισιόδοξα, στην ανάγκη να διασφαλίσουμε ότι η νέα γενιά θα ενηλικιωθεί σε συνθήκες αγωνιστικές.

 

 

ΕΠΟΧΗ

...