Νίκος Χατζηαργυρίου*: Οι επενδύσεις στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας

Posted on 23 Απριλίου, 2021, 8:27 πμ
3 secs

Οι δραστηριότητες των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας είναι εκ φύσεως μονοπωλιακές, αφού είναι παράλογο και αντιοικονομικό να υπάρχουν παράλληλα ανταγωνιστικά δίκτυα που να μεταφέρουν το ρεύμα στους καταναλωτές. Λόγω του μονοπωλιακού χαρακτήρα τους οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται στα δίκτυα θα πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή, αφού επιβαρύνουν τους καταναλωτές μέσω των λογαριασμών ρεύματος. Κάθε τέτοια επένδυση θα πρέπει να αποφασίζεται και να αξιολογείται με βάση τρεις στόχους, τους οποίους θα πρέπει να υπηρετεί κάθε εταιρεία που έχει ως βασική αποστολή την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος: α) την αξιόπιστη και αδιάλειπτη παροχή ρεύματος στους καταναλωτές, β) τη χαμηλότερη οικονομική επιβάρυνσή τους και γ) τη μικρότερη δυνατή επίδραση στο περιβάλλον από τη γενικότερη δραστηριότητα της παραγωγής και μεταφοράς ενέργειας.

Οι τρεις αυτοί στόχοι είναι σε μεγάλο βαθμό αντικρουόμενοι και η ισόρροπη ικανοποίησή τους είναι περίπλοκη. Με τεχνικούς όρους θα λέγαμε ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να αποτελούν λύσεις ενός σύνθετου πολυκριτηριακού προβλήματος βελτιστοποίησης, σύμφωνα με τις οποίες η περαιτέρω βελτιστοποίηση ενός κριτηρίου μπορεί να επέλθει μόνο με χειροτέρευση ενός άλλου κριτηρίου (λύσεις Pareto). Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας βέλτιστης απόφασης π.χ. είναι το έργο της διασύνδεσης των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα από τον ΑΔΜΗΕ. Στην περίπτωση αυτή, η επένδυση ικανοποιεί και τα τρία κριτήρια. Αυξάνει την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού των νησιών, μειώνει τις ΥΚΩ, άρα και το κόστος για τους καταναλωτές, και μειώνει την επιβάρυνση του περιβάλλοντος λόγω της διακοπής της λειτουργίας των ρυπογόνων πετρελαϊκών μονάδων στα νησιά και της δυνατότητας αξιοποίησης του ανανεώσιμου δυναμικού τους, χωρίς φυσικά να παραβιάζονται άλλοι περιβαλλοντικοί και χωροταξικοί περιορισμοί.

Ομοίως το πρόγραμμα των επενδύσεων που ανακοινώνεται από τον ΔΕΔΔΗΕ θα πρέπει να κριθεί με βάση τον βαθμό που ικανοποιούνται ισόρροπα οι τρεις προαναφερόμενοι στόχοι. Είναι τελείως άτοπο να συγκρίνει κανείς τις επενδύσεις που πραγματοποιούνταν την εποχή προ της κρίσης με τις επενδύσεις της εποχής των μνημονίων, μια περίοδο με ελάχιστη οικοδομική δραστηριότητα (η οποία επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις στα δίκτυα), με κατάρρευση εργολάβων και με το έντονα αρνητικό κλίμα που επικρατούσε στην αγορά εκείνη την εποχή. Είναι σαν να συγκρίνουμε τα έσοδα του τουρισμού πριν και μετά την πανδημία.

Ενδεικτικό του κλίματος εκείνης της εποχής είναι το πιλοτικό έργο των έξυπνων μετρητών. Το έργο αυτό προκηρύχτηκε το 2015 μετά από 7 αναβολές και ο διαγωνισμός ακυρώθηκε οριστικά τον προηγούμενο μήνα, δηλαδή μετά από 6 χρόνια, μετά τις δικαστικές εμπλοκές των διαγωνιζομένων που τον είχαν οδηγήσει μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Παρ’ όλα αυτά οι επενδύσεις του ΔΕΔΔΗΕ κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης ήταν 150 εκατ. ευρώ ετησίως. Ελάχιστες εταιρείες πραγματοποιούσαν τέτοιου ύψους επενδύσεις στην Ελλάδα την περίοδο αυτή. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι τα τελευταία χρόνια ο ΔΕΔΔΗΕ κατατασσόταν σταθερά στις φτηνότερες εταιρείες διανομής στην Ευρώπη όσον αφορά τις δαπάνες δικτύου, διατηρώντας μάλιστα δείκτες αξιοπιστίας παροχής ρεύματος (μέσος όρος διακοπών και χρόνων αποκατάστασης) κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το ποσό επιβάρυνσης των καταναλωτών λόγω της δραστηριότητας της διανομής ανερχόταν σε μόλις 15% του συνολικού τιμολογίου ενός μέσου οικιακού καταναλωτή, ενώ το αντίστοιχο ποσό στη Γερμανία π.χ. ήταν υπερδιπλάσιο. Παρά τα χαμηλά του τιμολόγια, ο ΔΕΔΔΗΕ καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια είχε σταθερή και διαρκή λειτουργική κερδοφορία 30 εκατ. ευρώ τον χρόνο και αποτέλεσε τον αιμοδότη της μητρικής ΔΕΗ εκχωρώντας της κάθε χρόνο περί τα 300 εκατ. ευρώ για την εκμετάλλευση των παγίων του δικτύου.

Είναι αναμφισβήτητο ότι ο ΔΕΔΔΗΕ χρειάζεται επενδύσεις, κυρίως για τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του δικτύου του και όχι τόσο για την αντικατάσταση των «πεπαλαιωμένων» δικτύων, όπως γράφεται. Οι επενδύσεις αυτές είναι αναγκαίες ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει με επιτυχία στον ρόλο του στο νέο περιβάλλον της ενεργειακής μετάβασης, της αυξημένης διεσπαρμένης παραγωγής, των ενεργών καταναλωτών, των μικροδικτύων, της αποθήκευσης, της ηλεκτροκίνησης, της ψηφιοποίησης κ.λπ. Οι επενδύσεις αυτές όμως δεν θα πρέπει να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους καταναλωτές ή να γίνονται εις βάρος του περιβάλλοντος, ενώ θα πρέπει να οδηγούν σε σταδιακή τουλάχιστον μείωση του λειτουργικού κόστους του οργανισμού. Η ΡΑΕ, η οποία τελικά εγκρίνει τις επενδύσεις στα δίκτυα, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ισόρροπη ικανοποίηση των κριτηρίων της ασφάλειας, του κόστους και της προστασίας του περιβάλλοντος.

* Καθηγητής ΕΜΠ, πρώην πρόεδρος και ΔΝΣ του ΔΕΔΔΗΕ

 

 

 

 

efsyn

...