Στις 3 Μαρτίου 2020 εκατοντάδες μέλη του Pegida (τα αρχικά της ακροδεξιάς οργάνωσης σημαίνουν «Ευρωπαίοι Πατριώτες κατά της Ισλαμοποίησης της Δύσης») και άλλων αδελφών οργανώσεων συγκεντρώθηκαν στο Βερολίνο, για να πάρουν μέρος σε διαδήλωση κατά των περιορισμών για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Στα φωτογραφικά ρεπορτάζ του Τύπου, βλέπουμε τους διαδηλωτές να κρατούν αμερικανικές σημαίες και να φοράνε μπλούζες με το πρόσωπο του Τραμπ. Στην κορύφωση της διαδήλωσης, σε μια σκηνή που η ομοιότητά της με τα πρόσφατα γεγονότα στην Ουάσινγκτον προκαλεί ανατριχίλα, ένας από τους επικεφαλής φώναξε στο πλήθος «Νικήσαμε» και το κάλεσε να εισβάλει στο κτίριο του γερμανικού Κοινοβουλίου. Ακολούθησαν κυριολεκτικά μάχες σώμα με σώμα, με την αστυνομία, αν και αριθμητικά αδύναμη, να κατορθώνει να τους εμποδίζει.

Η προσωπικότητα του Τραμπ, ο τρόπος που πολιτεύτηκε, οι ιδέες του, η αντίδρασή του μετά την εκλογική ήττα, έχουν στιγματιστεί από πολλούς αρθρογράφους. Βιώνουμε μάλιστα μια ενδιαφέρουσα πολιτική αντίφαση: οι ίδιοι Έλληνες αρθρογράφοι που χαρακτηρίζουν, για παράδειγμα, το τείχος με το Μεξικό ένα ακόμα απεχθές λαϊκιστικό κόλπο ενός «κλόουν» (όπως τον αποκαλούν), ζητούν ακόμα υψηλότερο φράχτη στον Έβρο και το Αιγαίο.

Στις επόμενες γραμμές δεν κάνω άλλη μια ανάλυση για την εκλογική ήττα του Τραμπ –έχουν γραφτεί πολλές και εύστοχες– αλλά μάλλον επιχειρώ να αναδείξω το πώς και γιατί οι ιδέες του Τραμπισμού έχουν εμπνεύσει, οργανώσει και χαλυβδώσει μια διεθνή του λαϊκισμού με στοιχεία ακροδεξιάς, η δυναμική της οποίας μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται ευρύτερα αντιληπτή.

Το ακροατήριο

O Τραμπ δεν κέρδισε τις εκλογές του 2016 επειδή ήταν ένας δημαγωγός που εξαπάτησε τις μάζες. Η ρητορική και ο πλαστός αντικομφορμισμός του βοήθησαν, αλλά ο ίδιος κάτι εξέφρασε. Αν μάλιστα αύξησε τους ψηφοφόρους του, από 63 εκατ. σε 74 εκατ. ανάμεσα στις δύο εκλογές, αυτό σημαίνει ότι ακροατήριο υπήρχε, ήταν πρόθυμο να τον ακούσει το 2016 και ακόμα περισσότερο το 2020. Το αποτελούν οι λευκοί πολίτες, το μεγαλύτερο δηλαδή μέρος του εκλογικού σώματος στις ΗΠΑ.

Πίσω από τη μάλλον ωραιοποιημένη εικόνα της αμερικανικής κοινωνίας, κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Τα μεσαία και κατώτερα (οικονομικά) στρώματα έχουν ξεχάσει πώς ήταν τα χρόνια της ακμής του «αμερικάνικου ονείρου»: ο μέσος ωριαίος μισθός στις ΗΠΑ το 2016 (εκλογική χρονιά) βρισκόταν στα 22$ από 3$ το 1968, αλλά αν λάβει κανείς υπόψη του την αγοραστική δύναμη, τότε στην πραγματικότητα αυτό που καταγράφεται είναι μείωση: το 1968 ο ωριαίος μισθός ήταν 24$. Στην εικόνα προσθέτει κανείς το δυσθεώρητο κόστος υγειονομικής περίθαλψης, τον μεγάλο αριθμό ανασφάλιστων πολιτών, το κόστος σπουδών (που αντιμετωπίζεται με δανεικά!), την ορατή καλοπέραση μιας μικρής μειοψηφίας, και πολλά ακόμα.

Την ίδια στιγμή, ο μέσος λευκός Αμερικάνος αντικρίζει με φόβο την αλλαγή στην εθνική σύνθεση της χώρας του: το ποσοστό των (μη ισπανόφωνων) λευκών έχει πέσει από 87,5% το 1950 σε 60% σήμερα, και πέφτει διαρκώς. Ο πολιτικός που θα τον πείσει ότι τα δύο αυτά συνδέονται, ότι δηλαδή για την οικονομική του στασιμότητα και ανασφάλεια φταίνε οι ξένοι, τον έχει κερδίσει.

Έτσι, το 2016 ο Τραμπ κατόρθωσε να κερδίσει το 63% των λευκών ψηφοφόρων, μια φανταστική επίδοση, που σχεδόν διατήρησε ακέραιη το 2020. Αν δεν του χάρισε δεύτερη τετραετία, αυτό οφείλεται μόνο στα πολύ υψηλά –σαρωτικά– ποσοστά του Μπάιντεν στις υπόλοιπες εκλογικές ομάδες. Είναι δε εκ πρώτης όψεως παράδοξο, πως ο έντονα σεξιστής Τραμπ, έχοντας μιλήσει ανοιχτά υποτιμητικά για τις γυναίκες, κερδίζει παρ’ όλα αυτά την πλειοψηφία και των λευκών γυναικών. Προφανής η αποτυχία των Δημοκρατικών σε αυτό το σημείο, αλλά η εξήγηση βρίσκεται στην ταύτιση του συγκεκριμένου εκλογικού κομματιού με το ισχυρότερο χαρακτηριστικό του Τραμπ – που δεν είναι το «σεξιστής άντρας» αλλά το «λευκός».

Από τον ρατσισμό στην απομόνωση

Εχθρός βέβαια σε αυτό το πλαίσιο ρητορικής δεν μπορεί να μείνει μόνο ο «σκούρος μετανάστης» που καταφθάνει από τον Νότο. Γίνεται και ο κάθε λογής «ξένος», που «εκμεταλλεύεται οικονομικά τις ΗΠΑ» από μακριά. Έτσι ο Τραμπ πέταξε στα σκουπίδια την πιο ισχυρή παράδοση της αμερικανικής πολιτικής από το 1945, την οικονομική ευμάρεια μέσω της διεθνούς ισχύος. Οδήγησε τις ΗΠΑ σε ακραίο απομονωτισμό, που εκδηλώθηκε με διάφορες μορφές (εμπορικός πόλεμος, δασμοί που καταβάλλουν οι καταναλωτές, διαμάχες με συμμάχους κ.ά.). Σήμερα οι περισσότεροι οικονομολόγοι ομολογούν ότι η οικονομική πολιτική Τραμπ έχει φέρει τις ΗΠΑ σε χειρότερη θέση από ό,τι το 2016, ενώ οι 9 στους 10 πολίτες δεν βλέπουν καμιά βελτίωση στο πορτοφόλι τους. Μόνο μια ήδη πλούσια μειοψηφία επωφελήθηκε.

Την ίδια στιγμή η γλώσσα, το ύφος, η εκλογική επιτυχία του Τραμπ έφεραν εξαγωγή του Τραμπισμού, κυρίως σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική. Στο πολιτικό «εργαστήριο» Ευρώπη, ο Στιβ Μπάνον, δεξί χέρι κάποτε του απερχόμενου προέδρου και chief strategist (υπεύθυνος στρατηγικής), δοκίμασε να χτίσει μια νέα «Διεθνή». Στηριζόταν σε ένα παρόμοιο μείγμα ξενοφοβίας γενικώς, ισλαμοφοβίας συγκεκριμένα, αλλά και οικονομικού και πολιτικού απομονωτισμού: εχθρός η Ευρωπαϊκή Ένωση που «απομυζεί τους λαούς», την ίδια ώρα που με τον «φιλελευθερισμό» της επιταχύνει την πληθυσμιακή της «άλωση» από την Ανατολή. Ο φόβος του μέσου λευκού Αμερικάνου ψηφοφόρου του Τραμπ, προσαρμοσμένος στην Ευρώπη.

Η πολιτική ήττα του Σαλβίνι, καλύτερου μαθητή του Τραμπ και εταίρου του Μπάνον, είναι για την ώρα ένα θετικό μήνυμα. Όπως και το γεγονός ότι στις οθόνες της τηλεόρασης καταγράφηκε η εικόνα ενός ταλαιπωρημένου Μπάνον να συλλαμβάνεται για διαφθορά, επειδή καταχράστηκε χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί για το τείχος με το Μεξικό. Καμία έκπληξη, οι ακροδεξιοί ποτέ δεν έδειξαν ιστορικά ότι διαθέτουν την ηθική συγκρότηση να περιοριστούν στο ιδεολογικό «τερπνόν» δίχως να κάνουν χρήση τού οικονομικά «ωφέλιμου».

Από την άλλη, είναι ανησυχητικό ότι πρώτη φορά η ακροδεξιά αποπειράται να χτίσει μια «Διεθνή» του μίσους και του φόβου, όχι χωρίς κάποια επιτυχία, όπως δείχνει και η διαδήλωση που περιγράφεται στην αρχή αυτού του άρθρου. Τα ίδια ζήσαμε στην Ελλάδα, όταν το 2018 επιχειρήθηκε η εισβολή στο Ελληνικό Κοινοβούλιο από ομάδες Χρυσαυγιτών που ξέκοψαν από το συλλαλητήριο κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών. Απόπειρα που δυστυχώς δεν είχε αποδοκιμαστεί από τον κ. Μητσοτάκη και την τότε αξιωματική αντιπολίτευση.

Η Ελλάδα σήμερα

Σήμερα η χώρα μας αντιμετωπίζει ένα δριμύ κύμα της πανδημίας με μεγάλο αριθμό θυμάτων, από τα μεγαλύτερα στον κόσμο ανά εκατομμύριο κατοίκους. Η ελπίδα όλων μας είναι ότι με τον έγκαιρο εμβολιασμό ο φόβος για τη ζωή θα αποτελέσει παρελθόν. Θα εξακολουθήσουν όμως ο φόβος και η ανασφάλεια για το μέλλον, εν μέσω της οικονομικής κρίσης που διαρκώς επιδεινώνεται. Η ανεργία, το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος έχουν πάρει ξανά την ανηφόρα, το κοινωνικό κράτος, η δημόσια Υγεία και Παιδεία δέχονται πλήγματα από τη δεξιά διακυβέρνηση. Την ίδια στιγμή, διαπιστώνουμε ότι η καθεστηκυία ευρωπαϊκή Δεξιά απαντά στη διάχυση του παράλογου φόβου για κάθε τι «ξένο», με υιοθέτηση του ακροδεξιού λόγου.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον διεθνώς και στη χώρα μας, ο ρόλος που πρέπει να παίξει η ελληνική και ευρωπαϊκή Αριστερά, με πολιτική ενότητα και συνεργασίες, είναι κρίσιμος. Οφείλουμε να επαναφέρουμε στη συζήτηση τις αρχές του ανθρωπισμού, την ανάγκη για παραγωγική ανασυγκρότηση, για κοινή και δίκαιη ανάπτυξη, για ριζική μείωση των ανισοτήτων και επείγουσα αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής – πολιτικές, δηλαδή, που απαιτούν συνεργασία και όχι απομονωτισμό.

Πηγή: greekschannel.com