*…Ένα ειδεχθές – και προμελετημένο – έγκλημα, ένας δολοφόνος, ο οποίος διευθέτησε και έστησε το θέαμα του εγκλήματος, αλλά και της συγκάλυψης που αποπειράθηκε να προβάλει ως αλήθεια: Σκοτώνει κτηνωδώς τη νεαρή σύζυγό του, κρεμάει τον σκύλο, εκθέτει το παιδί του στη φρίκη και το χρησιμοποιεί στο ντεκόρ της «συγκινησιακής πανούκλας».
Ο δολοφόνος της Καρολάιν είναι πρόσωπο της «συγκινησιακής πανούκλας», που την προσδιόρισε κάποτε ο Βίλχελμ Ράιχ, δηλαδή ο χαρακτήρας που επίμονα, μεθοδικά και συντονισμένα σκοτώνει τη ζωή. Και η ατομική περίπτωση γνωρίζει καλά πως η συλλογική διάσταση της «συγκινησιακής πανούκλας» είναι σε μεγάλο βαθμό προετοιμασμένη για να αφουγκραστεί ευμενώς κάθε τροπάριο του ωραίου, οικογενειάρχη κι αποκαταστημένου φονιά. Πολύ περισσότερο, εφόσον το τροπάρι του φονιά υποδεικνύει και τους δολοφόνους: Τους αλλόγλωσσους, τους αλλοεθνείς, τους εν γένει στιγματισμένους από αυτή την κανονικότητα, η οποία εδραιώνεται σ’ έναν παροξυσμικό ρατσισμό, σε έναν φρικώδη φαρισαϊσμό “μη εσκεμμένης βαναυσότητας”, σε ένα κράμα μισαλλοδοξίας, σεξισμού, διαρκούς κολασμού των αδυνάτων.
, Νίκος Σκοπλάκης: Ο δολοφόνος της Καρολάιν και η “συγκινησιακή πανούκλα” του Βίλχελμ Ράιχ, INDEPENDENTNEWS
Η συλλογική διάσταση της «συγκινησιακής πανούκλας», άλλωστε, έχει ξεβράσει και τη συναινετική κανονικότητα των φορέων της, εκείνο το – μεγάλο – τμήμα της κοινωνίας, δηλαδή, που είναι απρόθυμο ή/και ανίκανο να χαράζει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο ανθρώπινο και το κοινωνικά απάνθρωπο, εκείνους/ες που ευφραίνονται εκλέγοντας Μπόγδανους και Λοβέρδους, χειροκροτώντας Τζήμερους και Λατινοπούλες, εξασφαλίζοντας τη συμπαγή κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να νομοθετηθούν τα ντίλια, για να νομιμοποιηθεί το μαγικό χαλί του μέλλοντος και του εσαεί Φλάινγκ Μπάμπης, οι «υποχρεωτικές συνεπιμέλειες» και τα εκτρώματα του Τσιάρα.
, Νίκος Σκοπλάκης: Ο δολοφόνος της Καρολάιν και η “συγκινησιακή πανούκλα” του Βίλχελμ Ράιχ, INDEPENDENTNEWS
Έπειτα έρχεται η αμήχανη σιωπή ημών των άλλων. Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στην αυτολογοκρισία μας εμπρός στα τροπάρια του φονιά και στον σεβασμό του τεκμηρίου της αθωότητας; Πώς κλειστήκαμε μέσα σε ένα μονήρες και αντιφατικό έθος, στο οποίο συχνότερα ηθικολογούμε και αστυνομεύουμε (παρά τις πάντα καλές μας προθέσεις, αλίμονο…!), αλλά αδυνατούμε ολοένα περισσότερο να μιλήσουμε ευκρινώς και δυνατά για τη σχέση αιτιότητας ανάμεσα στους Κίλινγκ Μπάμπηδες και τη βαρβατεμένη «συγκινησιακή πανούκλα» των προθαλάμων του φασισμού;
Ο στυγνός δολοφόνος, ο χαρακτηριστικός γυναικοκτόνος, διαμορφώθηκε όπως ακριβώς αρνούνται να τον αναγνωρίσουν η εγωιστική αυτάρκεια του «εγώ-δεν-είμαι-έτσι» κι η εθελόδουλη και λούμπεν καταφρόνια, δηλαδή το «πάντρεμα» της μιζέριας και της μεγαλομανίας, που διψάει να θαυμάζει φικτίφ πριγκιπόπουλα στους ουρανούς της επιτυχίας και να προβάλλει «ευτυχισμένους γάμους» στο φόντο του ίνσταγκραμ• τελικά, ο στυγνός φονιάς αποπειράθηκε να συντηρήσει μέχρι το τέλος την προνομιακή του σχέση με την κανονικότητα, ως μία τιμωρία που διαρκώς αναβάλλεται. Είναι σίγουρο ότι πριν να σκοτώσει τη σύζυγό του είχε σκοτώσει τη ζωή της με πολλούς άλλους τρόπους: Αυτοί οι τρόποι, όμως, δεν επισύρουν κανέναν (ποινικό) κολασμό στην κανονικότητα της «συγκινησιακής πανούκλας». Τις περισσότερες φορές δεν επισημαίνονται καν ως ύποπτες αντινομίες του «ευτυχισμένου γάμου».
Ο γυναικοκτόνος έπαιξε μέχρι το τέλος το παιχνίδι του κόσμου που εμπορεύεται σημεία, συναλλάσσεται με τέρατα κι έτσι βαθαίνει την πολυδιάστατη εμπλοκή του με τη συνένοχη και υποκριτική κανονικότητα. Μέρος αυτού του νομιμοποιητικού παιχνιδιού ήταν και το ότι ο δολοφόνος υπέδειξε δολοφόνους από ένα αναγνωρίσιμο, εκ προοιμίου εγκληματογόνο, «περιθώριο» από διασκευές του Λομπρόζο, που του «μιλούσαν μια άλλη γλώσσα» όσο εκείνος σκότωνε προμελετημένα μια εικοσάχρονη γυναίκα μέσα στην άνεση της συζυγικής εστίας.