Νίκος Σαραντάκος: Απεργία, λοιπόν!

Posted on November 26, 2020, 9:54 am
39 secs

Σήμερα έχει πανελλαδική απεργία, που έχει κηρυχθεί από δεκάδες εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες, σε διαμαρτυρία για το εργατικό (ή αντεργατικό) νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Τέτοιες απεργίες δεν είναι σπάνιες, αλλά η σημερινή έχει κάτι το ξεχωριστό -είναι όχι η πρώτη αλλά η μεγαλύτερη ως σήμερα απεργία της περιόδου της πανδημίας -απεργία με μάσκα, σαν να λέμε.

Βέβαια, απεργούν εργάτες, απεργούν υπάλληλοι, κάνουν στάσεις εργασίας οι υγειονομικοί, δεν κινείται ο ηλεκτρικός και το μετρό, απεργούν καθηγητές και δάσκαλοι -τα ιστολόγια όμως; Απεργούν τα ιστολόγια; Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αδιανόητο, ας πούμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ίσως για κάποιο πρόβλημα της μπλογκόσφαιρας, όπως είχε κάνει παλιά η ιταλική Βικιπαίδεια για να διαμαρτυρηθεί για ένα σχεδιαζόμενο μέτρο -που τελικά αποσύρθηκε. Αλλά συμμετοχή στην απεργία του «πραγματικού κόσμου»; Και με ποιο τάχα αίτημα –και σαν πίεση προς ποιον;

Νίκος Σαραντάκος: Απεργία, λοιπόν!

Επειδή δεν είναι προφανείς οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, το ιστολόγιο συνηθίζει, σε τέτοιες μέρες, να μην απεργεί αλλά να δημοσιεύει «απεργιακό άρθρο». Έτσι, και σήμερα, αντί να απεργήσω, θα λεξιλογήσω… για την απεργία, δηλαδή θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω την ιστορία της λέξης και του πράγματος. Οι ταχτικοί αναγνώστες μπορεί να αναγνωρίσουν κάποιες από τις παραπάνω φράσεις: το άρθρο που θα διαβάσετε δεν είναι καινούργιο αλλά είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου που ήδη έχω δημοσιεύσει κι άλλες φορές στο παρελθόν, πάλι σε μέρα γενικής απεργίας.

Η απεργία θέλει εργάτες· βέβαια, σε παλιότερες εποχές υπήρχαν πολλά περιστατικά οργανωμένης διαμαρτυρίας δούλων ή δουλοπαροίκων, που ασφαλώς θα περιλάμβαναν και άρνηση εργασίας, αλλά αμφιβάλλω αν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε «απεργίες». Βλέπω πάντως στη Βικιπαίδεια ότι στην αρχαία Αίγυπτο οι τεχνίτες που δούλευαν στην κατασκευή βασιλικών τάφων, στις δυτικές Θήβες της αρχαίας Αιγύπτου, διέκοψαν την εργασία τους στις 10 του μήνα Peret II (4 Νοεμβρίου), του έτους 1159 π.Χ., το 29ο έτος της βασιλείας του Φαραώ Ραμσή ΙΙΙ, διότι δεν τους είχε καταβληθεί για 18 ημέρες ο μισθός σε σιτηρά, και η διαμαρτυρία «πεινάμε» έχει καταγραφεί από τον γραφέα Amun-Nechet στον πάπυρο p1880 του αιγυπτιακού μουσείου του Τορίνου. Ωστόσο, τις απαρχές του πράγματος (των απεργιών) και των λέξεων που το περιγράφουν θα τις αναζητήσουμε στις αρχές του 19ου αιώνα.

Βέβαια, μπορεί η λέξη να υπάρχει πριν από το πράγμα, με άλλη σημασία. Πάντως, η λέξη «απεργία» δεν μαρτυρείται στα αρχαία ελληνικά –υπάρχει όμως, στον Ησύχιο, τον λεξικογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., η λέξη «απεργός», με τη σημασία «αργός». Όσο για τις σημερινές σημασίες, η λέξη «απεργία» σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφεται το 1889, ενώ το ρήμα «απεργώ» από το 1886. Όπως θα δούμε, οι πληροφορίες αυτές, αν ισχύουν και στη νεότερη έκδοση του λεξικού, που δεν την έχω πρόχειρη, είναι λαθεμένες.

 

Όπως έχω ξαναπεί, οι χρονολογίες πρώτης εμφάνισης λέξεων που δίνει στα λεξικά του ο Μπαμπινιώτης είναι αντιγραμμένες από τη Συναγωγή νέων λέξεων που είχε εκδώσει το 1900 ο Στέφανος Κουμανούδης. Αυτό έχει σαν συνέπεια ότι όποιες λέξεις δεν τις συμπεριέλαβε ο Κουμανούδης ή όποιες εμφανίστηκαν μετά το 1900, δεν χρονολογούνται. Επίσης, ο Κουμανούδης ήταν μεν πολύ αξιόλογος άνθρωπος και μπροστά από την εποχή του, αλλά από τότε έχουν περάσει 120 χρόνια –θέλω να πω, είτε το Κέντρο Λεξικολογίας είτε κάποιος δημόσιος φορέας σαν το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, που εκδίδει και το ΛΚΝ, θα μπορούσαν να αναθέσουν σε δυο νεαρούς γλωσσολόγους να παίξουν τον ρόλο του «γλωσσικού ληξιάρχου». Αλλά ας σταματήσω τη γκρίνια.

Λοιπόν, η χρονολόγηση του Μπαμπινιώτη είναι λαθεμένη, διότι το 1883 ο Εμμανουήλ Λυκούδης κυκλοφόρησε, στην Ερμούπολη, που ήταν το πρώτο βιομηχανικό κέντρο του νεοελληνικού κράτους, βιβλίο με τίτλο «Η εν Ελλάδι βιομηχανία και αι απεργίαι υπό την έποψιν της νομοθεσίας και της πολιτικής οικονομίας». Και για να γράφεται βιβλίο για τις απεργίες, φως φανάρι ότι η λέξη έχει μερικά χρόνια ιστορίας πίσω της.

Πόσα χρόνια; Και, ποια ήταν η πρώτη απεργία που έγινε στην Ελλάδα; Σύμφωνα με την Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας του Γ. Κορδάτου, το βιβλίο του Λυκούδη γράφτηκε ακριβώς σαν απάντηση στις πρώτες μεγάλες απεργίες που οργανώθηκαν στη Σύρα. Πρώτη ήταν η απεργία των εργατών του ναυπηγείου, τον Φεβρουάριο του 1879, και δεύτερη, πιο μαχητική, η απεργία των βυρσοδεψεργατών, λίγο αργότερα.

Η συριανή εφημερίδα «Πατρίς» γράφει για την πρώτη από τις απεργίες αυτές: «Έν βήμα έτι προς την πρόοδον! Έχομεν εν Σύρω απεργίαν τετρακοσίων περίπου εργατών. Το Ναυπηγείον αργεί». Η πρώτη αυτή απεργία στάθηκε νικηφόρα αλλά όχι για πολύ: οι εργοδότες υποχώρησαν αλλά στα κρυφά έφεραν εργάτες από άλλα νησιά και ένα μήνα αργότερα αθέτησαν το λόγο τους. Η δεύτερη απεργία, των εργατών των βυρσοδεψείων, είχε αιτήματα: α) να αυξηθούν οι μισθοί για να αντισταθμιστεί η υποτίμηση, και β) να πληρώνονται σε γερό νόμισμα (πληρώνονταν σε ρώσικο νόμισμα, που είχε μόλις υποτιμηθεί), γ) να καταργηθεί η κουτουράδα ( = κατ’ αποκοπή εργασία), δ) να ισοκατανέμεται η δουλειά ώστε να μη μένουν κάποιοι άνεργοι, ε) να μειωθούν οι ώρες εργασίας (ήταν 12ωρο) και στ) να καταργηθεί η δίωρη υποχρεωτική απλήρωτη εργασία της Κυριακής. Η απεργία αυτή ήταν πολύ μαχητική, κάποιοι απεργοσπάστες έφαγαν γερό ξύλο, η αστυνομία έκανε επέμβαση, τελικά όμως οι εργοδότες υποχώρησαν στα περισσότερα αιτήματα.

Ο Λυκούδης, που ήταν πρωτοδίκης Σύρου, έγραψε αμέσως πύρινα άρθρα κατά των απεργιών, και 4 χρόνια αργότερα τύπωσε το βιβλίο του, στο οποίο καταδικάζει τις απεργίες ως «αντικοινωνικές» εκδηλώσεις. Ως το 1883 που γράφει ο Λυκούδης το βιβλίο φαίνεται ότι οι απεργίες είχαν εξαπλωθεί και στην Αττική, διότι στον πρόλογο διαβάζουμε: «Το ατυχές εν τούτοις της Σύρου παράδειγμα δεν ίσχυσεν να αποτρέψει ομοίας αποπείρας, διότι κατά το έτος τούτο [1883] αι των εργατών συστάσεις προς απεργίαν αποτελούσιν εν Πειραιεί, Αθήναις και Λαυρεωτική την ημερησίαν διάταξιν εν τη εξελίξει της νεαράς αρτιπαγούς και κλονιζομένης έτι… βιομηχανικής παραγωγής του ημετέρου έθνους».

Πολύ νωρίς έγιναν απεργίες και στον Βόλο, τον Δεκέμβριο του 1882, δηλ. έναν χρόνο μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, όταν απέργησαν οι εργάτες που έφτιαχναν τον σιδηρόδρομο. Εδώ, έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο οι Ιταλοί εργάτες που είχαν μετακληθεί, που ήταν ήδη έμπειροι σε εργατικούς αγώνες.

Όμως, ίσως να υπήρχαν και παλιότερα απεργίες που δεν έχουν καταγραφεί ή έστω προσπάθειες για απεργίες. Η λέξη, πάντως, πιθανώς μαρτυρείται ακόμη νωρίτερα. Το 1869, όπως γράφει ο Γ. Κορδάτος, μοιράστηκε δωρεάν σε όλες τις πόλεις όπου υπήρχαν βιομηχανικές επιχειρήσεις, ένα φυλλάδιο με τον τίτλο: «Εγκόλπιον του Εργατικού Λαού» ή «Συμβουλαί προς τους χειρώνακτας». Το φυλλάδιο αυτό είχε εκδοθεί από την «Εταιρεία των φίλων του Λαού» και ήταν μετάφραση μιας γαλλικής μπροσούρας του Th. H. Barrau, που είχε τον τίτλο: «Conseils aux ouvriers». Ο μεταφραστής της Ν. Δραγούμης είχε αλλάξει σε πολλά σημεία το γαλλικό κείμενο για να το προσαρμόσει στις ελληνικές συνθήκες. Στο βιβλίο αυτό, αφού πρώτα δίνονται στους εργάτες (χειρώνακτες τους αποκαλεί) διάφορες ηθικοπλαστικές συμβουλές, αναλύονται οι βλαβερές συνέπειες της αργίας, και μετά περνάμε στο σημείο που μας ενδιαφέρει:

«Αλλά πλην της ακουσίας αργίας επέρχεται και η εκούσια (απεργία) συνήθως εν Γαλλία και μάλιστα εν Αγγλία, σπανιωτάτη δε ευτυχώς παρ’ ημίν εννοώ δε την εκ συμφώνου και διά μιας αποχήν των ομοτέχνων χειρωνακτών από της εργασίας, οσάκις αξιώσιν ανώτερα ημερομίσθια, αποποιούνται να παραδεχθώσι την υπό της εξουσίας οριζόμενην ανατίμησιν» (σ. 122-123). Και συνεχίζει: «Δεν είναι ίδιον αγαθού πολίτου να παραβαίνει τον νόμον. Και κακός αν είναι ο νόμος πρέπει να υποτασσώμεθα εις αυτόν και μόνον διά θεμιτών τρόπων να επιζητώμεν τη διόρθωσιν. Πλην δε της προσβολής του νόμου και της προσβολής του συμφέροντος του χειρώνακτος, προκύπτει εκ της εκουσίας αργίας (απεργίας) και άλλο ατόπημα. Οι εργάται και οι εργοστασιάρχαι διαιρούνται εις δύο πολέμια στρατόπεδα και θεωρούντες αλλήλους ως εχθρούς επιθυμούσιν ο εις του άλλου τη ζημίαν, το οποίον και ασύμφορον και αντιχριστιανικόν είναι…» (σ. 123 – 124).

Επειδή δεν έχω κάνει αυτοψία στο κείμενο, έχω μια μικρή επιφύλαξη μήπως η λέξη σε παρένθεση «(απεργία)» είναι προσθήκη του Κορδάτου. Αν είναι έτσι, η παλιότερη ανεύρεση μένει το 1879, δηλαδή δέκα χρόνια νωρίτερα  απ’ όσο λέει ο Μπαμπινιώτης· αλλιώς, η παλιότερη ανεύρεση είναι από το 1869, είκοσι χρόνια νωρίτερα.

Απεργίες υπάρχουν πολλών ειδών. Μια απεργία μπορεί να είναι «γενική», «πανελλαδική» και «πανεργατική». Έχουμε ακόμα προειδοποιητική απεργίααπεργία διαμαρτυρίαςαπεργία συμπαράστασης, πολιτική απεργία. Ανάλογα με τη διάρκειά της, έχουμε εικοσιτετράωρη απεργία, 48ωρη απεργία, τριήμερη απεργία, απεργία διαρκείας. (Αν η διάρκεια είναι μικρότερη από μία εργάσιμη ημέρα, μιλάμε για «στάση εργασίας»). Σε αντιδιαστολή με τη γενική απεργία, έχουμε την κλαδική απεργία, ενώ στο ΛΚΝ βρίσκω ότι «κυλιόμενη απεργία» είναι εκείνη «που πλήττει με τη σειρά τα διάφορα τμήματα μιας επιχείρησης, μιας υπηρεσίας κτλ.» -ωστόσο, μπορεί κανείς επίσης να μιλήσει για χρονικά κυλιόμενη απεργία, π.χ. 24ωρη κυλιόμενη. Υπάρχει επίσης και η «παράνομη και καταχρηστική απεργία», ύστερα από δικαστική απόφαση. Η φράση κοντεύει να γίνει κλισέ, αν και υποθέτω πως θα υπάρχουν παράνομες απεργίες που δεν είναι καταχρηστικές, ίσως και το αντίστροφο.

Στη λευκή απεργία, οι απεργοί προσέρχονται στο χώρο εργασίας αλλά δεν εργάζονται. Ο Μπαμπινιώτης λημματογραφεί ως «απεργία ζήλου» τη σχολαστική, κατά γράμμα τήρηση των κανόνων, έτσι ώστε να επιβραδύνεται ο ρυθμός της εργασίας, που μπορεί να είναι αποτελεσματική σε ορισμένους κλάδους -είναι το αγγλικό work-to-rule, υποθέτω. Σε παλιές εφημερίδες βρίσκει κανείς αναφορές σε ‘φοιτητικές απεργίες’, σήμερα όμως ο όρος δεν χρησιμοποιείται. Με μεταφορική σημασία, έχουμε την απεργία πείνας (κάποτε και δίψας), την αποχή από τη σίτιση σε ένδειξη έντονης διαμαρτυρίας.

Το 1882 έγινε και η πρώτη απεργία τυπογράφων, με αποτέλεσμα να μην εκδοθούν εφημερίδες. Με την ευκαιρία εκείνη, ο Γεώργιος Σουρής δημοσίευσε στην εφημερίδα “Μη χάνεσαι” (με την οποία συνεργαζόταν πριν αρχίσει να βγάζει τον Ρωμηό) ποίημα με τίτλο «Απεργία». Ολόκληρο το ποίημα το βρίσκετε στον παλιό μου ιστότοπο. Εδώ παραθέτω τις τέσσερις πρώτες στροφές, με κάποια σχόλια μέσα σε αγκύλες.

Απεργία
του Γ. Σουρή

Από εφημερίδες γλιτώσαμε μια μέρα
δεν μάθαμε καινούργια και του Χαβά ειδήσειςּ      [το πρακτορείο Havas]
μα τι ευλογημένη εκείνη η Δευτέρα!
δεν άκουες μουρμούρες κι αγρίας συζητήσεις.
Εις όλους ησυχία και άφωνη γαλήνη…
δεν χάνεται ο κόσμος αδιάβαστος αν μείνει.

Δεν μάθαμε τι νέο στην Αίγυπτο συνέβη,  [Επέμβαση αγγλογάλλων στην Αίγυπτο]
δεν μάθαμε τι είπε ο Δούφφεριν στην Πύλη,   [ο μαρκήσιος Dufferin, πρεσβευτής της Μ. Βρετανίας στην Πόλη]
τι τάχα ο Τρικούπης στο νου του μαγειρεύει,
και αν στρατό δικό μας στην Αίγυπτο θα στείλει.
Δεν μάθαμε τι τρέχει και εις την έξω σφαίρα,
δεν μάθαμε ακόμη τι τρέχει κι εδώ πέρα.

Δεν μάθαμε ποιος ήλθε από την Εσπερία                                    [οι εφημερίδες δημοσίευαν ταχτικά τις αφίξεις ξένων…]
κι εις ποιο Ξενοδοχείο επήγε να καθίσει,
δεν μάθαμε πως φεύγει του τάδε η κυρία,                                    […τις αναχωρήσεις για το εξωτερικό]
ποιος έφερε καινούριους συρμούς απ΄ το Παρίσι!                 […την καινούργια πραμάτεια των εμπόρων]
Ποιος πήγε τα λουτρά του στην Αιδηψό να κάμει,                 […τις αναχωρήσεις για διακοπές]
και τίνος εγινήκαν ομογενούς οι γάμοι.

Δεν είδαμε και άρθρα μακροσκελών σελίδων,
ελείψανε οι πόνοι κι οι πατριωτισμοί,
τα βάραθρα, η φρίκη, το μέλλον των ελπίδων,
το πνίξιμο του έθνους και οι κατακλυσμοί.
Εγλίτωσαν και πένες, χαρτιά και καλαμάρια
από καλαμαράδων παντοτεινή αγγάρια.

Αυτή η απεργία των τυπογράφων ήταν μια από τις πρώτες στην Ελλάδα. Φυσικά, σε άλλες χώρες είχαν συμβεί απεργίες νωρίτερα και σε άλλες γλώσσες η αντίστοιχη λέξη είναι ακόμα παλιότερη.

Στα αγγλικά, η απεργία είναι strike, που θα πει χτύπημα (και έχει κι άλλες χίλιες δυο σημασίες). Η σημασία της απεργίας καταγράφεται από το 1810, λέει το OED. Στα γαλλικά, η απεργία είναι grève, και σύμφωνα με το ATILF καταγράφεται από το 1805 –όμως πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία της λέξης. Στις όχθες του Σηκουάνα, εκεί που είναι σήμερα το Δημαρχείο του Παρισιού, ήταν μια πλατεία που ονομαζόταν Place de la Grève –grève θα πει περίπου όχθη, ή μάλλον η επίπεδη, αμμουδερή και χαλικοστρωμένη όχθη ποταμού ή ακρογιαλιά (συγγενική πρέπει να είναι η λέξη gravat, αμμοχάλικο). Η πλατεία είχε γίνει στέκι όπου μαζεύονταν οι εργάτες, κυρίως οικοδόμοι, περιμένοντας να περάσει μάστορας να τους πάρει για δουλειά. Και όταν οι λιθοξόοι απέργησαν, ζητώντας αύξηση, αποκάλεσαν, μεταξύ τους, στην αργκό τους, faire grève την πράξη τους. Όπως λέει ένα κείμενο της εποχής: « Les tailleurs de pierre ont décidé entre eux de faire, demain lundi, ce qu’ils appellent «grève» (c’est-à-dire de quitter l’ouvrage) pour demander de l’augmentation ». (Οι λιθοξόοι αποφάσισαν μεταξύ τους να κάνουν αύριο Δευτέρα, grève, όπως το λένε, δηλαδή να εγκαταλείψουν τη δουλειά, για να ζητήσουν αύξηση).

Θα μου πείτε: Απεργία, αλλά σε συνθήκες πανδημίας; Όταν όλη η χώρα -όλος ο πλανήτης, πιο σωστά- παλεύει με έναν ύπουλο εχθρό, είναι σωστό να διασπάται το εσωτερικό μέτωπο με απεργίες;

Αλλά αν δεχτούμε την αναλογία του πολέμου, θα είχα να παρατηρήσω ότι πρώτη διέσπασε το εσωτερικό μέτωπο η κυβέρνηση -η οποία, αντί να παίρνει μέτρα για αντιμετώπιση της πανδημίας και του οικονομικού μαρασμού που έχει προκαλέσει, επιδιώκοντας μάλιστα μιαν ευρύτερη συναίνεση, έχει τον τελευταίο καιρό επιταχύνει την επεξεργασία νομοθετικών μέτρων που πλήττουν την κοινωνική συνοχή, χωρίς καμιά συναίνεση των άλλων πολιτικών δυναμεων, όπως ο πτωχευτικός κώδικας ή το σχεδιαζόμενο εργατικό νομοσχέδιο. Δικαίωμά της φυσικά, αφού έχει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία -αλλά και δικαίωμα των εργαζομένων να αντιδράσουν. Δεν μπορεί να μπει σε καραντίνα η συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα.

Οπότε, από την πλατεία πλάι στον Σηκουάνα το 1805 στα ναυπηγεία της Ερμούπολης το 1879 και στους δρόμους της Αθήνας το 2020 –απεργία τότε και τώρα, και ο αγώνας συνεχίζεται!

 

Πηγή: sarantakos.wordpress.com

...