Η πρόταση της ΝΔ  για τον εκλογικό νόμο συνεχίζει την αντιδημοκρατική εκτροπή  που άρχισε με το πρώτο νομοθέτημα του Θεοδωρικάκου τον Αύγουστο του 2019 και από τότε συστηματικά κατεδαφίζει τις θεσμικές δημοκρατικές κατακτήσεις  της ΤΑ από το 1974.

 

Συνοπτικά:

  • Κατήργησε ουσιαστικά τα Δημοτικά Συμβούλια – Περιφερειακά Συμβούλια (Δ.Σ. – Π.Σ.) αφαιρώντας τους όλες τις κύριες αρμοδιότητες (εκτός της έγκρισης του Π/Υ),  που τις ανέθεσε στον Δήμαρχο – Περιφερειάρχη και την ελεγχόμενη από αυτούς Οικονομική Επιτροπή. Παραβιάζει έτσι όχι μόνο τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, αλλά ανατρέπει και το ελληνικό αυτοδιοικητικό κεκτημένο, σύμφωνα με τα οποία βασικά όργανα λήψης αποφάσεων είναι τα συλλογικά όργανα της αυτοδιοίκησης (ΔΣ – ΠΣ). Επικαλούμενη και την πανδημία, επιτρέπει οι Οικονομικές Επιτροπές με τη δεδομένη πλειοψηφία να προχωρούν σε αναθέσεις εκατομμυρίων, σε ανεξέλεγκτες προσλήψεις έκτακτου προσωπικού, σε δημιουργία Αναπτυξιακών  Οργανισμών, σε προγραμματικές συμβάσεις κ.α.
  • Με αντιθεσμικό – αντισυνταγματικό τρόπο άλλαξε άρδην μετεκλογικά τις ρυθμίσεις για την ενδοδημοτική αποκέντρωση που προέβλεπε ο ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ Ι, με την αφαίρεση των αρμοδιοτήτων από τις τοπικές κοινότητες και τον τρόπο εκλογής των Προέδρων τους.
  • Συνολικά, απέτρεψε την εφαρμογή στις Διοικήσεις των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού του νέου πλαισίου που προέβλεπε το σύστημα της απλής αναλογικής. Ισχυριζόμενη ότι θα προκαλούσε ακυβερνησία, πριν αναλάβουν οι νέες αυτοδιοικητικές αρχές (Σεπτέμβριος 2019), το αντικατέστησε με ένα συγκεντρωτικό απόλυτα δημαρχοκεντρικό, αδιαφανές σύστημα λήψης αποφάσεων.

 

Τώρα με τον προτεινόμενο εκλογικό νόμο, οι πιο βασικές  ρυθμίσεις είναι :

  • Καθιερώνει ένα απόλυτα πλειοψηφικό σύστημα όπου με 43% ο πρώτος συνδυασμός εκλέγει το 60% των συμβούλων, τον Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη. Είναι μια πρωτοφανής, πανευρωπαϊκά, εκλογική ρύθμιση που έρχεται να καταργήσει το μετριοπαθές αναλογικό σύστημα που είχε καθιερώσει ο ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ Ι (απλή αναλογική στην εκλογή των συμβούλων, πλειοψηφικό στην ανάδειξη Δημάρχων – Περιφερειαρχών), ως το πρώτο βήμα σε μια σειρά ευρύτερων μεταρρυθμίσεων στην αυτοδιοίκηση  που θα αφορούσαν τις αρμοδιότητες, τους πόρους, την επιχειρησιακή ενίσχυση των ΟΤΑ.
  • Εξαφανίζει ουσιαστικά την αυτοτελή λειτουργία των τοπικών κοινοτήτων (δημοτικές τις μετονομάζει), αφού υποχρεώνει τους υποψηφίους τους να «κρέμονται» κάτω από ένα δημοτικό συνδυασμό και να εξαρτώνται από το κεντρικό αποτέλεσμα των δήμων. Καταργεί δηλαδή την τρίτη κάλπη που επέτρεψε σε χιλιάδες πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στις τοπικές υποθέσεις.
  • Ορίζει το 3% ως όριο εισόδου στην κατανομή των εδρών εμποδίζοντας την εκπροσώπηση μικρών τοπικών δυνάμεων. Η ρύθμιση είναι εντελώς εξοργιστική αφού το νομοσχέδιο προβλέπει ότι ο Δήμαρχος θα έχει εξασφαλισμένα τα 3/5 του συνόλου των συμβούλων.
  • Μειώνει τον αριθμό των συμβούλων σε όλες τις περιφέρειες, στους μεγάλους Δήμους αλλά και στην πλειοψηφία των Κοινοτήτων, 20% κατά μέσο όρο, αναδεικνύοντας την ολιγαρχική αντίληψη της Δεξιάς για τη Δημοκρατία. Όσο λιγότεροι ασχολούνται με τα κοινά, τόσο το καλύτερο…
  • Αντίθετα, αυξάνει τον πιθανό αριθμό των υποψηφιοτήτων στο 150% των εδρών κάθε ΟΤΑ. Αυτό συνδυαζόμενο με την υποχρέωση των παρατάξεων να παρουσιάσουν υποψηφίους στο 80% των δημοτικών κοινοτήτων αποσκοπεί στη δημιουργία εμποδίων προκειμένου να αποκλειστούν συνδυασμοί  από τις εκλογές.

 

Είναι προφανές ότι με το προτεινόμενο νομοσχέδιο επιδιώκεται η εγκαθίδρυση και παγίωση ενός αυταρχικού – αδιαφανούς συστήματος διακυβέρνησης ελεγχόμενο από τη συντηρητική παράταξη. Στόχος ο αποκλεισμός των προοδευτικών δυνάμεων από την πλειοψηφία των ΟΤΑ σύμφωνα με τη ρήση  του Βορίδη «λήψη θεσμικών μέτρων έτσι ώστε να μην κυβερνήσει η αριστερά»!!!

Δυστυχώς η μεγάλη πλειοψηφία των Δημάρχων – Περιφερειαρχών και των κεντρικών οργάνων της Αυτοδιοίκησης  (ΚΕΔΕ – ΕΝΠΕ) τάχθηκαν υπέρ των βασικών ρυθμίσεων του νομοσχεδίου (βλ. αποτελέσματα εκλογών 2019 !!!). Υπήρξαν βέβαια αξιοσημείωτες αντιδράσεις σε αρκετά Δ.Σ. και σε δύο Π.Σ. (Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας) όπου πλειοψηφικά διαφώνησαν με  τον προτεινόμενο εκλογικό νόμο. Κυρίως όμως καταγράφηκε μια μεγάλη διαπαραταξιακή αντίδραση των τοπικών συμβούλων που ανάγκασε την κυβέρνηση να κάνει πίσω στην κατάργηση των δημοτικών κοινοτήτων της Αττικής και στη δυνατότητα εκλογής των Προέδρων σε κοινότητες κάτω των 300 κατοίκων, ανεξάρτητα από τον πλειοψηφούντα δημοτικό συνδυασμό, με βάση τη σταυροδοσία στις τοπικές κοινότητες.