Mετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, τό 1968,ο Δημήτρης Χατζής ήθελε νά φύγει άπό την Ουγγαρία, άπό τή Βουδαπέστη, οπού, ώς γνωστόν έμενε στην περίοδο τής «έμιγκράτσιας», όπως ονόμαζε ό ίδιος τά μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια τής έξορίας του, καί νά πάει νά έγκατασταθεΐ οπού τυχόν άλλου θα ήταν δυνατόν νά βρει μια δουλειά να ζήσει και να γράψει.

Τό φθινόπωρο του 1972 ό Δημήτρης Χατζής ανέλαβε έντολή να διδάξει ελληνική γλώσσα και λογοτεχία στή γνωστή παρισινή Σχολή Ανατολικών Γλωσσών μετά άπό πρόταση του άείμνηστου νεοελληνιστή Yvon Tarabout, καθηγητού καί διευθυντού τότε του έκεΐ Νε­οελληνικού Τμήματος.

Ό Τάκης έφθασε στό Παρίσι μ’ ενα «φύλλο άπάτριδος», ενα άπλό, κοινό διπλωμένο χαρτί, έκδεδομένο
στήν Ουγγαρία, στό όποιο, έκτος άπό τό όνομά του,άναγράφονταν οί ενδιάμεσοι, άπό τή Βουδαπέστη ώς τό Παρίσι, σιδηροδρομικοί σταθμοί απ ’οπού έπρεπε ύποχρεωτικώς νά περάσει. ’Άλλο έπίσημο έγγραφο (διαβατήριο, ταυτότητα, δίπλωμα όδηγήσεως) δέν είχε κανένα.

Μ’αυτό λοιπόν τό «φύλλο άπάτριδος» καί μέ τά δικαιολογητικά τοϋ διορισμού του στό Πανε­πιστήμιο ό Δημήτρης Χατζής παρουσιάστηκε στή γαλ­λική άστυνομία γιά νά ζητήσει τήν έκδοση τής κάρτας διαμονής του στή Γαλλία. Έκεΐ έμαθε ότι ό μόνος τρό­πος πού υπήρχε γιά νά μπορέσει νά μείνει στή Γαλλία ήταν νά ζητήσει πολιτικό άσυλο ώς προερχόμενος έξ Ουγγαρίας. Ό Τάκης εξήγησε ότι ήταν, βέβαια, πολι­τικός πρόσφυγας, άλλ’ όμως άπό τήν Ε λ λ ά δ α καί όχι άπό τήν Ουγγαρία, καί ότι ήταν πρόθυμος νά ζητήσει πολιτικό άσυλο άλλά ώς προερχόμεος έξ Ε λλάδος,μιά καί στήν Ε λ λ ά δ α ήταν καταδικασμένος γιά πολιτι­κούς λόγους σέ θάνατο καί στήν Ε λ λ ά δ α δέν μπορούσε νά γυρίσει άκίνδυνα, ένώ στήν Ουγγαρία γύριζε όποτε ήθελε καί χωρίς πρόβλημα. Κι άκόμη πώς, όταν χρειάστηκε νά φύγει κακήν κακώς ά π’ τήν Ελλάδα,στήν Ουγγαρία είχε βρει ώς τότε άποκούμπι καί σπίτι καί δουλειά καί αναγνώριση καί ότι εν τέλει τού φαινό­ταν άνήθικο νά τού ζητούν ν’άπαρνηθεΐ αυτούς πού τόν συντρέξανε στήν ξενιτειά.

Παρά τις έπίμονες προσπάθειες τών πανεπιστη­μιακών άρχών, οί γαλλικές υπηρεσίες άσφαλείας, στό ψυχροπολεμικό κλίμα τής έποχής καί πολύ κοντά άκό­μη στήν μαγιάτικη εξέγερση τού 1968, έμειναν άδιάλλακτα άμετάπειστες. ΌΤάκης τά ξαναμάζεψε, μπήκε στό τραίνο, ξεδί­πλωσε καί σφράγισε στούς προκαθορισμένους σιδη­ροδρομικούς σταθμούς τό «φύλλο τού άπάτριδος» καί ξαναγύρισε στή Βουδαπέστη.

Οί άνθρωποι αυτοί είχαν φιλότιμο καί ήθικές αρχές.Καί τέτοιοι άνθρωποι «δέν φτύνουν έκεΐ πού έφαγαν ψωμί», όπως πολύ ώραΐα έγραψε ό Γιώργος Μπράμος στήν Κυριακάτικη Καθημερινή τής 25/26 Μαρτίου 2000.

11 Ιουνίου 2000
(ΑΝΤΙ , τεύχος 743-744, από το ψηφιοποιημένο αρχείο του Παντείου Πανεπιστημίου.)

Το ιστορικό αυτό κείμενο ανέσυρε μετά απο έρευνα ο Εκπαιδευτικός και Συγγραφέας Γιώργος Μπουγελέκας τον οποίο κι ευχαριστούμε ιδιαίτερα ως independentnews.gr,γιατί χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε σήμερα μπροστά μας!