, Μάνος Κατράκης: 14/7/1908 — 02/9/1984, INDEPENDENTNEWS

Ο Μάνος Κατράκης με συντρόφους του στην εξορία

«Σύντροφε Μάνο,  Ερωτόκριτέ μας άξιε γιε της Ρωμιοσύνης
Ερωτας είσαι και ομορφιά και λεβεντιά και αγάπη
στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη
μες στη φωνή σου ακέριος ο λαός βρίσκει την πιο σωστή φωνή του
μες στη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία του κόσμου.
Σύντροφε Μάνο εσένανε σου πρέπουν αψηλόκορφοι ύμνοι σαν τον πάππο σου τον ψηλορείτη…»

Γιάννης Ρίτσος


Κάθε φορά που θέλει κάποιος να μιλήσει για τον Μάνο Κατράκη, αυτοί οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου έρχονται και διεκδικούν την πρώτη θέση στη σκιαγράφηση αυτής της πολυδιάστατης προσωπικότητας, διεκδικούν την πρώτη θέση για να μνημονεύσουν τον άνθρωπο, τον αγωνιστή και καλλιτέχνη, που πάντα βρίσκεται στην καρδιά και στη μνήμη μας, κι ας έχουν περάσει 28 χρόνια από τότε που έφυγε (2/9/1984). Τα λόγια αυτά του Ρίτσου ήταν το δώρο του για τον εορτασμό των 50 χρόνων στο Θέατρο του Μάνου Κατράκη , με τον οποίο πρώτα απ’ όλα μοιράστηκαν τα βάσανα της εξορίας, στη συνέχεια βρέθηκαν πλάι – πλάι στους αγώνες για την ειρήνη και το σοσιαλισμό, χτίζοντας έτσι μια βαθιά φιλία.

«Αν ο Μάνος Κατράκης μεσουρανούσε στη θεατρική ζωή του τόπου μας, δεν το χρωστάει μονάχα στο λεβέντικο παράστημα και στο συναρπαστικό φωνητικό όργανο, μα στην απόλυτη ψυχική του αφοσίωση στην Τέχνη» επισημαίνει ο κορυφαίος σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλέξης Σολομός, προλογίζοντας το λεύκωμα που κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή» με τίτλο «Μάνος Κατράκης (Στη ζωή, στη σκηνή και την οθόνη)». Και συνεχίζει ο Αλέξης Σολομός: «Δίχως συμφεροντολογικά κίνητρα, δίχως συμβιβασμούς και αυτοθαυμασμούς, μας πρόσφερε παραστάσεις με πνευματικό μήνυμα, πατριωτικό αίσθημα και ανθρώπινη πνοή. Οσο παράξενο κι αν φαίνεται, η “υποκριτική τέχνη” δε στηρίζεται στην υποκρισία, αλλά στην ψυχική ειλικρίνεια. Και την ειλικρίνεια αυτή – που χαρακτήριζε τον Κατράκη σαν ηθοποιό και σαν άνθρωπο – τη συνδυάζω με κάτι που μου είπε, όταν ετοιμάζαμε μια παράσταση: “Θα προτιμούσα να μην τονίσω τη φράση αυτή όπως τη θέλεις, γιατί, αν την πω έτσι, δε θα είμαι εγώ”»…

 

, Μάνος Κατράκης: 14/7/1908 — 02/9/1984, INDEPENDENTNEWS

Μάνος Κατράκης – Λίντα Αλμα

 

Αδάμαστος και ευαίσθητος

Η ζωή του αρχίζει από το Καστέλι Κισσάμου, όπου ξαναγύριζε όποτε μπορούσε για να ξαναθυμηθεί τον πατέρα του, Χαράλαμπο, από τον οποίο ορφάνεψε νωρίς, τα άλλα τέσσερα αδέρφια του και την κυρα-Ειρήνη, τη μάνα του, που τη λάτρευε και της έμοιαζε όχι μόνο στην εμφάνιση, αλλά και στον πεισματικό χαρακτήρα και την αδάμαστη ψυχή. Θυμίζουμε έναν, καταγραμμένο, σχεδόν δύο δεκαετίες πριν στο «Ρ», διάλογό του με τη μάνα του, ως δείγμα του χαρακτήρα και των δυο. Η κυρα-Ειρήνη, όπως όλες οι μανάδες των κρατουμένων αγωνιστών, υπέφερε με τον εγκλεισμό του παιδιού της. Σε μια συνάντησή τους στην εξορία, ο Κατράκης δοκίμασε την ψυχική αντοχή της μάνας του: -«Τι είναι Μανόλη;» -«Θες να ‘ρθω στο σπίτι, μάνα ;» -«Πώς θα ‘ρθεις;» -«Ε… θα υπογράψω και θα ‘ρθω»- «Ιντα να υπογράψεις;» -«Δήλωση» -«Ιντα δήλωση;» -«Οτι δεν είμαι αυτό που είμαι…» -«Και δεν είσαι;» -«Είμαι» -«Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις…».

Οσοι τον γνώρισαν μιλούν για την παλικαριά του Μάνου Κατράκη να αγαπά και να μοχθεί για τη ζωή, τον αγώνα, την τέχνη. Δυνατός, εργατικός, σεμνός και αταλάντευτος, επέλεξε το δύσκολο δρόμο και στη ζωή και στην τέχνη. Οι προσωπικές του αγωνίες ήταν οι αγωνίες του λαού και η ανησυχία του ήταν η ανησυχία του παθιασμένου εργάτη της τέχνης.

Ο Μάνος Κατράκης από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση στο θέατρο το 1928, φανέρωσε το υποκριτικό του ταλέντο και ανέβηκε γρήγορα την κλίμακα της θεατρικής ιεραρχίας, για να καταλάβει μια δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους κορυφαίους ηθοποιούς μας.

Η κριτική αντιμετωπίζει με ενθουσιασμό την πρώτη κιόλας παρουσία του στο θέατρο (στο ρόλο του Χαρίδημου, στον Ερωτόκριτο). Ο Αλκης Θρύλος έγραψε: «Υπήρξε μια αποκάλυψη. Ο κ. Κατράκης γέμισε τη σκηνή μόλις παρουσιάστηκε, χόρεψε με χάρη γοητευτική και μια εξαιρετική ευλυγισία και έπαιξε σαν δοκιμασμένος ηθοποιός». Ενώ ο Μιχαήλ Ροδάς τον χαρακτήρισε «λεβέντη στην όψη και στο κορμί», «ελπίδα του νεωτέρου μας θεάτρου, ένα καλλιτεχνικό αστέρι λαμπρό», για το οποίο πίστευε ότι «η Κρήτη που τον έβγαλε έπρεπε να υπερηφανεύεται».

«Διάλεξα να είμαι κομμουνιστής»

Στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής και στα τραγικά χρόνια του εμφυλίου, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της Αντίστασης. Απολύεται από το Εθνικό Θέατρο για τις ιδέες του, συλλαμβάνεται, του ζητούν να υπογράψει δήλωση, αρνείται και εξορίζεται στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη, μέχρι το 1952. Αλλά και αργότερα, ήταν πάντα από τους πρώτους, σε όλους τους λαϊκούς αγώνες και πάντα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, μέχρι το θάνατό του. Σε εποχές γενικού ξεπουλήματος ο Μάνος Κατράκης , είτε με το λόγο του «Προμηθέα», είτε με τη συμμετοχή του στην Αντίσταση, στο συνδικαλιστικό κίνημα, στις διεκδικήσεις του ΚΚΕ, τίποτε άλλο δεν επιζητούσε από το να υπηρετήσει τον άνθρωπο.

Χαρακτηριστικό είναι ένα επεισόδιο που έχουν διηγηθεί, τόσο ο Γιάννης Ρίτσος, όσο και η Ρούλα Κουκούλου, όταν οι Αλφαμίτες τον βασάνιζαν: «Γονάτισε Κατράκη » – του έλεγαν – «αλλιώς θα πεθάνεις». «Οχι, ρε παιδιά, τέτοια χάρη δε σας την κάνω». «Τι παριστάνεις, ρε;» – συνέχιζαν – «Τον Μαρίνο Κοντάρα;» (τον ήρωα της ομώνυμης ταινίας που είχε ενσαρκώσει τον ατρόμητο ήρωα). Κι ο Κατράκης αποκρίθηκε «…όχι ρε παιδιά, δεν παριστάνω τον Μαρίνο Κοντάρα, απλά τον άνθρωπο».

Οι ιδέες, η ειλικρίνεια, το ανυπότακτο του χαρακτήρα, η ανθρώπινη και κοινωνική ευαισθησία, η καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, αλλά και η κρητική ποιητική φύση του Κατράκη αντανακλώνται και σε ποιήματά του, τα οποία παρατίθενται στο βιβλίο και που έμειναν μια προσωπική υπόθεση που μοιράστηκε μόνο με τους πολύ κοντινούς του ανθρώπους και όχι με το αναγνωστικό κοινό κάποιας έκδοσης. Μέσα από αυτά τα ποιήματα φαίνεται πως στην ψυχή του ζει πάντα η ελπίδα για τον καινούργιο κόσμο: «Στ’ ακροθαλάσσι του Αϊ-Στράτη/ κρυφά από του Θεού το μάτι/ Ζουν άνθρωποι και ωριμάζουν/ καινούριο κόσμο ετοιμάζουν».

Οι δυσκολίες της εξορίας, τα βασανιστήρια, η αλληλεγγύη ανάμεσα στους δοκιμαζόμενους συναγωνιστές καταγράφονται από τον Κατράκη με ποιητικό τρόπο:

«Κείνο το βράδυ στη χαράδρα…/
Δεν το ξεχνάω φίλε/
Είχανε σπάσει δυο μπαμπού/
στα κόκαλά μου…/
Η ανανδρία θυμάμαι/
τα ‘βαλε με τη λεβεντιά/
κείνο το βράδυ/
Μα το νεράκι πού το βρήκες/
σύντροφέ μου;/
Τώρα που πέρασαν οι πόνοι/
σε βλέπω αδύνατο κι ωχρό/
να σεργιανάς/
Κι είπα να σου ‘δινα το χέρι/
για να ξοφλήσω τη δροσιά/
κείνης της νύχτας/
Μα το νεράκι πώς το βρήκες/
το νεράκι/
σ’ εκείνο τ’ άνυδρο το ρέμα».

 

«Η ζωή άρχισε από τότε που μπήκα στο Κόμμα μου», είχε πει ο ίδιος. «Διάλεξα να είμαι κομμουνιστής. Αισθάνομαι υπερηφάνεια για το κόμμα, για τις εκατοντάδες χιλιάδες τους συντρόφους, που αποτελούν τον κορμό του μεγάλου δέντρου του μέλλοντος. Από αυτό αντλούμε όλη τη δύναμη για την τελική δικαίωση των αγώνων και θυσιών του λαού μας. Από τη ζωοδότρα πηγή αυτού του λαού παίρνουμε εμείς οι καλλιτέχνες το υλικό, που το κάνουμε λόγο, εικόνα, ποίηση, μουσική, θέατρο και ό,τι άλλο βοηθά στην καλυτέρευση του νου και της ψυχής».

 

, Μάνος Κατράκης: 14/7/1908 — 02/9/1984, INDEPENDENTNEWS

Μάνος Κατράκης

 

Με τη γλώσσα της καρδιάς

Ο Μάνος Κατράκης που στη διάρκεια του βίου του στη χώρα αυτή πληγώνεται, βασανίζεται, καταδιώκεται, εξορίζεται έρχεται ο καιρός που τιμάται όχι μόνο με πολιτειακές και κοινωνικές διακρίσεις εντός της χώρας του αλλά και εκτός.

Το Μάρτη του 1981 διοργανώνεται στο Παρίσι τιμητική εκδήλωση από τον σκηνοθέτη Γιάννη Ιορδανίδη. Στην εναρκτήρια βραδιά της εκδήλωσης ο Μάνος Κατράκης απευθύνεται στους παρευρισκόμενους με τη γλώσσα της καρδιάς όπως έκανε πάντα:

«Και να γνώριζα τη γλώσσα του Ρακίνα και του Μολιέρου πάλι θα σας μίλαγα ελληνικά. Δεν θέλω τίποτα να ψευτίσει τη συγκίνησή μου και την ευγνωμοσύνη μου για την τιμή που μου κάνετε. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ τις λέξεις της γλώσσας μου που ταυτίζονται με την ψυχή μου. Είναι λέξεις που κρύβουν μέσα τους την καθαρότητα του ελληνικού ουρανού και του ασίγαστου πόντου. Εσείς τιμάτε τα 50 χρόνια της καλλιτεχνικής μου δραστηριότητας. Σας ευχαριστώ. Εγώ όμως θέλω να σας πω ποιος είμαι. Θέλω να με γνωρίσετε σωστά. Θέλω να σας πω πως γεννήθηκα στην Κρήτη. Μεγάλωσα ξυπόλητο παιδί στις αμμουδιές της πατρίδας μου, που έβαζα στ’ αυτιά μου τα κοχύλια της θάλασσας να ακούσω τη βουή του ωκεανού. Δεν ήξερα να αποζητώ την ομορφιά, μα η ομορφιά ξεδιπλωνόταν ολόγυρά μου. Δεν ήξερα να αποζητώ τη λεβεντιά. Μα η λεβεντιά με συνέπαιρνε μέσα μου από τις ιστορίες του παππού μου. Αφήστε να παινέψω την πατρίδα μου. Το αξίζει. Εγινα ηθοποιός όπως θα μπορούσα να γίνω και σιδηρουργός. Ηθελα να ξοδιάσω όσες δυνάμεις κρύβαν τα μπράτσα μου και η ψυχή μου»…

Κείμενο: Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ

Στα προτερήματα του σπουδαίου αυτού τεχνίτη δεν προσμετρώνται μόνο τα δώρα που του χάρισε απλόχερα η φύση, η ολύμπια φωνή, το αρχοντικό παράστημα, το καλλιτεχνικό ένστικτο και ταμπεραμέντο, αλλά κυρίως οι ψυχικές αρετές, που σμιλεύτηκαν κι ωρίμασαν κοπιαστικά και με θυσίες από τα νεανικά του χρόνια στο καμίνι της ταξικής πάλης και της έντονης ζωής του. Πάθος για το δίκιο και τη ζωή, αντρειοσύνη αλλά και πλούσιο συναίσθημα και τρυφερότητα, ατσάλινη θέληση κι εργατικότητα, γενναιοφροσύνη κι ανθρωπιά, ένας χείμαρρος ψυχικών δυνάμεων δίνει λαλιά στο αηδόνι της τέχνης του και είναι αυτές που τον έκαναν ξεχωριστό, ανεπανάληπτο. “Μες τη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία του κόσμου”, όπως γράφει ο Γιάννης Ρίτσος – που σαν συνομήλικος και καρδιακός φίλος του τον γνώριζε καλά – στο ποίημα για τα 50 χρόνια του στο θέατρο.

Το ταλέντο του αυτοδίδαχτου Κατράκη εκδηλώθηκε απ’ τα 18 του χρόνια. Στην ηλικία των 23 χρόνων επιλέχτηκε από τον καινοτόμο, στα τότε θεατρικά δεδομένα της χώρας, σκηνοθέτη και κριτικό θεάτρου Φώτο Πολίτη για το θίασο του νεοϊδρυμένου Εθνικού Θεάτρου, δίπλα σε ήδη καταξιωμένους ηθοποιούς όπως ο κορυφαίος Αιμίλιος Βεάκης, η Ελένη Παπαδάκη, ο Γιώργος Γληνός, η Σαπφώ Αλκαίου. Από τη δεκαετία του ’30 ήταν ολοφάνερο απ’ τη θερμή υποδοχή κάθε νέας του εμφάνισης, πως μια λαμπρή καριέρα ξανοίγονταν μπροστά του. Είχε όλες τις προδιαγραφές για να ζήσει μια άνετη ζωή, μακριά από τις αγωνίες και τις ανάγκες του καταπιεσμένου λαού, απολαμβάνοντας τις τιμές και τις δόξες των εκλεκτών της εξουσίας. Ομως ο Κατράκης προτίμησε να μείνει άνθρωπος. Διάλεξε συνειδητά και με επίγνωση των συνεπειών τράβηξε σταθερά ως το τέλος τον πιο δύσβατο, αλλά το μόνο δρόμο που δίνει νόημα στη ζωή και μεγαλείο στην τέχνη, το δρόμο της στράτευσης στο πιο υψηλό ιδανικό της ανθρωπότητας, το ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Στη Γερμανική Κατοχή πήρε ανάμεσα στους πρώτους δραστήρια μέρος στη μάχη της λαϊκής οργάνωσης και πάλης μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και λίγο αργότερα, το 1943, του Κομμουνιστικού Κόμματος. Για την αγονάτιστη ψυχή του το αστικό κράτος τον παρασημοφόρησε με απόλυση από το Εθνικό Θέατρο το 1947, κράτηση στα μπουντρούμια της ασφάλειας και εξορία από το 1948 ως το Φλεβάρη του 1952 στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη.

Η εξορία και οι βασανισμοί ωστόσο, αντί για την επιζητούμενη “ανάνηψη”, ισχυροποίησαν την πολιτική και ιδεολογική συγκρότηση του Μάνου Κατράκη, που ρούφηξε όλη τη γνώση και την πείρα από τον συγκεντρωμένο στους άγριους αυτούς τόπους ανθό του ελληνικού λαού. Εκεί πλάι στο Ρίτσο, τον Ιμβριώτη, το Σαράφη κι άλλους πολλούς επώνυμους και ανώνυμους συντρόφους ένιωσε πόσο μεγάλος είναι ο άνθρωπος και έδωσε τον καλύτερό του εαυτό για να κρατηθεί ψηλά το αγωνιστικό φρόνημα των εξόριστων και να λάμψει το μεγαλείο της ανθρωπιάς τους. Με την υποδειγματική γενναιότητα και την αλύγιστη στάση του απέναντι στους βασανιστές, αλλά και με την τρυφερή, την εμψυχωτική κουβέντα και συμπαράσταση προς τους “ανήμπορους και πικραμένους, που δεν είχαν τη δική του αντρειά”, όπως γράφει ο Ρίτσος, σαν αληθινός καλλιτέχνης της ζωής, είχε γίνει ένας από τους φάρους του τιτάνιου αγώνα των πολιτικών κρατούμενων για να νικήσουν τον πόνο, την ταπείνωση, το θάνατο. Σ’ αυτή την υπόθεση έταξε και την υποκριτική τέχνη του ειδικά στον Αη Στράτη, όπου -σε αντίθεση με τη Μακρόνησο- τα λιγοστά ψήγματα ελευθερίας επέτρεψαν στην κοινότητα των εξόριστων να ανεβάσουν υψηλού επιπέδου θεατρικές παραστάσεις ανεξάρτητες από τις επιθυμίες και τις παρεμβάσεις της Διοίκησης.

Μετά την επιστροφή του από την εξορία, ούτε το στίγμα του “αντεθνικού μιάσματος”, ούτε οι κάθε είδους αποκλεισμοί και η εχθρότητα του αστικού κράτους τον εμπόδισαν να επιβληθεί και πάλι στη θεατρική σκηνή. Το αντίθετο μάλιστα η περίοδος αυτή είναι από τις πιο γόνιμες και δημιουργικές της σταδιοδρομίας του, καθώς στην τέχνη του βρίσκει την τελειότερη έκφρασή του το καταστάλαγμα των γνώσεων που αποκτήθηκαν και των διεργασιών που συντελέστηκαν στη συνείδησή του στα χρόνια της εξορίας. Την περίοδο αυτή (1952-1967) καταξιώνεται ως ένας από τους κορυφαίους και πιο λαοφιλείς πρωταγωνιστές και το σπουδαιότερο, πραγματοποιεί το όραμά του να ιδρύσει ένα θέατρο σύμφωνο με τις ιδεολογικές και αισθητικές του πεποιθήσεις, το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο (ΕΛΘ).

Το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο αποτέλεσε τομή στη θεατρική ιστορία του τόπου μας. Εμπνευσμένο από το θέατρο της εξορίας και το Λαϊκό Θέατρο του Βασίλη Ρώτα είχε ως θεμελιακή επιδίωξή του να αναδείξει μια διαφορετική – από την σαλονάτη αστική – θεατρική τέχνη, την τέχνη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων. Μέσα απ΄ αυτή την τέχνη ο Κατράκης φιλοδοξούσε να καλλιεργηθεί και να διαπαιδαγωγηθεί αισθητικά και πολιτικά το μεγάλο λαϊκό κοινό, που ως τότε ήταν αποκλεισμένο από το “καλό”, το μη εμπορικό, θέατρο.

Το εγχείρημα βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στο λαϊκό κόσμο, που το αγκάλιασε με ζέση τόσο στην Αθήνα, όσο και στις περιοδείες στις επαρχιακές πόλεις. Στο ρεπερτόριό του θεάτρου εκτός από τα πλατειά δημοφιλή ηθογραφικά έργα όπως ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, η Γκόλφω, ο Πατούχας, περιλαμβάνονταν έργα με προοδευτικό κοινωνικό, αντιρατσιστικό, φιλειρηνικό, αντιστασιακό περιεχόμενο και σαφή πολιτικά μηνύματα σε συνάρτηση με την ιστορική κάθε φορά συγκυρία, όπως ο Καραϊσκάκης του Φωτιάδη, το Φουέντε Οβεχούνα του Λόπε ντε Βέγκα, ο Ιούλιος Καίσαρας του Σαίξπηρ, ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη, το Βαθιές είναι οι ρίζες, το Καληνύχτα Μαργαρίτα και άλλα πολλά.

Το 1962 ο Κατράκης παίρνει το βραβείο του Διεθνούς Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Σαν Φρανσίσκο για την ερμηνεία του Κρέοντα στην ταινία Αντιγόνη του Γιώργου Τζαβέλλα, συναγωνιζόμενος κινηματογραφικές προσωπικότητες παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Λόρενς Ολίβιε και ο Μπαρτ Λάνκαστερ.

Την ίδια περίοδο, μαζί με το θέατρο – το κύριο μέτωπο της πολιτικής του δράσης – δραστηριοποιούνταν στην ΕΔΑ μέσα από τις γραμμές της οποίας πάλευε τότε το ΚΚΕ, πρωτοστατώντας στην ανάπτυξη του Ελληνικού Κινήματος Ειρήνης.

Με την επιβολή της δικτατορίας το 1967, δέχτηκε το δυνατότερο πλήγμα, την έξωση του ΕΛΘ από το θέατρο του Αλσους στο Πεδίον του Αρεως, την απώλεια δηλαδή του βασικού χώρου έκφρασης του θιάσου, που είχε καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου για τις γιγάντιες λαϊκές παραστάσεις με τις δεκάδες ως και εκατοντάδες ηθοποιούς και χορευτές και την καθοριστική παρουσία του κορυφαίου ηθοποιού.

Ο Μάνος Κατράκης πλήρωσε ακόμη μια φορά το βαρύ τίμημα της κομμουνιστικής του στράτευσης. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά, οι κλήσεις στα αστυνομικά τμήματα και την ασφάλεια έγιναν καθημερινότητα, ενώ η συνήθως δύσκολη οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά. Το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο συνέχισε περιστασιακά και με πολλές αντιξοότητες τις παραστάσεις του και ο ιδρυτής του κατέφυγε σε συνεργασίες με διάφορους θιάσους. Μόνο λίγο πριν την πτώση της δικτατορίας κατάφερε να προσληφθεί με σύμβαση έργου από το Εθνικό Θέατρο, κατόπιν απαίτησης του φίλου του σκηνοθέτη Τάκη Μουζενίδη σε μια προσπάθεια να τον γλυτώσει από την ανέχεια. Εκεί δημιουργεί νέους σκηνικούς θρύλους στους ρόλους του Δον Κιχώτη, του Οθέλλου, του Προμηθέα Δεσμώτη, του Οιδίποδα Τύραννου, σε μια παράσταση που καταχειροκροτήθηκε και από το διεθνές κοινό στις περιοδείες του Εθνικού στο εξωτερικό.

Το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο – που σε όλη την καλλιτεχνική πορεία του δεν έτυχε ποτέ κρατικής στήριξης και επιχορήγησης – δεν ξαναβρήκε ούτε στην μεταπολίτευση το φυσικό του χώρο. Αντίθετα τον έχασε οριστικά, αφού το θέατρο του Αλσους παραχωρήθηκε στην Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ο καταπονημένος Κατράκης αποτελούσε πάντα απειλή για το αστικό σύστημα. Ομως παρά τη φτώχεια και την κλονισμένη υγεία του, σαν “πληγωμένο λιοντάρι, κυνηγημένο απ’ τα κακά σκυλιά με πάντα ολόρθο κι άτρωτο το χαιτοφόρο του κεφάλι” όπως τον περιγράφει ο Ρίτσος, ο Κατράκης προβάλλει ακόμη πιο αστραφτερός στη μεγάλη σκηνή της ταξικής πάλης τόσο με την τέχνη, όσο και με την δράση του μέσα από το νόμιμο πια ΚΚΕ.

Το αποκορύφωμα της θεατρικής του τέχνης έρχεται το 1979 με την παράσταση Ντα, του Χιού Λέοναρντ, που παιζόταν από το ΕΛΘ για τρία συνεχή χρόνια με το Μάνο Κατράκη να δίνει ένα ρεσιτάλ σπάνιας υποκριτικής τέχνης, σπάζοντας όλα τα μέτρα της. Το 1983 αψηφώντας την κατάσταση της υγείας του, που χειροτέρευε, υποβάλλεται στα ιδιαίτερα απαιτητικά και κοπιαστικά γυρίσματα της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου “Ταξίδι στα Κύθηρα”, γιατί σ’ αυτήν βλέπει την καλλιτεχνική του δικαίωση στην 7η τέχνη, “το επισφράγισμα μιας μακριάς και σχεδόν άγονης κινηματογραφικής εμπειρίας”, όπως ο ίδιος δήλωνε για τη συμμετοχή του για λόγους βιοπορισμού σε ένα πλήθος εμπορικών κυρίως ταινιών. “Είναι ένας πάρα πολύ δύσκολος ρόλος” συνέχιζε. “Εγώ όμως δε βρήκα καμιά δυσκολία. Τον ήξερα. Πες από προσωπικές εμπειρίες, πες από την οικεία ψυχολογία που έχω με τον ήρωα… Σ’ αυτόν είδα την δική μου αντίσταση και τον κατατρεγμό του έλληνα πατριώτη”. Και είναι αλήθεια πως η μεγάλη μορφή του Κατράκη με αυτό το κινηματογραφικό κύκνειο άσμα της περνά στην ιστορία της τέχνης ως σύμβολο του ανυπότακτου κοινωνικού αγωνιστή, που νικά το θάνατο και υψώνεται χορεύοντας πάνω απ’ αυτόν. Η ταινία απόσπασε 5 βραβεία στο Φεστιβάλ των Κανών, ανάμεσα στα οποία είναι και αυτό του α’ ανδρικού ρόλου, που απονεμήθηκε στον Κατράκη. Πολύ γρήγορα δέχτηκε προτάσεις για συμμετοχή σε διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές, που η υγεία του δεν επέτρεψε ποτέ να τελεσφορήσουν.

Οι τιμητικές διακρίσεις στο σπουδαίο δημιουργό από διάφορους φορείς ήταν πολλές τα χρόνια της μεταπολίτευσης, με πιο σημαντικές αυτές που έγιναν το 1981 για τα 50χρονά του στο θέατρο. Ξεχωριστή αυτή στο Παρίσι, όπου παραβρέθηκε η αφρόκρεμα της γαλλικής διανόησης και τέχνης. Ομως για τον Μάνο Κατράκη η μεγαλύτερη τιμή ήταν η συμμετοχή του στη δραστηριότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος. “Η ζωή μου άρχισε από τότε που μπήκα στο Κόμμα μου” έλεγε. Και είναι αλήθεια ότι ο γενικά αντιφατικός, δηλαδή ανθρώπινος, χαρακτήρας του στο μόνο πεδίο που δεν παρουσίαζε αντιφάσεις ήταν στη σχέση του με το Κόμμα. Στην μεγάλη εκδήλωση που οργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ το 1981 για τα 50 χρόνια της θεατρικής του σταδιοδρομίας, εδώ στον Περισσό, μετά την προσφώνηση της Ρούλας Κουκούλου που τον αποκάλεσε εύστοχα “καλλιτέχνη του λαού” απάντησε συγκινημένος: “Δεν είμαι απλά στρατευμένος. Είμαι έτοιμος για όλα”.

Η επιβλητική παρουσία του – όπως και αυτή του Γιάννη Ρίτσου, με τον οποίο τον ένωναν ακατάλυτοι δεσμοί αίματος – σημάδεψε σχεδόν όλες τις πολιτικές μάχες του ΚΚΕ εκείνα τα χρόνια. “Μεγάλος στα μικρά και στα μεγάλα” είτε με τις ανεπανάληπτες απαγγελίες του, είτε με τις παραστάσεις του, όπως αυτή του Προμηθέα Δεσμώτη που πρωτοπαρουσίασε το ΕΛΘ στο 2ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ το 1976, είτε με τη συμμετοχή του στα ψηφοδέλτια του κόμματος σηματοδοτούσε τον αταλάντευτο αγώνα του ΚΚΕ για το φωτεινό μέλλον της ανθρωπότητας, το σοσιαλιστικό – κομμουνιστικό. Στη δωρική φωνή του αντηχούσε η φωνή των χιλιάδων αφανών, αλλά τρανών ανθρώπων στις γραμμές του ΚΚΕ που τράνεψαν, γιατί -όπως κι αυτός- πολέμησαν και κατανίκησαν ό,τι επιβουλεύεται την ανθρωπιά.

Η καλλιτεχνική διαδρομή του Μάνου Κατράκη είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα για το ότι η στράτευση της τέχνης με την πλευρά των καταπιεσμένων, όχι μόνο δεν είναι ανασταλτικός παράγοντας για την καλλιτεχνική δημιουργικότητα, αλλά αντίθετα ο καταλύτης για να μπορέσει αυτή να εξελιχθεί και να μεγαλουργήσει. Αν προσπαθήσει κανείς να βρει τι κρύβεται πιο ειδικά πίσω από το πελώριο υποκριτικό ανάστημα του Κατράκη, θα φτάσει στο σκοπό που υπηρετούσε η τέχνη του. Ο Κατράκης ήταν μεγάλος καλλιτέχνης γιατί προσλάμβανε την τέχνη του θεάτρου με τον τρόπο που την αντιλαμβάνονταν όλα τα μεγάλα πνεύματα κάθε εποχής και τόπου, από τους αρχαίους κλασσικούς δραματουργούς, ως το Σαίξπηρ και το Μπρεχτ. Θεωρούσε δηλαδή ότι το θέατρο πρέπει να έχει χαρακτήρα διδακτικό, διαπαιδαγωγητικό και όχι στείρο διασκεδαστικό. “Ο όρος λαϊκό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει κάτι το φτηνό, το εκχυδαϊσμένο, το απλουστευμένο, το πρόχειρο” δήλωνε. “Το θέατρο πρέπει να λειτουργεί σαν ένα σχολείο, κι όχι μόνο σαν ψυχαγωγία γελαστική. Το θέατρο πετυχαίνει τον σκοπό του, όταν φεύγοντας απ’ αυτό, έχεις αποκομίσει κάποια συμπεράσματα, που θα σου χρησιμέψουν σαν τροφή της ψυχής και της ζωής σου”.

Και ο Κατράκης είχε ένα τεράστιο απόθεμα συμπερασμάτων κι εμπειριών από την πλούσια, τη γεμάτη ζωή του για να τα δώσει δώρα στους ανθρώπους. “Μισημένος”, καθώς ο Προμηθέας, “από όλους τους θεούς γιατί τους ανθρώπους αγάπησε τόσο”, κέρδισε επάξια μια θέση παντοτινή ανάμεσά τους, ανάμεσά μας».

Από την ομιλία του Νίκου Σοφιανού στην εκδήλωση τιμής στον Μάνο Κατράκη, στον Περισσό Σάββατο 18/10/2014.