Ένα από τα ερωτήματα, και κατά την άποψή μου το σημαντικότερο, που απασχολεί κάθε ανήσυχο και καλοπροαίρετα προβληματισμένο μέλος του ΣΥΡΙΖΑ είναι το ερώτημά του πολιτικού σχεδίου. Ένα ερώτημα με δύο σκέλη: το ένα αφορά αυτό που υλοποιούμε από την επομένη των εκλογών μέχρι σήμερα, και κυρίως το εάν και πόσο παράγει θετικά πολιτικά αποτελέσματα, ώστε να τεθεί  στη συνέχεια το δεύτερο σκέλος το οποίο όμως εξαρτάται  από το εάν η απάντηση στο πρώτο είναι αρνητική. Εάν, δηλαδή, γίνεται επιτακτική η ανάγκη  τροποποίησης  ή αλλαγής πορείας αυτού που μέχρι σήμερα κάνουμε.

Το πολιτικό σχέδιο που υλοποιούμε  από την επομένη των εκλογών και εκφωνήθηκε από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ συνίσταται στη σύλληψη της Προοδευτικής Παράταξης- Συμμαχίας ως το αντίπαλο δέος της Δεξιάς ώστε να συσπειρώσουμε και εκπροσωπήσουμε νικηφόρα τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία των ποδηγετούμενων και θυμάτων της κρίσης σε μελλοντικές εκλογές. Αυτός είναι ο πυρήνας του πολιτικού σχεδίου που ακολουθούμε  σήμερα, και διανθίζεται, ως είναι φυσικό, από μία σειρά συμπληρωματικών προτάσεων που προκαλούν συμφωνίες ή αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Ορισμένες εξ αυτών ορθώς τίθενται, άλλες όμως δευτερεύουσας σημασίας λειτουργούν αποπροσανατολιστικά διότι συγκαλύπτουν και συσκοτίζουν το βασικό στόχο του πολιτικού σχεδίου που ξεδιπλώνεται μπροστά μας.

Παρά το γεγονός ότι η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη για τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ έχει διαφορετικό περιεχόμενο και θεματική από τον προβληματισμό περί του πολιτικού σχεδίου, αποτελεί μία αξιοποιήσιμη ευκαιρία για να μετατοπίσουμε τη συζήτηση στο επί της ουσίας  του εάν καλώς πορευόμαστε μέχρι εδώ ή θα πρέπει να αλλάξουμε πορεία.

Το ότι δεν «αρμενίζουμε σωστά»  είναι πλέον κοινός τόπος στα χείλη και σκέψη πολλών  εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δεν προκύπτει μόνο, όπως πολλοί/ές πιστεύουν από τις δημοσκοπικές μετρήσεις, ή τον λόγο και τις επιθέσεις που εξαπολύουν οι πολιτικοί μας αντίπαλοι στηριζόμενοι στην επικοινωνιακή κυριαρχία των ΜΜΕ. Κατά κύριο λόγο προκύπτει από την παντελή απουσία ενός αντιπαραθετικού λόγου, που να υποστηρίζει τις πολιτικές και τα πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ έναντι των όσων σήμερα υλοποιεί η ΝΔ, και ο οποίος να εκφωνείται αυθόρμητα από ανθρώπους ή συλλογικότητες εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Προφανώς οι βουλευτές και τα στελέχη του δεν υπολογίζονται εφόσον εκ της θέσεως τους είναι υποχρεωμένοι/ες να κάνουν αντιπολίτευση. Εξάλλου, οι κοινωνικές αντιστάσεις και διαμαρτυρίες που αναπτύσσονται ως αντίδραση στις επιθετικές πολιτικές της ΝΔ δεν παραπέμπουν ούτε καν έμμεσα σε υιοθέτηση και υποστήριξη του πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ, εξού και δεν λογίζονται ως φανερή ή καλυμμένη υποστήριξη της αντιπολίτευσης. Εφόσον λοιπόν η απάντηση στο εάν η πολιτική ΣΥΡΙΖΑ μέχρι στιγμής παράγει θετικά αποτελέσματα είναι αρνητική, εύλογα οδηγούμαστε στο δεύτερο ερώτημα που αφορά την αλλαγή του πολιτικού σχεδίου με τα ως τώρα μέσα και δεδομένα.

Το σχέδιο πολιτικής απόφασης της Συνδιάσκεψης, που ετοιμάστηκε από την αρμόδια επιτροπή, πάσχει κατά την άποψή μου σημαντικά διότι ούτε άμεσα αλλά ούτε και έμμεσα δεν ασχολείται με το ερώτημα του πολιτικού σχεδίου που ακολουθούμε μέχρι τώρα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να παρουσιάσει  τις πρόσφατες εξελίξεις στη διεθνή και ελληνική σκηνή, και με το δεδομένο της πανδημικής κρίσης, να τονίσει  τις αντιφάσεις που διαπερνούν το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, όπως η γενναία στροφή του Μπάιντεν σε νεοκεϋνσιανές πολιτικές ή οι διστακτικές νεοφιλελεύθερες υποχωρήσεις μέσω του ταμείου ανάκαμψης στην ΕΕ, όταν αναφέρεται  στην Ελλάδα, τα πάντα εμφανίζονται  σαν να μην έχει συμβεί τίποτε καινούργιο σε αντίθεση  με την ΕΕ και ΗΠΑ. Το κείμενο διαπνέεται από μία αγχωτική προσπάθεια να εμφανίσει τη ΝΔ, το Μητσοτάκη και σύμπασα τη Δεξιά, να υλοποιούν την πιο καταστροφική νεοφιλελεύθερη επίθεση, με πλήρη αδιαφορία  για τις κοινωνικές συναινέσεις που τους είναι απαραίτητες για να συνεχίζουν ως εκπρόσωποι της αστικής τάξης τη διαιώνιση της καπιταλιστικής ηγεμονίας. Η εικόνα αυτή δεν απεικονίζει την σημερινή πραγματικότητα, συσκοτίζει την ερμηνεία και κατανόηση της συνοχής που διαπερνά προς το παρόν το πολύ ισχυρό δεξιό μπλοκ συσπειρωμένο υπό τη στέγη της ΝΔ, απογοητεύοντας παράλληλα όχι μόνο το ΣΥΡΙΖΑ, τους οπαδούς του αλλά και όλους/ες όσους/ες θα ήταν έτοιμοι να στηρίξουν μία ενδεχόμενη ανατροπή.

Το προσχέδιο απόφασης παρασύρεται σε μία στρεβλή παρουσίαση της πραγματικής εικόνας που διαπερνά τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σήμερα, διότι θέλει να πείσει για την ορθότητα του πολιτικού σχεδίου συσπείρωσης ενός προοδευτικού μετώπου απέναντι στην επάρατο Δεξιά. Συνακόλουθα παραπέμπει στις ιστορικά παγιωμένες αστικές στρατηγικές δημιουργίας δυο υποτιθέμενων αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων, την « προοδευτική – συντηρητική»,  ως εκπροσώπους διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων από την πλευρά των μη καπιταλιστικών τάξεων. Επομένως αναπαριστούν με στρεβλό τρόπο την κύρια αντίθεση, πολώνουν το πολιτικό κλίμα  για να δημιουργούν την εντύπωση ότι οι επιλογές του κόσμου είναι μεταξύ των δύο εκδοχών, συσκοτίζοντας  έτσι την καπιταλιστική  εκμετάλλευση που διαιωνίζεται ανενόχλητη  μέσω της υποταγής στο κράτος οποιασδήποτε εκδοχής προκριθεί  στις εκλογές.

Εάν όμως είχαμε αποδεχθεί ότι η πολιτική μας δεν αποδίδει τα αναμενόμενα επειδή έχει  επενδύσει στη διαχωριστική αντίθεση Δεξιά-Προοδευτική Παράταξη (αντίθεση που αφορούσε το μεταπολεμικό κράτος των εθνικοφρόνων της Δεξιάς), θα αναζητούσαμε μία νέα, ριζοσπαστική διαχωριστική γραμμή που να διαπερνά τις αντιθέσεις στην ελληνική κοινωνία. Εάν την είχαμε εντοπίσει θα απαντούσαμε καλύτερα στο ερώτημα των πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών, το περιεχόμενό τους και τη μέθοδο με την οποία θα την κατακτούσαμε. Προς το παρόν η διαχρονική αντίθεση Αριστερά-Δεξιά πρέπει να αποκατασταθεί εδώ και τώρα, διότι, εκτός από το ιδεολογικό της υπόβαθρο, την ηθική της διάσταση, απαντάει και στο ερώτημά του τι εννοούμε όταν λέμε ότι πολιτευόμαστε και λειτουργούμε με ρεαλισμό εντός του συστήματος αλλά και ενάντια σε αυτό. Αυτό όμως για να συμβεί πρέπει να αποδείξουμε ότι προωθούμε πολιτική συμμαχιών με πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται την αυτονομία της πολιτικής έναντι του αστικού κράτους και της διαπλοκής του με το κεφάλαιο (όπως Ελληνικό, Fraport, κ.λπ.). Μία τέτοια προσέγγιση του σχεδίου απόφασης θα άλλαζε ριζικά και τον τρόπο με τον οποίον ασκούμε αντιπολίτευση στο παρόν. Θα προσανατόλιζε τις τοποθετήσεις μας απέναντι στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Δεξιάς και δεν θα επέτρεπε σε καμία περίπτωση εντός του ΣΥΡΙΖΑ να διατυπώνονται απόψεις που υπερασπίζονται με πάθος την συνέπεια μας στις πολιτικές που υλοποιήσαμε στη διάρκεια των μνημονίων, όπως έγινε πρόσφατα στο Πολιτικό Συμβούλιο με αφορμή τη Fraport.