Η έλευση της πανδημίας δημιούργησε πρωτόγνωρες κοινωνικές συνθήκες με τον φόβο και την ανασφάλεια να κυριαρχούν. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να χρησιμοποιήσει την πανδημία ως ακόμα μία ευκαιρία για την υποτίμηση της εργασίας. Όλες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες -από την αναστολή των συμβάσεων εργασίας έναντι πενιχρών επιδομάτων μέχρι την ελαστικοποίηση της υπερωριακής εργασίας και το επίδομα των 533,40 ευρώ που τείνει να γίνει de facto ο νέος κατώτατος μισθός- δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες για τους εργαζόμενους. Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής υλοποίησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οι οποίες θα εφαρμόζονταν ούτως ή άλλως βάσει του κυβερνητικού προγράμματος, αλλά όχι με την ταχύτητα και πυκνότητα με την οποία εφαρμόζονται σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο της μη κανονικότητας δημοσιεύτηκε η Έκθεση Πισσαρίδη που αποκαλύπτει τη στρατηγική επιλογή του νεοφιλελεύθερου συνασπισμού εξουσίας: συντριβή της εργασίας και διάλυση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Άλλωστε η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας προς το χειρότερο και η κατάργηση του βάσιμου λόγου απόλυσης προμήνυαν ήδη από το Φθινόπωρο του 2019 το δυσοίωνο μέλλον.

Καταστολή και περιστολή δημοκρατικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών: εικόνα από το μέλλον

Για να μπορέσει η Νέα Δημοκρατία να εμπεδώσει χωρίς αντίσταση το σχέδιό της για την εργασία επιστρατεύει κάθε διαθέσιμο μέσο. Αρχικά, φρόντισε να εξασφαλίσει τη σιωπή της ΓΣΕΕ με τον Πρόεδρο και την πλειοψηφία της ηγεσίας της να έχουν προσχωρήσει εδώ και καιρό στο «στρατόπεδο» του νεοφιλελευθερισμού. Είναι ενδεικτικό ότι από το καλοκαίρι του 2019 και μετά η ηγεσία της ΓΣΕΕ έχει επιλέξει την σποραδική έκδοση αναιμικών ανακοινώσεων ως μοναδικό μέσο αντίδρασης απέναντι σε όλες τις μέχρι τώρα πολιτικές επιλογές της Νέας Δημοκρατίας χωρίς να έχει οργανώσει, ως όφειλε, καμιά κινητοποίηση ή άλλη συλλογική αντίδραση.

Παράλληλα, η κυβέρνηση επιχειρεί να αξιοποιήσει το κυρίαρχο αρνητικό πρότυπο του εργοδοτικού συνδικαλισμού, προκειμένου να ενεργοποιήσει κοινωνικά αντανακλαστικά. Στόχος της είναι η αλλαγή του Νόμου 1264/82 και η κατάργηση διατάξεων που σήμερα προστατεύουν τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, στην κατεύθυνση του περιορισμού και του ελέγχου.

Ο πρόσφατος Νόμος για τον περιορισμό των συγκεντρώσεων και πορειών ψηφίστηκε ακριβώς για να  διευκολύνει την κυβέρνηση στο δύσκολο έργο της. Σε συνέχεια αυτού, η Νέα Δημοκρατία αξιοποιεί την πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα για την άνευ προηγουμένου αντισυνταγματική απαγόρευση των συναθροίσεων. Επέλεξε την πρωτοφανή απαγόρευση και την καταστολή το τριήμερο της 17ης Νοέμβρη, παρότι οι συγκεντρώσεις είχαν κυρίαρχα συμβολικό χαρακτήρα και τηρούσαν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας.

Το σχέδιο μας: κίνημα αντίστασης και άμεσες διεκδικήσεις υπέρ της εργασίας

Είναι ξεκάθαρο ότι βιώνουμε ένα παρόν μη κανονικότητας, εικόνα από ένα δυστοπικό μέλλον. Απέναντι σε αυτό ή θα μείνουμε θεατές ή θα εργαστούμε για ένα πλατύ κίνημα αντίστασης, με επίκεντρο τα σωματεία και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Χρειάζεται να διαμορφώσουμε ένα διεκδικητικό και επιθετικό σχέδιο με προτάσεις που θα αποτρέψουν τη φτωχοποίηση, θα αμβλύνουν τις κοινωνικές ανισότητες και θα βελτιώσουν θεαματικά τους όρους και τη θέση του κόσμου της εργασίας.

Να διεκδικήσουμε Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Η αποκατάσταση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων και μάλιστα με τρόπο που να ενισχύει και ενδυναμώνει τη θέση της εργατικής πλευράς είναι ίσως η απόλυτη προτεραιότητα. Οι Συλλογικές Συμβάσεις δεν θα αυξήσουν μόνο τα μειωμένα και καθηλωμένα -εδώ και χρόνια- εισοδήματα των εργαζομένων αλλά επιπλέον θα αναβαθμίσουν τους εργαζόμενους και τον κοινωνικό ρόλο τους.

Να διεκδικήσουμε επιθετικά τη μείωση του εργάσιμου χρόνου στο 7ωρο και την 4ήμερη εργασία με διασφάλιση των αποδοχών. Η συνεχής ανάπτυξη της τεχνολογίας και η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγικότητας επιτρέπουν τη μείωση του χρόνου εργασίας. Ήδη σε άλλες χώρες αποτελεί βασική διεκδίκηση των συνδικάτων και είναι αντικείμενο συζήτησης και διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβερνήσεων, εργατικών συνδικάτων και εργοδοτικών φορέων, ενώ τα αποτελέσματα ερευνών και μελετών αναδεικνύουν σημαντικά κοινωνικά οφέλη από τη μείωση του χρόνου εργασίας.

Να διεκδικήσουμε την αύξηση του κατώτατου μισθού. Η σημαντική αύξηση κατά 11% του κατώτερου μισθού το 2018 ήταν πολύ θετική εξέλιξη, αλλά δυστυχώς με την κυβερνητική αλλαγή ανακόπηκε η διαδικασία αποκατάστασης του εισοδήματος για την πλειοψηφία των εργαζομένων. Ο καθορισμός του κατώτατου μισθού θα πρέπει να επανέλθει και πάλι στο επίπεδο των διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, αφού ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αποκατασταθούν νομοθετικά οι αδικίες  που βίαια υπέστη ο κόσμος της εργασίας.

Να σταματήσουμε τις εργολαβικές σχέσεις εργασίας, τυπικές ή άτυπες, πραγματικές ή εικονικές, καθώς αυτές αποτελούν μια διαρκή απειλή για την εργασία, τα δικαιώματα και τα εισοδήματα των εργαζομένων. Η επαναφορά της ρύθμισης για την συνευθύνη μεταξύ αναθέτοντος και εργολάβου, η πρώτη –και εμβληματική- κατάργηση μέτρου από την κυβέρνηση της ΝΔ προς όφελος της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, και η θέσπιση ενός πλαισίου που θα οριοθετεί και θα δυσχεραίνει  τις εργολαβικές σχέσεις με τελικό στόχο την κατάργησή τους, αποτελούν κομβικό σημείο για τη δημιουργία νέων συνθηκών εργασίας με δομημένες σχέσεις και δικαιώματα.

Πρέπει να σπάσει ο φαύλος κύκλος της ανατροφοδότησης των ελαστικών μορφών εργασίας από την αυξανόμενη δεξαμενή των ανέργων, ώστε  να μην γίνονται οι άνεργοι αντικείμενα εκμετάλλευσης και εκβιασμών από τους κάθε λογής ενδιάμεσους εργολάβους, προκειμένου να μπορέσουν να βρουν εργασία και να ενταχτούν ξανά στην παραγωγική διαδικασία και την ενεργό δράση.

Να διεκδικήσουμε πλήρες θεσμικό πλαίσιο για την τηλεργασία με κανόνες και έλεγχο. Οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας ότι η τηλεργασία, παρά την ευελιξία που παρέχει, μεταλλάσσει το πλαίσιο της εργασιακής πραγματικότητας, δημιουργώντας νέα πεδία εκμετάλλευσης και «επιτήρησης» των εργαζομένων και φέρνει στην επιφάνεια ένα νέο πεδίο «ψηφιακών ανισοτήτων». Η εργοδοσία έχει τη δυνατότητα να «εισβάλλει» ακόμη και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, ρυθμίζοντας με πολύ πιο αυταρχικό τρόπο το πλαίσιο της καθημερινότητάς μας. Ένα πλαίσιο που επιδρά καταλυτικά στο οικογενειακό περιβάλλον των εργαζομένων και στην ψυχική τους υγεία ενώ κατακερματίζει περαιτέρω την έννοια του εργασιακού χρόνου και χώρου. Η διεκδίκηση νέων κανόνων και ενός αυστηρού πλαισίου λειτουργίας της τηλεργασίας πρέπει να αποτελέσει κεντρική αιχμή για το επόμενο διάστημα.

Να απαιτήσουμε την αποτελεσματική λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.  Προτάσσουμε την επανασύσταση-αναδιοργάνωση  της Επιθεώρησης Εργασίας, αντί της απαξίωσης που προωθεί η Νέα Δημοκρατία, και τη βελτίωση του πλαισίου λειτουργίας της. Χρειάζονται οργανωτικές παρεμβάσεις και ενίσχυση των Υπηρεσιών με εξειδικευμένο προσωπικό. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ η ανασυγκρότηση της Επιθεώρησης (σύσταση Ειδικής Γραμματείας, αξιοποίηση του έμπειρου προσωπικού, θεσμική θωράκιση κλπ) αναβάθμισε τον ρόλο και την παρέμβαση και αποτελούσε πράγματι για πολλούς εργαζομένους έναν φορέα στον οποίο μπορούσαν να απευθυνθούν για να αντιμετωπίσουν την εργοδοτική αυθαιρεσία.

Προοδευτικός πόλος και ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, ο φορέας της αλλαγής

Τα συνδικάτα, οι πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι οι φορείς που πρέπει να σηκώσουν το βάρος της αντιπαράθεσης, προτάσσοντας αυτό το αιχμηρό σχέδιο για την υπεράσπιση της εργασίας με επιθετικά αιτήματα διεύρυνσης των εργασιακών δικαιωμάτων. Ωστόσο, ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός όπως εκφράζεται από τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ και την ομάδα που τον στηρίζει αποτελεί τροχοπέδη σε μία τέτοια πιθανότητα. Από την άλλη, το ΠΑΜΕ προσπαθεί ανεπιτυχώς να σταθεί ως ο αντίπαλος πόλος, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει ένα αποτελεσματικό σχέδιο για την υπεράσπιση της εργασίας με αιτήματα βελτίωσης των εργασιακών όρων στο σήμερα, ικανό να συσπειρώσει και να κινητοποιήσει τους εργαζόμενους απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει ως ανάγκη των καιρών η διαμόρφωση ενός νέου προοδευτικού πόλου στα συνδικάτα. Το στοίχημα για τον προοδευτικό πόλο είναι να κινητοποιήσει τους εργαζόμενους με αιτήματα για την άμεση υπεράσπιση της εργασίας, να πετυχαίνει νίκες στο σήμερα και να ανασυνθέσει την πλειοψηφία των συνδικαλιστικών δυνάμεων από τον ανεξάρτητο, αριστερό και προοδευτικό χώρο με ένα ανοιχτό και κρουστικό σχέδιο προς πέντε κατευθύνσεις: αυξήσεις στους μισθούς, προστασία της εργασίας, διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων, δημοκρατία και διαφάνεια στα συνδικάτα, αύξηση της συμμετοχής και της συνδικαλιστικής πυκνότητας.

Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να αγκαλιάσει τους «αόρατους εργαζόμενους», η πλειοψηφία των οποίων είναι νέοι άνθρωποι. Να κάνουμε ορατό το αίτημα της κατάργησης των επισφαλών σχέσεων εργασίας. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση των όρων εργασίας και κατ’ επέκταση της καθημερινότητας χιλιάδων εργαζομένων εκεί έξω, το σπάσιμο της «μοναξιάς» και του φόβου όλων εκείνων των ανθρώπων που είναι αναγκασμένοι να τραβάνε το κουπί στις εργασιακές γαλέρες, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν και να μιλήσουν για τα προβλήματά τους. Σε συνθήκες πανδημίας, το σύνθημα κανένας και καμία μόνη επανέρχεται στο προσκήνιο με πολύ πιο δυναμικό τρόπο.

Η επίθεση που οργανώνει η κυβέρνηση ενάντια στην εργασία απαιτεί ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, μία εκ των οποίων μπορεί να είναι η συμμαχία με την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, που βρίσκεται εξίσου στο στόχαστρο. Ο κοινός βηματισμός εργαζομένων και μικρομεσαίων θα επιτευχθεί μόνο με ένα σχέδιο που θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα την επιχειρηματική βιωσιμότητα και τη διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων.

Να δημιουργούμε συνεχώς πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που θα μπλοκάρουν το νεοφιλελεύθερο σχέδιο

Για να μπορέσουμε να σταματήσουμε την επίθεση χρειάζεται να οργανώσουμε τις κοινωνικές και συνδικαλιστικές συμμαχίες μέσα και έξω από τα συνδικάτα. Χρειάζεται να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε μία σειρά από παράλληλες πρωτοβουλίες. Να ολοκληρώσουμε την ενοποίηση των συνδικαλιστικών μας δυνάμεων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Να διασφαλίσουμε τον ενιαίο πολιτικό σχεδιασμό της εργατικής μας παρέμβασης. Να επιλέξουμε την κατάλληλη οργανωτική δομή για τον συντονισμό των κλαδικών και εργατικών Οργανώσεων Μελών και των συνδικαλιστικών μας δυνάμεων. Να συνδέσουμε την παρέμβασή μας στους χώρους δουλειάς με τις εδαφικές Οργανώσεις Μελών. Να οργανώσουμε, τέλος, μία πλατιά και εξωστρεφή συνδικαλιστική δικτύωση πρωτοβουλιών για τα κρίσιμα εργατικά ζητήματα (ΣΣΕ, μείωση εργάσιμου χρόνου κλπ) που θα επιτρέψει τη συνάντηση και την ανασύνθεση όσων ανεξάρτητων, αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων αντιμάχονται τη νεοφιλελεύθερη επίθεση στα συνδικάτα και την εργασία.

Για μία ηγεμονική στρατηγική: το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πεδίο σύγκρουσης και διεκδίκησης

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ως το κόμμα της Αριστεράς και του προοδευτικού χώρου που διεκδικεί ξανά τη διακυβέρνηση και τον κοινωνικό μετασχηματισμό έχει επεξεργασίες και προτάσεις για να γίνουν όλα τα παραπάνω  πράξη. Οφείλει να είναι σε συνεχή και ανοιχτό διάλογο με τα συνδικάτα, ώστε να εμπλουτίζει και να αναδεικνύει τις προτάσεις τους σε κοινοβουλευτικό και νομοθετικό επίπεδο. Οφείλει  να διακηρύσσει ένα συγκεκριμένο και συνεκτικό σχέδιο αποκατάστασης του κόσμου της εργασίας το οποίο θα διεκδικεί σήμερα και θα είναι σε θέση να το υλοποιήσει άμεσα με την ανάληψη της διακυβέρνησης.

Προαπαιτούμενο μίας ηγεμονικής στρατηγικής δεν είναι όμως απλά η εκφώνηση αριστερών θέσεων από την πλευρά του κόμματος αλλά η μετατροπή του πολιτικού μας προγράμματος σε πεδίο σύγκρουσης και διεκδίκησης απέναντι στην εργοδοσία και την κυβέρνηση στους χώρους δουλειάς. Αποτελεί μία δύσκολη εξίσωση αλλά και ταυτόχρονα απαραίτητο βήμα στην παρούσα φάση και εν μέσω πανδημίας η «εισβολή» νέων ανθρώπων στο συνδικαλιστικό τοπίο που θα δώσουν πνοή ανανέωσης και θα μαζικοποιήσουν τα σωματεία και τις ομοσπονδίες. Από την πλευρά του ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει την υποχρέωση να καλλιεργήσει στα μέλη του την κουλτούρα συμμετοχής και άμεσης εμπλοκής στο συνδικαλιστικό κίνημα με δομημένο σχέδιο και προτεραιότητες. Για εμάς, η ανατροπή των νεοφιλελεύθερων σχεδίων θα προκύψει μέσα από την ίδια την ενεργοποίηση του κόσμου της εργασίας, ο οποίος καθημερινά αναζητά οξυγόνο και προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες του και να επιβιώσει στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας. Η υπεράσπιση της εργασίας είναι και μάχη για την ίδια τη ζωή και αυτό απαιτεί ένα νέο υπόδειγμα πολιτικής, ένα νέο υπόδειγμα συνδικαλιστικής δράσης που θα μπορεί να απαντά στις αγωνίες, τις ανησυχίες και τις ανάγκες των εργαζομένων.

*Οι Κώστας Κάβουρας, Γιώργος Γώγος και Θεόφραστος Βαμβουρέλλης είναι μέλη της ΚΕ & της ΚΕΑ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

 

Πηγή: ΑΥΓΗ