Κατά τη διάρκεια της επίθεσης των Αμερικάνων Τραμπιστών στο Καπιτώλιο, ο Ανδρέας Λοβέρδος, της φράξιας Σαμαρά στο ΚΙΝΑΛ, και ο Γιώργος Μαυρωτάς, της τάσης «Ποτάμι» στην κυβέρνηση, εξίσωσαν τους ακροδεξιούς οπαδούς του Τραμπ  με τους Αγανακτισμένους: «Η μάστιγα των αγανακτισμένων χτύπησε και στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ», έγραψε ο Ανδρέας Λοβέρδος. 

Τη σκυτάλη πήρε τη Δευτέρα ο κ. Μητσοτάκης που δήλωσε στην Βουλή ότι η επίθεση στο Καπιτώλιο δεν «θύμιζε [τα συλλαλητήρια των Μακεδονομάχων] το 2018, αλλά το 2011 όταν η πάνω και η κάτω πλατεία ενώθηκαν σε ένα παραλήρημα αμφισβήτησης της αστικής δημοκρατίας με [τον ΣΥΡΙΖΑ] στην πρώτη γραμμή. Εσείς και το κόμμα σας ήσασταν οι μεγάλοι ωφελημένοι.»

Η αναγνώριση ότι οι Αγανακτισμένοι του 2011 έπαιξαν καίριο ρόλο στην αποπομπή της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου εξηγεί το μένος των δεξιών εναντίον των καταλήψεων. Ξεκίνησαν μια αλληλουχία αντιστάσεων και γεγονότων που οδήγησαν στην νίκη της Αριστεράς το 2015. Οι καταλήψεις έχουν τραυματίσει  τόσο τους δεξιούς και τους συμμάχους τους που αισθάνονται συχνά υποχρεωμένοι να τις καταδικάζουν και συκοφαντούν. Ο λαός που απαίτησε δημοκρατικά και ειρηνικά να τον ακούσει η πολιτική ηγεσία προκάλεσε βαρύ τραύμα στις ελίτ που επουλώθηκε κάπως με την νίκη της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά δεν θεραπεύτηκε. Γυρίζει κάθε τόσο σαν το απωθημένο και δεν αφήνει τους κυβερνήτες να ηρεμήσουν.

Ο φόβος μιας νέας κοινωνικής έκρηξης παραμονεύει. Μήπως η πανδημία και η δεύτερη μεγάλη φτωχοποίηση οδηγήσει σε νέες αντιστάσεις, νέες καταλήψεις, νέα εμφάνιση του λαού στο προσκήνιο; Θα εμπνεύσουν οι αγανακτισμένοι του 2011 τους οργισμένους του 2021;  Η κυβέρνηση παίρνει έκτακτα μέτρα καταστολής, δίνει νέες εξουσίες στην αστυνομία, δημιουργεί νέα σώματα αστυνόμευσης. Αλλά καμία αστυνομία και απαγόρευση διαδηλώσεων δεν μπορεί να αποτρέψει ένα νέο Σύνταγμα.  Αυτός είναι ο λόγος που ο κ. Μητσοτάκης και τα μέσα μαζικής προπαγάνδας εκφοβίζουν τον κόσμο παρουσιάζοντας τις καταλήψεις του 2011 ως βίαιες και αντιδημοκρατικές να παραλληλίζοντας το Σύνταγμα με το Καπιτώλιο.

Αλλά είναι οι αγανακτισμένοι, το συλλαλητήριο των Μακεδονομάχων και η επίθεση στο Καπιτώλιο συγκρίσιμα;  Ας ξεκινήσουμε από το Καπιτώλιο. Οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ αποτελούσαν μια αλλοπρόσαλλη κοινωνική κατηγορία. Αποτελούνταν από λευκούς πρώην βιομηχανικούς εργάτες, συντηρητικούς Ευαγγελιστές, ξενόφοβους και ρατσιστές, υποστηρικτές της «λευκής ανωτερότητας» και της οπλοκατοχής και άλλα περιθωριακά στοιχεία.

Κρατούσαν σημαίες των Νοτίων, που πολέμησαν στον εμφύλιο για την διατήρηση της δουλείας. Οπλοφορούσαν με τη φαντασίωση ότι είναι εθνοφύλακες της Επανάστασης και εκδικητές των ηττημένων του εμφυλίου. Αναπόσπαστο μέρος της Αμερικανικής ιστορίας αποτελεί η δουλεία, ο ρατσισμός, το λιντσάρισμα και οι διακρίσεις κατά των Αφρο-Αμερικάνων και των μειονοτήτων. Η πλευρά των θυμάτων βγήκε στην επιφάνεια και ζήτησε ριζικές αλλαγές στο δίκαιο και την αστυνόμευση με το κίνημα Black Lives Matter. Χτυπήθηκε σκληρά από την αστυνομία και διαβλήθηκε από τον Τραμπ και τα δεξιά κανάλια. Το ίδια έγιναν και στους Αγανακτισμένους.

Η πλευρά των θυτών εισέβαλε στο Καπιτώλιο με παρότρυνση του Τραμπ και ανοχή των αρχών. O Μαϊκ Ντέιβις τους χαρακτήρισε «μια μεγάλη συμμορία μοτοσικλετιστών μεταμφιεσμένων σε κλόουν του τσίρκου και βαρβάρους από κάποια αναπαράσταση της ιστορίας. Ο αισθητικός τους κανόνας ήταν απλός: καμιά ιδέα ή εικόνα που μπορεί να εξηγηθεί λογικά δεν είναι αποδεκτή». Δύο ήταν οι παράλογες πίστεις τους: ο Μπάιντεν έκλεψε τις εκλογές και ο Τραμπ θα κάνει την Αμερική μεγάλη ξανά (MAGA ή Make America Great Again ήταν το κεντρικό σύνθημα) χτίζοντας τοίχους και αποκλείοντας τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τους ξένους.

Τα συλλαλητήρια των Μακεδονομάχων είχαν ομοιότητες με τους εισβολείς του Καπιτωλίου. Δεν παρεισφρήσαν απλά κάποια ακροδεξιά στοιχεία, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Μητσοτάκης. Η όλη σύλληψη, τα συνθήματα και οι ομιλίες έβγαιναν από τα σκοτεινά χρονοντούλαπα της πατριδοκάπηλης ακροδεξιάς. Οι δύο βασικές ιδέες του συλλαλητηρίου είναι κοντά στις Αμερικάνικες. Η Αριστερά δεν δικαιούται «δια να κυβερνά», οι εκλογικές της νίκες στηρίζονταν σε ψέματα και αποπλάνηση του λαού. Οι κληρονομικoί κυβερνήτες της Ελλάδας θα πάρουν την εξουσία πίσω σε λίγο και τα πράγματα θα γυρίσουν στη φυσική τους κατάσταση. Η παρένθεση είναι οδυνηρή αλλά δεν θα επιτρέψουμε να επαναληφθεί. Η δεύτερη επίσης ήταν παρόμοια. Η Ελλάδα είναι μεγάλη, το Ελληνικό έθνος ανώτερο όλων των γειτόνων. Οι «βρωμοσκοπιανοί» θα επιστρέψουν στη φυσική τους κατωτερότητα μόλις γυρίσουν στην εξουσία αυτοί που κάνουν την Ελλάδα μεγάλη και καταργήσουν την συμφωνία των Πρεσπών.

Αλλά και η αισθητική ήταν ανάλογη. Εκατοντάδες γαλανόλευκες, χιτώνες και φουστανέλες, πανό που διαλαλούσαν «Οι Πολιτικοί είναι Προδότες» και άλλα ανάλογα. Δεν διέφεραν σε σύλληψη από τις στολές του Αμερικανικού Εμφύλιου, τα κέρατα και την προβιά του βίσωνα. Υπήρξε και αποτυχημένη προσπάθεια εισβολής στη Βουλή που είχε λάβει πολύ πιο οργανωμένα μέτρα προστασίας απ’ ότι οι Αμερικανικές αρχές.  Στα Μακεδονομαχικά συλλαλητήρια «μίλησε» το έθνος, στην Αμερική κτύπησε ο λαός, στο Σύνταγμα συνεδρίασε το πλήθος.

Έθνος, λαός, πλήθος

Θεσμικά, το έθνος και ο λαός είναι κατασκευές. Εμφανίζονται στα πρώιμα νεωτερικά συντάγματα μετά τις μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα και τη δημιουργία του έθνους-κράτους τον 19ο. Στην Γαλλική Επανάσταση και την Διακήρυξη της, το έθνος εμφανίζεται ως κυρίαρχο, διάδοχος και μετωνυμία του Βασιλιά και εκκοσμίκευση του Θεού στη λογική της πολιτικής θεολογίας. Στην νεωτερικότητα, κάθε έθνος επιθυμεί το κράτος του και κάθε κράτος δημιουργεί ή περιλαμβάνει ένα κυρίαρχο έθνος, μια αρχή που βρίσκεται πίσω από τους περισσότερους πολέμους, τη «βαλκανιοποίηση» και τη «μακεδονική σαλάτα».

Το έθνος αποτελεί μια φαντασιακή κοινότητα που ποτέ δεν ολοκληρώνεται και παραμένει πάντα υπό κατασκευή. Ο λαός «θεμελιώθηκε» αργότερα από τη δημοκρατική ιδεολογία σε επικράτειες με πολλές εθνότητες. Τα δημοκρατικά συντάγματα ανάγουν τον λαό σε κάτοχο της κυριαρχίας.

Ο ενιαίος λαός υπόσχεται την ενοποίηση των τάξεων και την εξάλειψη των ανισοτήτων.

Το έθνος κατασκευάζεται πολιτισμικά και ιστορικά· αναφέρεται σε μια ενιαία οντότητα που ενοποιεί τον λαό ιδεολογικά. Ιστορία, παράδοση και μυθικές ή αληθινές μνήμες παίζουν μεγαλύτερο ρόλο, αλλά το διακύβευμα είναι το ίδιο: η μετουσίωση ταξικών διαφορών, πολιτικών ανταγωνισμών και ιδεολογικών συγκρούσεων σε μια ενιαία αντιπροσωπεύσιμη οντότητα – «ο λαός μίλησε» – η μεταποίηση του πολλαπλού σε μοναδικό – «είμαστε το περιούσιο έθνος».

Το πλήθος αντίθετα είναι μια υλική οντότητα, μια πολλαπλότητα μοναδικοτήτων που εμφανίζεται δημόσια, δρα συλλογικά, αλλά δεν μετατρέπεται σε ενιαία οντότητα. Η δράση του εισάγει στην πολιτική μια βασική αντίθεση προς την ενοποιητική εξουσία του Ενός που εμφανίζεται ως Θεός, Βασιλιάς, Κυρίαρχος,

Λαός, Έθνος ή Τάξη. Η πρακτική προέρχεται από την Αθήνα και τη Ρώμη, η έννοια από τον Σπινόζα. Το πλήθος υπάρχει και δρα χωρίς οι πολλοί να γίνονται ένας, αλλά να παραμένουν μοναδικοί και πολλαπλοί. Καταρχήν, είναι ένα σύνολο σωμάτων που συνευρίσκονται στον ίδιο δημόσιο χώρο και χρόνο και συμπράττουν. Οι σύγχρονοι θεωρητικοί το ανάγουν σε κοινωνική και πολιτική κατηγορία, ανάλογη του λαού, του έθνους ή της τάξης χωρίς την ενοποιητική δράση των τελευταίων.

Το πλήθος είναι, επομένως ένα ετερογενές σύνολο  ανθρώπων που συνεργούν χωρίς αντιπροσώπευση, κομματική ταυτότητα ή ενιαία ιδεολογία. Από τη στιγμή που οι συνευρισκόμενοι αρχίζουν να απαιτούν οργανωμένα και συντεταγμένα, μεταλλάσσονται από μάζα σε πλήθος, σε  και πολιτικό υποκείμενο. Σε αντίθεση με τον λαό και το έθνος, το πλήθος ενοποιείται μόνο στη δράση του, όταν μια σειρά μοναδικών και διαφορετικών ανθρώπων, με διαφορετικές επιθυμίες, τις Σπινοζικές cupiditates, βρίσκονται μαζί και αποκτούν τη δυναμική κοινής πολιτικής βούλησης που δημιουργείται εκείνη τη στιγμή.

Αγανακτισμένοι: Το πλήθος ως δήμος

Εδώ λοιπόν γίνεται ο απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ του πλήθους των Αγανακτισμένων και του όχλου του Καπιτωλίου και των Μακεδονομάχων. Χαρακτηριστικό των Αγανακτισμένων ήταν η ομιλία, ενώ των συλλαλητηρίων και των εισβολέων του Καπιτωλίου, η αφωνία. Κάποιος μιλάει, ο Τραμπ ή ο Σαμαράς, ο όχλος ακούει. Ο ηγέτης που μιλάει καταδικάζει τους συγκεντρωμένους σε φίμωση, αφού πρέπει να χειροκροτούν, να κραυγάζουν, να επιδοκιμάζουν τον ομιλητή και να αποδοκιμάζουν τους αντιπάλους. Η βουβαμάρα του συλλαλητήριου, η παρουσίαση του στις τηλεοράσεις κραυγάζοντος, μαζικού, βίαιου αλλά μη σκεπτόμενου είναι ο λόγος ύπαρξης του. Εκφράζει την αντίληψη για τον λαό ως ενωμένου και παθητικού υποκείμενου με μόνο πολιτικό όπλο την ψήφο στις εκλογές και την στοίχιση πίσω από κομματικές ηγεσίες.

Οι Αγανακτισμένοι ήταν το αντίθετο από κάθε άποψη. Αποτελούσαν μια συναισθηματικά έντονη συνεύρεση σε χώρο και χρόνο πολιτών που σκέπτονται, συζητούν και ασχολούνται με τα κοινά, ακόμη καλύτερα που ορίζουν τι είναι κοινό, κοινό καλό, δημόσιο συμφέρον. Όλα τα μέλη χωρίς εξαίρεση και αποκλεισμούς μπορούσαν να πάρουν τον λόγο και να μιλήσουν πάνω σε ένα θέμα ή να προτείνουν άλλο. Το πλήθος μιλούσε αλλά και άκουγε τον ομιλητή με σεβασμό. Οι επιδοκιμασίες και αποδοκιμασίες εκφράζονταν με ρυθμικές κινήσεις των χεριών για να μην διακόπτεται ο ομιλητής και ενοχλούνται οι ακροατές. Οι αποφάσεις έπρεπε να είναι ομόφωνες. Δεν υπήρχαν ηγέτες, αντιπρόσωποι, προβεβλημένοι.  Όλα αυτά αποτελούσαν σεβασμό προς τον ομιλητή και σηματοδοτούσαν μια άνευ προηγουμένου προσήλωση στη, τη σκέψη, τον διάλογο, την αισθητική του λόγου. Όπως έγραψαν ξένες εφημερίδες είχαμε τη δημοκρατία σε πράξη, την «Κάτω Βουλή» σε μικρή απόσταση από την Πνύκα. Τα mainstream Ελληνικά μέσα συκοφαντούσαν μόνο τις καταλήψεις και συνέχισαν να το κάνουν κατά τακτικά διαστήματα από τότε.

Ο Αριστοτέλης διακρίνει την εργασία σε ποίηση και πράξη. Η ποίηση αποσκοπεί στην παραγωγή ενός προϊόντος. Η πράξη είναι αυτοτελής και αυτο-αναφορική, βρίσκει τον σκοπό μέσα της: έτσι είναι η ποίηση, μια μουσική παράσταση, η ζωγραφική. Για  την Hannah Arendt, η πράξη αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής. Μ’ αυτή την έννοια, οι ομιλίες των Αγανακτισμένων αποτελούσαν Αριστοτελική πράξη, δημόσια επικοινωνία και αυτοτελή δημιουργία. Ο Αριστοτέλης ονομάζει «πολιτεία» το πολίτευμα που κάνει το πλήθος δήμο: «όταν δε το πλήθος προς το κοινόν πολιτεύεται συμφέρον, καλείται το κοινό όνομα πασών των πολιτειών, πολιτεία». Οι Αγανακτισμένοι ήταν «πλήθος εν συνελεύσει», ένα πλήθος που έγινε δήμος. Η απόσταση από τους συλλαλούντες εθνικόφρονες μακεδονομάχους και τους στασιάζοντες Αμερικανούς ρατσιστές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη.

Πηγή: tvxs.gr