Κώστας Αθανασίου: Η Αριστερά ξανά στον καθαρό αέρα της πραγματικής πολιτικής

Posted on 28 Ιουνίου, 2020, 12:08 πμ
5 secs

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουλίου 2019 δεν νίκησε, ωστόσο το αν αυτή η συγκυριακή εκλογική ήττα της Αριστεράς θα εξελιχθεί σε μια βαθύτερη, δομικότερη ίσως, ήττα είναι κάτι που δεν έχει κριθεί. Και είναι κάτι που ήταν και είναι στο χέρι της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές καταφέρνοντας να πάρει ένα πολύ σημαντικό ποσοστό, το οποίο συμπύκνωνε τόσο την αναγνώριση του κυβερνητικού έργου από την κοινωνία όσο και την ανησυχία για την επελαύνουσα Δεξιά, μια ανησυχία που, όσο περνάει ο καιρός και σπάει το σιδηρούν παραπέτασμα της δοξαστικής δημοσιογραφίας για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, δικαιώνεται όλο και περισσότερο.

Η Δεξιά της ανισότητας, της καταστολής, της διαπλοκής είναι εδώ και αυτό σε λίγο δεν θα μπορεί να το κρύψει κανένα πακέτο εκατομμυρίων προς απίθανα σάιτ, γιατί είναι κάτι που το ζει ο κόσμος στην καθημερινότητά του.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έχανε τις εκλογές, ήταν προφανές πως δεν υπήρχε περίπτωση να μπει στις συνήθεις περιπέτειες που μπαίνουν τα κόμματα όταν χάνουν (αμφισβήτηση ηγεσίας κ.λπ.). Γι’ αυτό και δεν έγινε κατανοητό το γεγονός ότι το ίδιο το βράδυ των εκλογών, χωρίς μάλιστα να τεθεί κανένα θέμα για μια αποτίμηση της κυβερνητικής θητείας (κάτι που ευτυχώς διορθώθηκε στην πορεία, όχι όμως χωρίς να προηγηθούν κραδασμοί), η συζήτηση στράφηκε αμέσως στο κόμμα και στις ευθύνες του για την ήττα, ένα κόμμα που μπορεί μεν να χρειαζόταν πολλές βελτιώσεις στη λειτουργία του, από την άλλη όμως, στην περίοδο της διακυβέρνησης, ήταν εντελώς ξεχασμένο και περιθωριοποιημένο, μακριά από τις διαδικασίες και τα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Ένα κόμμα που το θυμηθήκαμε μόνο για να του πούμε ότι φταίει.

Επιπλέον, και δυστυχώς, αυτή η «στροφή» στο κόμμα έγινε με όρους μεγάλης εσωστρέφειας, με την απαραίτητη συμβολή βέβαια δημοσιογράφων «φιλικών» προς τον ΣΥΡΙΖΑ: στοχοποιήσεις προσώπων, κατασκευές εσωτερικών εχθρών, τοξική ποινικοποίηση της διαφωνίας και του διαλόγου, διαρροές και δολοφονίες χαρακτήρων στελεχών κ.λπ. -πράγματα που σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με την πολιτική κουλτούρα της Αριστεράς, λογικά ίσως για κάποιους που δεν είχαν ποτέ σχέση με την Αριστερά (ίσως μόνο με ηγέτες και αυλές), αλλά τόσο ξένα για τον κόσμο της Αριστεράς.

Τι κόμμα θέλουμε;

2. Έτσι, όμως, με τον αδόκιμο και εσωστρεφή τρόπο με τον οποίο εγκαινιάστηκε αυτή η συζήτηση το βράδυ των εκλογών, αλλά και με τον βάναυσο, από ορισμένες πλευρές, τρόπο με τον οποίο επιτράπηκε να συνεχιστεί, έναν χρόνο μετά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατορθώσει να βρει έναν αντιπολιτευτικό βηματισμό που να αντιστοιχεί στο ύψος των περιστάσεων, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθεί να μένει ανοιχτό το ερώτημα τι κόμμα θέλουμε και τι κόμμα θα έχουμε, σε επίπεδο πολιτικό, ιδεολογικό, οργανωτικό, όπως επίσης φαίνεται πως μένει ανοιχτό και το περιεχόμενο της πολιτικής και της αντιπολίτευσης, με ποιους κανόνες, με ποιες ιεραρχήσεις, ακόμα και με ποιο ύφος κάνουμε πολιτική.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αξιοποιήσει τη σημαντική παρακαταθήκη του κυβερνητικού έργου και το κρίσιμο αποτύπωμα που αυτό άφησε στην κοινωνία, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα το ξαναδεί με αυτοκριτική ματιά -ας μην ξεχνάμε ότι κάποια πράγματα αναγκαστήκαμε να τα κάνουμε, ενώ κάποια άλλα επιλέξαμε να τα αφήσουμε στην άκρη λόγω δύσκολης συγκυρίας.

Στον βάλτο που δημιουργεί η κυβέρνηση της Δεξιάς χρειαζόμαστε μια Αριστερά που να ξαναβγεί στον καθαρό αέρα των κινημάτων και της πραγματικής πολιτικής γι’ αυτά που απασχολούν πραγματικά την κοινωνία, με μια λειτουργία αντίστοιχη με τις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς.

Χρειαζόμαστε μια μαχητική αντιπολίτευση από μια σκοπιά ριζοσπαστικής Αριστεράς, μιας Αριστεράς που εντάσσει ό,τι πράττει ως αντιπολίτευση ή ως κυβέρνηση σε μια συνολική προοπτική κοινωνικού μετασχηματισμού και χειραφέτησης.

Μια Αριστερά που, πέρα από τον «ρεαλισμό του εφικτού», να δίνει και ιδεολογικές μάχες, να διαμορφώνει συνειδήσεις, να διεκδικεί την ιδεολογική ηγεμονία.

Η δημοκρατική λειτουργία

3. Θα θυμούνται πολλοί ότι τα χρόνια 2012-2014, όταν ήμασταν στην αξιωματική αντιπολίτευση, τα όργανα του κόμματος λειτουργούσαν αρκετά ικανοποιητικά και υπήρχαν γνωστές συλλογικές δομές και διαδικασίες για τη λήψη των αποφάσεων και τη λογοδοσία. Διότι παρεκκλίσεις από τη θεσμική κομματική λειτουργία, που μπορεί σε έναν βαθμό να είναι κατανοητές σε μια κυβέρνηση, δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμβαίνουν στην αντιπολίτευση.

Η δημοκρατική λειτουργία του κόμματος είναι αφενός προϋπόθεση για ένα μεγάλο κόμμα (τα μέλη έχουν συγκεκριμένα δικαιώματα για τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων) και αφετέρου προστασία και για την ίδια την ηγεσία του κόμματος, καθώς το σχήμα «κερδίζει ο ηγέτης, χάνετε οι άλλοι» δεν πείθει, όσες φορές κι αν γράφει κανείς το όνομα του προέδρου στα κείμενά του.

Στο αριστερό κόμμα, λοιπόν, οι αποφάσεις παίρνονται από θεσμικά όργανα και διαδικασίες που προβλέπονται από το καταστατικό, όχι από ad hoc κύκλους περί τον αρχηγό.

Πέρα από το κατασκευασμένο ψευδοδίλημμα περί κλειστού ή ανοιχτού κόμματος, πέρα από τον πολυσυλλεκτισμό του anything goes, πέρα από τους αριθμητικούς φορμαλισμούς, οφείλουμε να χτίσουμε ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς ορθάνοιχτο στην κοινωνία -ποιος δεν το θέλει αυτό; Θα ήταν αστείο να πει κανείς το αντίθετο.

Άλλωστε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, η ψυχή του, είναι η ανοιχτή ενότητα, και όχι μόνο σήμερα με τη διαδικασία της Προοδευτικής Συμμαχίας: έτσι φτιάχτηκε αυτό το κόμμα, έτσι χτίστηκε, σε εποχές που κάποιοι χλεύαζαν και απαξίωναν αυτήν ακριβώς την ανοιχτή ενότητα που χαρακτήριζε την οικοδόμηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ της επόμενης ημέρας

Θέλουμε λοιπόν ένα κόμμα μαζικό, ανοιχτό, που να δοκιμάζει διαρκώς το στοίχημα μιας σταθερά ανοιχτής αμφίπλευρης διεύρυνσης, οργανώνοντας συνάμα τις κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες γύρω του.

Ένα κόμμα που απευθύνεται σε όλον αυτόν τον ανιδιοτελή κόσμο της Αριστεράς και των κοινωνικών αγώνων που δεν θεωρεί ότι η Αριστερά τού χρωστάει, που δεν προσέρχεται για να γίνει βουλευτής ή καθοδηγητής, αλλά θέλει να αγωνιστεί με την αυτοθυσία και την ανιδιοτέλεια των αγωνιστών και των αγωνιστριών της Αριστεράς.

Ένα κόμμα προστατευμένο από προσωπικές στρατηγικές, παραγοντισμούς, φαινόμενα έπαρσης, αλαζονείας, ένα κόμμα με κανόνες για τα μέλη του.

Γιατί πιο μεγάλο κόμμα σημαίνει κόμμα πιο δημοκρατικό και πιο συλλογικό.

 

Κώστας Αθανασίου

 

Πηγή: Η Αυγή

...