Βαριά κουβέντα η λέξη «φασισμός». Οταν εκτοξεύεται εναντίον πολιτικού φορέα, πολιτικού προσώπου ή πολιτικής πρακτικής ενέχει τον χαρακτήρα εξύβρισης ή έστω σοβαρής προσβολής. Υπάρχει και το –καθ’ όλα βάσιμο- επιχείρημα πως η συχνή καταχρηστική εκφορά του όρου οδηγεί στον αποπροσανατολισμό από ενέργειες και πρόσωπα που είναι αληθινά φασιστικές ή όντως φασίστες. Οταν όμως όντως προκύπτει το φασιστικό φαινόμενο, η κοινωνική και πολιτική θεωρία δεν μπορεί να αποφεύγει τον όρο με την ανησυχία μήπως κάποιοι παρεξηγηθούν.

Κάτι που συχνά συσκοτίζει τα πράγματα ως προς την ουσία του φασισμού είναι η τάση να περιορίζεται το φαινόμενο σε κάποια σημαντικά μεν αλλά δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του. Αναφέρομαι κυρίως στην «εξαλλοσύνη» της συμπεριφοράς και στην «αντισυστημική» ρητορική των φασιστικών οργανώσεων και των μελών τους, όπως οι δικοί μας χρυσαυγίτες αλλά και πολλοί «ορίτζιναλ» ναζί της χιτλερικής Γερμανίας και φασίστες της μουσολινικής Ιταλίας. Τούτα τα γνωρίσματα όμως δεν καθορίζουν απαραίτητα τον φασισμό ως ιδεολογία και πολιτική πρακτική. Είναι περισσότερο στοιχεία που προσιδιάζουν στον φασισμό ως φαινόμενο λίγο-πολύ ανεξέλεγκτο από το ευρύτερο πολιτικο-οικονομικό καθεστώς – πράγμα που δεν είναι απαραίτητο ότι πάντοτε ισχύει.

Ας μη γελιόμαστε. Η αναπαράσταση του φασίστα και του φασισμού που δεσπόζει στην κυρίαρχη ιδεολογία των καπιταλιστικών κοινωνιών, οσοδήποτε κι αν όντως ανταποκρίνεται σε πραγματικές συμπεριφορές και εμφανίσεις πραγματικών φασιστών, απορρέει κυρίως από το καθοριστικής σημασίας ιστορικό γεγονός που συνδέεται με τον φασισμό και τον ναζισμό.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πιο αιματηρός και καταστροφικός πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας, αποτελεί αδιάσειστο τεκμήριο ότι ο ναζισμός και ο φασισμός που τον προκάλεσαν λειτουργούσαν σε τεράστιο βαθμό ανεξέλεγκτα από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Η «εξαλλοσύνη» του φασισμού, που ενοχλεί το σύστημα και με την οποία σχεδόν αποκλειστικά τον ταυτίζει, δεν είναι παρά η ένδειξη ότι το κυρίως ενοχλητικό για τον καπιταλισμό στοιχείο του φασισμού είναι η ανεξέλεγκτη διάστασή του – η οποία και τον καθιστά επικίνδυνο και για το ίδιο το σύστημα.

Τώρα που ο καπιταλισμός έχει απαλλαγεί από τις «αυταπάτες» ότι μπορεί να κυβερνά με δημοκρατία, τώρα που κάτι τέτοιο δεν κρίνεται καν απαραίτητο, αλλά και τώρα (με την οικονομική και υγειονομική κρίση) που συνειδητοποιεί την επισφαλή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η «νεοφιλελεύθερη συναίνεση», το ζητούμενο είναι ένας ελεγχόμενος φασισμός. Ενας φασισμός μεν, που θα ελέγχεται επαρκώς από το καπιταλιστικό σύστημα δε. Στη σύγχρονη Ελλάδα, δεδομένου ότι κάποιες επικλήσεις μιας «σοβαρής Χρυσής Αυγής» αποδείχτηκαν όχι και τόσο… «σοβαρές», φαίνεται πως η συνταγή για έναν ελεγχόμενο φασισμό που ακολουθεί τώρα το σύστημα είναι η μετατροπή του ίδιου του συντηρητικού κόμματος εξουσίας σε ακροδεξιό. Μια συνταγή που φαίνεται πως ακολουθείται και σε άλλες χώρες, απλώς η ελληνική περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της.

Εχω κατ’ επανάληψη αναφερθεί, σε προηγούμενα άρθρα, στον κομβικό στρατηγικό στόχο της ματαίωσης της μεταπολίτευσης και της επιστροφής στον ανελέητο θεσμικό, πρακτικό και ιδεολογικό αντικομμουνισμό του μετεμφυλιακού κράτους. Τούτη η διαπίστωση όμως χρειάζεται μια σημαντική συμπλήρωση. Το μετεμφυλιακό καθεστώς, παρ’ ότι ακροδεξιό ως προς τον ακραίο αυταρχισμό του και τον φανατικό επίσημο αντικομμουνισμό του, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστικό.

Και τούτο διότι του έλειπε ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του φασιστικού φαινομένου: η ισχυρή ιδεολογική επιρροή. Η προδικτατορική αντικομμουνιστική ιδεολογία της «εθνικοφροσύνης» ήταν εξ αρχής αποτυχημένη ως τέτοια, διότι αναπαρήγαγε τη διαίρεση του εμφυλίου πολέμου χωρίς να έχει ισχυρό λαϊκό έρεισμα ούτε στο δικό της στρατόπεδο. Το μόνο αληθινό στήριγμα του καθεστώτος ήταν η ωμή κρατική και παρακρατική βία.

Η αποτελεσματική ιδεολογική καταξίωση της αυθαίρετης κρατικής βίας θα μπορούσε να είναι ένας ορισμός του φασισμού. Πιο σχηματικά: ο φασισμός είναι η αυταρχική βία του κράτους ως κυρίαρχη ιδεολογία. Η οποία αυταρχική κρατική βία μπορεί να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα είτε μιας ακραιφνώς ρατσιστικής βίας εναντίον εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων, είτε μιας βίας που στρέφεται εναντίον των όποιων αντιπάλων του καθεστώτος – συγκεκριμένα, εναντίον της Αριστεράς και των κινημάτων.

Η επιμονή της δεξιάς κυβέρνησης να επιδεικνύει την αυταρχική της στροφή κυρίως (αλλά όχι μόνο) σε δύο ειδικά περιπτώσεις (αστυνομία στα Πανεπιστήμια και απεργία πείνας Κουφοντίνα) δεν είναι καθόλου τυχαία – και δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά. Επενδύει ιδεολογικά σε αυτές. Επιδιώκει να συσπειρώσει γύρω της κόσμο κατά τρόπο που θα τη βοηθήσει να συγκροτήσει τόσο στην ιδεολογία όσο και στην πολιτική πρακτική ένα ελεγχόμενο από εκείνην φασιστικό κίνημα εναντίον των «φίλων των μπαχαλάκηδων» και των «υπερασπιστών των τρομοκρατών».

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

efsyn