Το περιβόητο εργασιακό νομοσχέδιο που κατεβάζει η κυβέρνηση στη Βουλή, αλλά και οι αντιπολιτευτικοί και συνδικαλιστικοί αγώνες ενάντια σε αυτό, αποκαλύπτουν μεταξύ άλλων μια αλήθεια της σύγχρονης ιστορίας. Οι ταξικοί αγώνες και οι αγώνες για την υπεράσπιση της δημοκρατίας συμπίπτουν.

 

Η επιθετική εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων θεωριών, που συγκροτεί τον πυρήνα της λογικής του νομοσχεδίου, είναι ταυτόχρονα επίθεση εναντίον της δημοκρατίας. Σε δυο επίπεδα. Στο άμεσα πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται τη συγκυριακή πλειοψηφία που διαθέτει στο Κοινοβούλιο για να περάσει έναν νόμο που θα επιδεινώσει καθοριστικά την κοινωνική θέση της πλειονότητας των πολιτών. Εκείνο όμως που συμβαίνει στο κοινωνικό-ταξικό επίπεδο ίσως είναι ακόμη πιο κρίσιμο και πιο αποκαλυπτικό.

Στις ίδιες τις εργασιακές σχέσεις ποτέ δεν υπήρχε δημοκρατία. Ηδη στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» (1848) ο Μαρξ και ο Ενγκελς μιλούσαν για τον «δεσποτισμό» του εργοστασιάρχη, του επόπτη και της μηχανής που υποδουλώνει καθημερινά τους εργάτες στο εργοστάσιο.

Η εργασιακή σχέση στον καπιταλισμό δεν μπορεί να είναι δημοκρατική εξ ορισμού. Ωστόσο, θεσμοί που κατακτήθηκαν διά μέσου κοινωνικών αγώνων, όπως το σταθερό ωράριο, οι συλλογικές συμβάσεις και το δικαίωμα στην απεργία, περιορίζοντας τον δεσποτισμό των καπιταλιστών, ήτοι την εργοδοτική αυθαιρεσία, επέφεραν μια «περιορισμένη δημοκρατία», έστω, στις εργασιακές σχέσεις. Παίζοντας λίγο με τις λέξεις, τούτη η «δημοκρατία» περιοριζόταν κατά το ότι ο ρόλος της ήταν μόνο να «περιορίζει» την εξουσία των καπιταλιστών. Στηριζόμενοι στην αποδοχή αλλά πάντως και στην αναγνώριση της θεμελιώδους ανισότητας που ενυπάρχει στη σχέση καπιταλιστών και εργαζόμενων, οι θεσμοί προστασίας της εργασίας αποσκοπούσαν όχι βέβαια στην ανατροπή αυτής της ανισότητας, αλλά στον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων που υφίστατο η αδύναμη πλευρά της σχέσης: οι εργαζόμενοι.

Κατά συνέπεια, οι αγώνες για την υπεράσπιση της «περιορισμένης δημοκρατίας», που περιόριζε, λίγο έστω, την εγγενή ανισότητα των ταξικών σχέσεων καπιταλιστών και εργαζόμενων, ήδη εντάσσονται στη δισυπόστατη ενότητα ταξικών και δημοκρατικών αγώνων. Επί πλέον όμως, το ζήτημα έχει ευρύτερες διαστάσεις, που σηματοδοτούν ως τέτοια ολόκληρη την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα της νεοτερικότητας κατά τους δυο τελευταίους αιώνες τουλάχιστον.

Εχω κατ’ επανάληψη επισημάνει πως ο όρος «αστική δημοκρατία», ιδίως όταν χρησιμοποιείται από την Αριστερά, είναι ολέθρια αποπροσανατολιστικός. Τουλάχιστον με την έννοια που εννοούμε σήμερα τη δημοκρατία, δηλαδή όχι απλώς ως εναντίωση στην απολυταρχία, η αστική τάξη ποτέ δεν υπήρξε δημοκρατική. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον «δεσποτισμό» εντός του εργοστασίου και των καπιταλιστικών επιχειρήσεων γενικότερα.

Είναι ενδεικτικό ότι στην αρχαιότερη κοινοβουλευτική αλλά και καπιταλιστική χώρα της Ευρώπης, στη Βρετανία, το δικαίωμα ψήφου επεκτάθηκε στο σύνολο των αρσενικών ενήλικων εργαζόμενων (δηλαδή και των μη κατεχόντων περιουσία) μόλις το 1918. Δηλαδή στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Ο ιλιγγιωδών διαστάσεων φόρος αίματος που είχε μόλις πληρώσει η βρετανική εργατική τάξη έπρεπε να αντισταθμιστεί με μια σημαντική παραχώρηση προκειμένου να αποφευχθεί η εκρηκτικά επικίνδυνη κοινωνική ένταση που θα μπορούσε αλλιώς να προκύψει.

Τι σημαίνουν όλα τούτα για τη στρατηγική του «δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό»; Ανεξάρτητα από τα όσα σχετικά έχουν γραφεί σε θεωρητικά κείμενα της μαρξιστικής Αριστεράς, η διάχυτη αντίληψη που επικρατούσε μέχρι πρότινος στην αριστερή ιδεολογία συνίστατο κυρίως στην πεποίθηση ότι «δημοκρατικός δρόμος» σημαίνει σεβασμός του πλαισίου της «αστικής δημοκρατίας» και προώθηση της υπόθεσης του σοσιαλισμού εντός αυτού, στο μέτρο που τούτο καθίσταται εφικτό.

Σε αυτή τη λογική, είδαμε να συμβαίνει ποικιλοτρόπως ο εκφυλισμός του δημοκρατικού δρόμου σε μια προσπάθεια ταξικής συμφιλίωσης, που στο πολιτικό επίπεδο εκφραζόταν με μια σχεδόν αξιοθρήνητη απόπειρα συμμαχίας με αστικές πολιτικές δυνάμεις – όχι με στόχο μια (συγκυριακή) κοινή εναντίωση στον φασισμό, αλλά ως εγγενές στοιχείο της πορείας προς τον σοσιαλισμό. Εξ ου και η μοιραία τάση αποδοχής του αστικού συστήματος γενικότερα, όταν η Αριστερά συναντούσε την (αναμενόμενη) αδιαλλαξία των αστικών δυνάμεων.

Στην πραγματικότητα η κατάσταση θα έπρεπε να είναι περίπου αντίστροφη. Στους δημοκρατικούς αγώνες (που είναι ταυτόχρονα ταξικοί) δεν υπάρχει κανένα «αστικό πλαίσιο» που οφείλει η Αριστερά να σεβαστεί. Αντιθέτως, ο αληθινός στόχος είναι να επιβληθεί στις αστικές πολιτικές δυνάμεις το δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο το οποίο, ιδίως την εποχή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, τείνουν διαρκώς και πολλαχώς να υπονομεύουν. Σύμφωνα και με τους κλασικούς του μαρξισμού, ο σοσιαλισμός θα είναι η επέκταση της πλήρους (και όχι πλέον «περιορισμένης») δημοκρατίας στις εργασιακές σχέσεις. Τούτο δεν σημαίνει πως η δημοκρατία στο επίπεδο των πολιτικών θεσμών είναι αστική – κάθε άλλο.

*Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

efsyn