Καταιονισμός ανοησιών για το θάνατο του Φίλιππου

Posted on 19 Απριλίου, 2021, 6:55 μμ
8 secs
Του ιστορικού Νίκου Σκοπλάκη
*…Αφού βρήκε ανάπαυση ο Φίλιππος Μαουντμπάντεν, πρώην Μπάτενμπεργκ και, βεβαίως, Γκλίξμπουργκ-Ζόντεμπουργκ-Αουγκούστενμπουργκ, βρήκαν κάποια ανάπαυση και τα δικά μας αυτιά από τον καταιονισμό ανοησιών και κιτσαριού, που εκπορεύτηκαν από την – όχι και τόσο καλά κρυμμένη – μοναρχοφασιστική φλέβα της κυβέρνησης και των τηλεοπτικών της φερεφώνων.
Όλως ιδιαιτέρως, μας πρήξανε με την ύπαρξη του «ελληνικού σταυρού» στο οικόσημο του άρτι αποθανόντος δούκα του Εδιμβούργου• στοιχείο ολωσδιόλου προσβλητικό για τη χώρα μας και τους λαούς της, στην πραγματικότητα, καθώς συμβολίζει τη φεουδαρχική αντίληψη που είχαν για την Ελλάδα ο δούκας του Εδιμβούργου και η οικογένεια του πατέρα του, Ανδρέα. Μία χώρα, η οποία ήταν καλή μονάχα ως έμβλημα ραμμένο στα οικόσημά τους, ως οικόπεδο προς εκμετάλλευση, ως δέλεαρ επιγαμιών και ως σκηνικό φόντο της δαπανηρής ματαιοδοξίας τους: Έτερον ουδέν. Κι αλίμονο εάν οι άνθρωποι αυτής της χώρας τολμούσαν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να αμφισβητήσουν τους Γκλίξμπουργκ: Τότε, βεβαίως, γίνονταν ένας πληθυσμός ημιβάρβαρων, που δεν άξιζε την οποιαδήποτε έκφραση αληθινής εκτίμησης και ευγνωμοσύνης.
Όσες ανοησίες και να μας λένε οι νεολούμπεν φιλοβασιλικοί των καναλιών, ο Φίλιππος μία μόνο άποψη είχε για την Ελλάδα και τον λαό της και την είχε εμπιστευτεί σε έναν κατεξοχήν έμπιστο συνομιλητή και βιογράφο των Γκλίξμπουργκ και των συγγενών τους: Στον Ricardo Mateos Sainz de Medrano. Ο de Medrano, στη σελίδα 307 του βιβλίου του, «La familia de la reina Sofia», που εκδόθηκε με τις ευλογίες της Σοφίας, καταγράφει και τη γνώμη του Φίλιππου, η οποία δεν διαψεύστηκε ποτέ: «Πώς να αγαπώ μια χώρα που εκτέλεσε τον παππού μου και κόντεψε να εκτελέσει τον πατέρα μου».
Στο μυαλό του – αποικιοκρατικής ανατροφής και νοοτροπίας – Φίλιππου, μάλλον οι πολίτες της Ελλάδας όφειλαν να ανταμείψουν τον υπερφίαλο, αδίστακτο και αμετανόητο Ανδρέα για την πανωλεθρία που προκάλεσε κατά τη διάρκεια της «μικρασιατικής εκστρατείας»• εξάλλου, όταν ο Ανδρέας δεν εμπλεκόταν σε θηριωδίες εναντίον του τουρκικού πληθυσμού, εκφραζόταν απαξιωτικά και εχθρικά για τους μικρασιάτες και την αντιμοναρχική τους διάθεση.
Το μοναδικό καλό που βρίσκω στον Φίλιππο είναι η μητέρα του, Αλίκη• και το αμέσως καλύτερο είναι το ότι κάποτε αποφάσισε να την πλησιάσει με στοιχειώδη σεβασμό, ύστερα από την πολυετή απομάκρυνση που είχε επιβληθεί από τον θείο του, Λουδοβίκο Μαουντμπάντεν, εξαιτίας της «τρέλας» της, της «εκκεντρικότητάς» της και της «ελευθεροστομίας» της. Στην πραγματικότητα, η Αλίκη του Μαουντμπάντεν είναι, ίσως, μαζί με τη Μαρία Βοναπάρτη, το μοναδικό συμπαθητικό μέλος της φρικτής βασιλικής οικογένειας της Ελλάδας• η μοναδική που ήταν ικανή για συναισθήματα και για πραγματική ανθρώπινη επαφή με τους ανθρώπους της χώρας.
Μολονότι βαρήκοη από νηπιακή ηλικία, είχε έφεση στις γλώσσες: Γνώριζε πολύ καλά αγγλικά, γερμανικά και ελληνικά και αρκετά καλά ρωσικά. Μπορούσε να διαβάσει από μακριά τα χείλη και στις τέσσερεις γλώσσες, πράγμα που την έκανε αρκετά δυσάρεστη και επίφοβη στις δεξιώσεις πρεσβειών στα νιάτα της. Η Αλίκη του Μαουντμπάντεν με τις μεσσιανικές προσεγγίσεις, τον χριστιανικό συγκρητισμό, τη δυσαρέσκειά της για τα πρωτόκολλα, την ελευθεροστομία για τον αποτυχημένο γάμο της και για τους καταναγκασμούς των αριστοκρατικών βίων, πέρασε μεγάλο μέρος της δεκαετίας του ’30 έγκλειστη σε «αναρρωτήρια» της Ευρώπης: Έτσι, οι κόρες της θα μπορούσαν να κάνουν καλούς γάμους με Γερμανούς φιλοναζιστές πρίγκιπες και ο γιος της Φίλιππος, που από ενός έτους μεγάλωνε ως Βρετανός στο Λονδίνο με τον δεσποτικό αδερφό της, να σταδιοδρομήσει στα υψηλά κλιμάκια.
Η ανεπιθύμητη Αλίκη με το αυτοσχέδιο ράσο, που κάπνιζε και έπαιζε κανάστα – με τράπουλα κρυμμένη στα φαρδομάνικα – ξαναβγήκε στον κόσμο λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’30. Δεν πήγε ούτε στο Λονδίνο, ούτε στη Γερμανία• επέστρεψε στην Αθήνα, με σκοπό να φροντίσει τη μοναδική φίλη που δεν την είχε ξεχάσει στα χρόνια του εγκλεισμού της, τη Βιργινία Σιμοπούλου, η οποία είχε σχεδόν τυφλωθεί. Κατοίκησαν οι δυο τους σε μικρά νοικιασμένα διαμερίσματα, πρώτα στην οδό Κουμπάρη 8 κι έπειτα στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ 7.
Εκεί, σε ένα άλλο υπόγειο, θα γινόταν για ένα διάστημα γειτόνισσα με τη Μαρία Ιορδανίδου, η οποία μεταφέρθηκε, μαζί με άλλους «κουκουέδες» πρόσφυγες, από το Μετς, όταν η βρετανική αεροπορία κατέστρεψε το σπίτι της, τον Δεκέμβριο του 1944: «Κι έμεινα εγώ – το ένα μου παιδί εδώ, το άλλο μου παιδί εκεί – μόνη μου με τις γάτες μέσα στο Βύθουλα του Κολωνακιού και με γειτόνισσα την πριγκίπισσα Αλίκη του Ανδρέα […]. Θέλετε κι άλλο; Δε χρειάστηκε περισσότερο. Μου σάλεψε ο νους. Έπαθα αυτό που είχε πάθει μια ηρωίδα του Ζολά, η Ζερβέζ, που όταν μπούχτισε, τα πέταξε όλα κάτω και είπε, μπάστα!», θυμόταν χρόνια αργότερα η Ιορδανίδου στο μυθιστόρημά της, «Στου κύκλου τα γυρίσματα».
Κάπως έτσι θα είχε μπουχτίσει, είκοσι χρόνια νωρίτερα, και η Αλίκη και, με όχημα την καθημερινή της «τρέλα», ενέγραψε την προσωπικότητά της σε ένα σύστημα α-πιθανοτήτων, παράγοντας έλλογες και πολύ ανθρώπινες πράξεις: Κατά τη διάρκεια της κατοχής, έμεινε στην Αθήνα μαζί με την τυφλή και αδύναμη Σιμοπούλου. Κινητοποιήθηκε πολύ δραστήρια για τα συσσίτια και την εξασφάλιση τροφίμων, μολονότι, σύμφωνα με μαρτυρίες συγχρόνων της, «η ίδια ήταν, ως γνωστόν, εντελώς αδέκαρη». Αξιοποίησε τη φήμη της τρέλας και της εκκεντρικότητάς της για να σώσει μια ολόκληρη οικογένεια Εβραίων από τα Τρίκαλα, που είχε γνωρίσει το 1912, καθ’ οδόν προς τη Θεσσαλονίκη.
Έκρυψε στο μικρό της διαμέρισμα τη Ραχήλ Κοέν και την κόρη της, Τίλντα, από τον Οκτώβριο του 1943 μέχρι την απελευθέρωση, ενώ κατόρθωσε να εξασφαλίσει σίγουρη στέγη στην οδό Ακαδημίας και Δημοκρίτου (δηλαδή στο άδειο, επί κατοχής, σπίτι της Μαρίας Βοναπάρτη και του Γεωργίου στην Αθήνα) για τον Μισέλ Κοέν κατά το ίδιο διάστημα. Μία Γερμανίδα της Αθήνας, παλιά δασκάλα των θυγατέρων της, συνέταξε έκθεση προς την Γκεστάπο για την «ύποπτη συμπεριφορά της πριγκίπισσας». Η Αλίκη έκανε με επιδεξιότητα και στις τρεις κλήσεις της στην Γκεστάπο εκείνο που γνώριζε καλύτερα: την «τρελή». Η Τίλντα και ο Μισέλ Κοέν συνέχισαν να την επισκέπτονται και μεταπολεμικά και να μένουν μαζί της• η οικογένεια Κοέν, άλλωστε, ζήτησε την ανακήρυξή της σε «δίκαιη των εθνών» από το Γιαντ Βασέμ μεταπολεμικά.
Κατά το ίδιο διάστημα, οι θυγατέρες της στη Γερμανία συνέτρωγαν με ναζιστές επιτελείς, ενώ ο τέως σύζυγός της, Ανδρέας, γλεντοκοπούσε στις Κάννες και το Μονακό, υπό την προστασία του Πεταίν, με την καινούρια συμβία του, την πλούσια κόμισσα Αντρέ ντε Λα Μπίνιε. Εξάλλου, ο Ανδρέας Γκλίξμπουργκ πέθανε στο Μονακό το 1944, ύστερα από ένα ακόμα γλέντι. Λέγεται πως όταν, πολλούς μήνες αργότερα, κάποιοι συλλυπήθηκαν την Αλίκη για τον θάνατό του, αυτή απάντησε χωρίς περιστροφές, «καλύτερα θα ήταν να συλλυπηθείτε εκείνη τη φίλη που τόσο ασχολήθηκε μαζί του, όταν έφυγε από κοντά μας». Ο Φίλιππος δεν είχε ποτέ καμία αίσθηση του χιούμορ.
[* Μεταπολεμική φωτογραφία της Αλίκης με το ράσο – δεν ξέρω αν έχει μέσα στα μανίκια και τη θρυλική τράπουλα – στην είσοδο της Πατριάρχου Ιωακείμ 7 * ]
...