Είναι ο καπιταλισμός ένα βιώσιμο σύστημα; Μπορεί η διαρκής αυτοανα-προσαρμογή του στις συστημικές κρίσεις και τις υπαρξιακές προκλήσεις να παρατείνει στο διηνεκές την επιβίωσή του; Και ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται γι’ αυτή τη “μυστηριώδη” αέναη αναγέννησή του; Ακαδημαϊκής, πολιτικής ή φιλοσοφικής συζήτησης, τα πιο πάνω διαχρονικά ερωτήματα παραμένουν ουσιαστικά αναπάντητα.

Η πανδημία ήταν μια νέα δοκιμασία για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Μια εξωγενής λειτουργική κρίση, ενδεχομένως πρωτόγνωρη από πλευράς μεγέθους, συνεπειών και διάρκειας. Ωστόσο, δεν συνέβησαν οι σεισμικές μετατοπίσεις που κάποιοι προέβλεπαν στην αρχή του δράματος. Κλάδοι εμπροσθοβαρείς της οικονομίας υπέστησαν καθίζηση, εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν, ίσως διά παντός, η κατανάλωση εξανεμίστηκε, ο τουρισμός, οι αερομεταφορές, οι υπηρεσίες επέστρεψαν στα επίπεδα της δεκαετίας του ’80.

Οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών χτύπησαν κόκκινο και υπάρχουν ακόμη πολλά που δεν έχουμε δει. Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση δεν έγινε ανεξέλεγκτη, όχι «εκ θαύματος». Τα πακέτα κρατικής στήριξης διατήρησαν ανοιχτές τις αναπνευστικές διόδους του συστήματος, τα χρηματιστήρια συνέχισαν να πλέουν σε πελάγη ευτυχίας -χάρη ακριβώς στο κυβερνητικό χρήμα- και οι γκουρού των αγορών λένε σήμερα ότι θα έχουμε φρενίτιδα ανάπτυξης προσεχώς, σε μια νέα χρυσή δεκαετία του 1920…

“Αναθεωρητική” συζήτηση

Ταυτόχρονα, δοθέντος του συνθήματος από τον Μπάιντεν, έχει αρχίσει μια “αναθεωρητική” συζήτηση στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, σε διερευνητικό επίπεδο προς το παρόν. Ο σκοπός της είναι να βρεθούν τρόποι και μέσα για την εξισορρόπηση και την “εκτόνωση” των τρομακτικών ανισοτήτων που έχουν συσσωρευτεί στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, συνέπεια της γιγάντωσης κλάδων, όπως π.χ. του ηλεκτρονικού εμπορίουή της επέκτασης της αυτοματοποίησης στις entry level δουλειές, της μάστιγας της μισθολογικής καθήλωσης, των ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων για τους επιχειρηματικούς κολοσσούς κ.ο.κ.

Κάποιοι βλέπουν επαναδρομολόγηση ορισμένων σταθερών της (ευρωπαϊκής) σοσιαλδημοκρατίας της δεκαετίας του 1970 σ’ αυτή την προσέγγιση, επιμένοντας να προσδίδουν ουτοπικά χαρακτηριστικά σε έναν εν δυνάμει νομοτελειακό μονόδρομο: ο σοσιαλισμός θα είναι η μόνη ρεαλιστική -και ουδόλως ουτοπική- εναλλακτική στην καπιταλιστική αποσάθρωση, την “ανακύκλωση” ανάπτυξης – ύφεσης, όταν θα έχουν καταρρεύσει τα πάντα από κατακλυσμιαίες αλληλουχίες οικοκοινωνικών κρίσεων, πτυχές των οποίων θα είναι η διατροφική επισφάλεια, οι συγκρούσεις για τους υδάτινους πόρους, οι προσφυγικές μετακινήσεις λόγω κλιματικής κρίσης.

Ωστόσο, για ορισμένους πιο ψύχραιμους αναλυτές (βλ. Σωτ. Ρούσσος) όλα αυτά δεν είναι παρά “η επιβεβαίωση του αστικού κράτους ως στρατηγικού θεματοφύλακα του συστήματος”. Εν κατακλείδι, μια σειρά από δυσοίωνες εξελίξεις, στις οποίες “εμπεριέχεται” η πανδημία, απειλούν την ίδια τη φύση του συστήματος και οι κυβερνήσεις επεμβαίνουν δυναμικά αγνοώντας ή πηγαίνοντας κόντρα στα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα των καπιταλιστών προκειμένου να διασώσουν σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα το σύστημα.

Ασχέτως του ποια θεωρία είναι τελικά η σωστή, αυτές δεν είναι οι μοναδικές ιδέες που έχουν πέσει στο τραπέζι για τη διάσωση του “ασθενούς”. Υπάρχουν τελευταία κι άλλες, αρκετά πρωτότυπες που εξετάζονται, κάποιες μάλιστα έχουν βρει τον δρόμο τους προς την εφαρμογή.

Μία από αυτές είναι και το λεγόμενο UBI (Universal Basic Income, «Καθολικό Βασικό Εισόδημα» ή «Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα’ – δεν πρέπει να συγχέεται με το σχετικό επίδομα) αν και στα ελληνικά τείνει τελευταία να καθιερωθεί ο όρος “Βασικό  Άνευ  Όρων Εισόδημα”.

Από τη θεωρία στην πράξη

Η πρακτική ιδέα πηγαίνει πίσω στη δεκαετία του 1930 και την περίοδο μετά τη Μεγάλη  Ύφεση, όταν το τοξικό κοκτέιλ ανεργίας και φτώχειας απειλούσε με ανθρωπιστική και κοινωνική καταστροφή τις ΗΠΑ. Ο όρος “Βασικό Εισόδημα” αποδίδεται στον οικονομολόγο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης GDH Cole, ο οποίος τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1953, αν και η πατρότητα της αρχικής ιδέας αποδίδεται στον  Άγγλο πολιτικό ακτιβιστή, φιλόσοφο και πολιτικό θεωρητικό του 18ου αιώνα Τόμας Πέιν. Το 1967 ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είχε επίσης αναφερθεί στην ανάγκη καθιέρωσης ενός «εγγυημένου εισοδήματος» για την άμβλυνση της φτώχειας.

Τουλάχιστον θεωρητικά, το UBI προσφέρεται άνευ όρων από την κυβέρνηση σε όλους τους πολίτες, ενεργούς ή ανενεργούς στην αγορά εργασίας, ασχέτως εισοδηματικών ή περιουσιακών κριτηρίων, σε απεριόριστο χρονικό ορίζοντα. Κύριος σκοπός του είναι να παρέχει τα απαιτούμενα χρήματα για να καλυφθεί το βασικό κόστος ζωής, προσφέροντας οικονομική ασφάλεια ή λειτουργώντας αντισταθμιστικά στην έλλειψη ή την απουσία κράτους πρόνοιας. Σύμφωνα με ορισμένους, στην περίπτωση που η γραφειοκρατία καθιστά προβληματική τη λειτουργία της κρατικής πρόνοιας, το UBI θα μπορούσε να καλύψει το κενό.

Το “Βασικό  Άνευ  Όρων Εισόδημα” θεωρείται επίσης ως τρόπος αντιστάθμισης των απωλειών θέσεων εργασίας που προκαλούνται από την αυτοματοποίηση και την εκτόπιση των εργαζομένων χαμηλής εξειδίκευσης από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Τα πρώτα πιλοτικά προγράμματα χορήγησης UBI έγιναν τη δεκαετία του 1960 σε αμερικανικές πολιτείες και την περίοδο 1974 – 1979 στην καναδική επαρχία της Μανιτόμπα. Η πρώτη χώρα που εφάρμοσε σε εθνικό επίπεδο πρόγραμμα χορήγησης «καθολικού άνευ όρων εισοδήματος» ήταν το Ιράν το 2011, αντικαθιστώντας τις επιδοτήσεις στα καύσιμα και τα άλλα είδη πρώτης ανάγκης που ίσχυαν επί δεκαετίες.

Στις προκριματικές εκλογές του 2020 για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος ενάντια στους Μπάιντεν, Σάντερς και Ουόρεν, ο υποψήφιος  Άντριου Γιάνγκ είχε προτείνει την θέσπιση του “Μερίσματος Ελευθερίας”, ενός καθολικού άνευ όρων εισοδήματος 1.000 δολαρίων τον μήνα για κάθε Αμερικανό πολίτη άνω των 18 ετών.

Νέα «πειράματα»

Η πανδημία της Covid-19 και η οικονομική καταστροφή που προκάλεσε σε μεγάλα κοινωνικά στρώματα επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για το UBI. Και φυσικά αύξησε το ενδιαφέρον για τα σχετικά “πειράματα”. Η τελευταία χώρα που βάζει σε εφαρμογή πιλοτικό πρόγραμμα χορήγησης βασικού άνευ όρων εισοδήματος είναι η Γερμανία.

Το “πείραμα” προβλέπει τη μηνιαία καταβολή 1.200 ευρώ αφορολογήτως σε 122 “δικαιούχους” για διάστημα τριών ετών. Οι συμμετέχοντες δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι έχουν οικονομική ανάγκη, ενώ θα μπορούν να εργάζονται για όσο διάστημα διαρκεί το πρόγραμμα. Δεν θα απαιτείται επίσης να κάνουν τίποτα άλλο από το να συμπληρώσουν διαδικτυακά επτά ερωτηματολόγια στη διάρκεια αυτών των τριών χρόνων.

Σύμφωνα με την D.W., το ενδιαφέρον για το “πείραμα” ήταν τεράστιο.  Όταν ξεκίνησε η διαδικασία υποβολής αιτήσεων τον περασμένο Αύγουστο, περισσότερα από 1,5 εκατομμύρια άτομα είχαν δηλώσει συμμετοχή σε μόλις μία εβδομάδα!

Ο σκοπός των ειδικών του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικής  Έρευνας είναι να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα: “Πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι όταν έχουν εγγυημένη οικονομική ασφάλεια”. Και μετά από αυτό, τι κάνουν με τα χρήματα που τους προσφέρονται; Τα ξοδεύουν όλα; Αποταμιεύουν ένα μέρος; Σταματούν να εργάζονται ή εργάζονται λιγότερο; Δωρίζουν μέρος τού δωρεάν εισοδήματός τους σε άλλους ή όχι;

Ενώ οι απαντήσεις αναμένονται, οι εκτιμήσεις των ειδικών είναι ήδη θετικές. Είναι πεπεισμένοι ότι ένα άνευ όρων εισόδημα για όλους τους πολίτες θα λύσει πολλά από τα τρέχοντα προβλήματα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η βασική υπόθεση εργασίας είναι ότι οι άνθρωποι γίνονται πιο δημιουργικοί, αισθάνονται πιο ελεύθεροι και πιο ευτυχισμένοι όταν δεν αντιμετωπίζουν συνεχώς την πίεση να κερδίζουν αρκετά χρήματα ώστε να μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες τους.

efsyn