Με τον στίχο του Σοφοκλή από τους Ιχνευτές που αποδίδεται ως «κανένα ψέμα δεν αντέχει στο χρόνο» σχολίασε την πυρκαγιά και κυρίως τον τρόπο που αντέδρασε η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ στην πυρκαγιά που έκαψε σημαντικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών, ο πρόεδρος του Ενιαίου Συλλόγου του υπουργείου Πολιτισμού και μέλος του ΔΣ της ΑΔΕΔΥ αρχαιολόγος Λιόνης Δέδες, μιλώντας Στο Κόκκινο και τον Νίκο Ξυδάκη.

Ο κ. Δέδες ξεκίνησε λέγοντας «ἀλλ` οὐδὲν ἕρπει ψεῦδος εἰς γῆρας χρόνου», κανένα ψέμα δεν αντέχει στο χρόνο, στίχο από τα σωζόμενα αποσπάσματα του σατυρικού δράματος του Σοφοκλή «Ινχευταί», σχολιάζοντας τα όσα έγιναν στις Μυκήνες. Οι πληροφορίες που συνέλεξε ο ίδιος μιλώντας με άλλους αρχαιολόγους της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, δείχνουν ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε εκτός του αρχαιολόγικού χώρου, πέρασε την περίφραξη και μπήκε μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, που παρότι δεν αναφέρθηκε στα ΜΜΕ ήταν ανοιχτός και είχε επισκέπτες, εκκενώθηκε πάντως χωρίς πρόβλημα άμεσα.

Για το αποτέλεσμα της εισόδου της φωτιάς στον αρχαιολογικό χώρο, ξεκαθάρισε -τονίζοντας ότι θα πρέπει να περιμένουμε τις σχετικές μελέτες- ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν σημαντικές φθορές. Μόνο σε ένα σημείο υπάρχει μεγαλύτερη φθορά, που δείχνει αντιστρέψιμη. Ανέφερε εξάλλου τον κρίσιμο ρόλο που έπαιξε στον περιορισμό των κινδύνων για φθορές η εντατική αποψίλωση στην οποία είχαν προχωρήσει οι αρχαιολόγοι στην περιοχή και σε άλλο σημείο προσέθεσε ότι δεν φαίνεται να αναπτύχθηκαν υψηλά θερμικά φορτία που θα δημιουργούσαν πρόβλημα στα δομικά στοιχεία των κτισμάτων. Σχολιάσε εξάλλου τα όσα κυκλοφόρησαν στα social media και σε ΜΜΕ περί «πετρών που δεν καίγονται», λέγοντας ότι στην ελληνική κοινωνία έχουμε μάθει να μιλάμε με μύθους. Προφανώς και οι λίθοι «καίγονται» προφανώς και κατά τη σύσταση και το θερμικό φορτίο που δέχονται αλλοιώνονται, ως και τήκονται, τόνισε ο κ. Δέδες. Τέτοιο πρόβλημα πιθανώς εντοπίζεται σε μικρό τμήμα και θα αντιμετωπιστεί. Αλλά δεν πρέπει να βιάζεται κανείς. θα γίνουν οι μελέτες, θα επιληφθούν σε συγκεκριμένα σημεία και θα δούμε, επανέλαβε.

Το θέμα είναι πώς αντιμετωπίζουμε συντεταγμένα ως Πολιτεία τα φυσικά φαινόμενα σε σχέση με την προστασία αρχαιολογικών χώρων, υπάρχει ζήτημα πολιτικής, τόνισε ο ίδιος, για να μην συζητάμε κάθε φορά μετά το φαινόμενο, για να μην θρηνούμε ή όχι ανάλογα απλώς με την ένταση του φαινομένου. Πρέπει να σταθούμε σε τρεις άξονες: προγραμματισμός, πρόληψη και έγκαιρη αντιμετώπιση. Δεν μπορεί το 2020 σε αρχαιολογικούς χώρους τα μέσα πυρόσβεσης να είναι απαρχαιωμένα. Πρέπει να μιλήσουμε για σύγχρονα συστήματα πυρόσβεσης, με υλικά πυρίμαχα και αυτοματισμούς.

Υπάρχει και η τεχνογνωσία και η εμπειρία, μετά την τραυματική εμπειρία της πυρκαγιάς στην Ολυμπία, σημείωσε, ενώ η Επίδαυρος τα τελευταία χρόνια έχει απειληθεί δύο φορές. Στην Ελλάδα εκδηλώνονται περίπου 1.500 πυρκαγιές ετησίως. Έχουμε εκατοντάδες αρχαιολογικούς χώρους, φυλασσόμενους και αφύλακτους. Πρέπει να υπάρχει συνολικό πλαίσιο πολιτικής που θα αντιμετωπίζει φυσικά φαινόμενα (τόσο πυρκαγιές όσο και πλημμύρες, κεραυνούς κτλ.) ώστε να διασφαλίζεται στο μέγιστο βαθμό η ασφάλεια επισκεπτών και εργαζόμενων, καθώς και των μνημείων. Αλλά επειδή είναι δουλειά υποδομής και «δεν κόβει κορδέλα» κανείς, είμαστε πάρα πολύ πίσω και έχουμε πολύ δουλειά να κάνουμε…

Η αντιμετώπιση της Πολιτείας είναι αποσπασματική, εκτός του εξοπλισμού πυρόσβεσης και της εκπαίδευσης σε σχέδια εκκένωσης κτλ. Πόσο δύσκολο είναι π.χ. να δούμε ποιοι αρχαιολογικοί χώροι γειτνιάζουν με χώρους που είναι πιο επικίνδυνο να εκδηλωθεί πυρκαγιά και στην αντιπυρική περίοδο να σταθμεύει πυροσβεστικό όχημα ώστε να αντιμετωπίζει άμεσα το γεγονός; αναρωτήθηκε ο κ. Δέδες. Πρέπει να εντάξουμε τα φυσικά φαινόμενα και την κλιματική αλλαγή στο μεγάλο κάδρο, με μία συγκροτημένη πολιτική που θα μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους, να σταματήσει η αποσπασματική αντιμετώπιση, όπως επανέλαβε.