Το όνομά του: Ιβάν Σεπέδα-Κάστρο. Από τους πρωταγωνιστές στην πολιτική σκηνή της Κολομβίας, εξέχον στέλεχος της Αριστεράς, ιδρυτής του Κινήματος των Θυμάτων Κρατικών Εγκλημάτων (MOVICE) και βραβευμένος με το μετάλλιο Ελευθερίας Roger Baldwin, διαμεσολαβητής στη διαδικασία ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ της κολομβιανής κυβέρνησης και των ανταρτικών Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων FARC καθώς και στις αντίστοιχες συνομιλίες με τον αντάρτικο Στρατό Εθνικής Απελευθέρωσης ELN, αλλά και ο βασικός υπεύθυνος για το ότι οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη –με την κατηγορία της διαφθοράς– ο πρώην πρόεδρος της χώρας Άλβαρο Ουρίμπε Βέλες.

Συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση –ο πατέρας του Μανουέλ Σεπέδα-Βάργκας, που δολοφονήθηκε το 1994, ήταν ο ηγέτης της Πατριωτικής Ένωσης (με στενές σχέσεις με το ΚΚ Κολομβίας)– ο 58χρονος Γερουσιαστής μιλά αποκλειστικά στην «Εποχή» για την Κολομβία του σήμερα, την προοπτική των ειρηνευτικών διαδικασιών, το όραμά του για τη χώρα του και το ρόλο της Αριστεράς, αλλά και για τη θέση της στη μεγάλη εικόνα της Λατινικής Αμερικής.

Τη συνέντευξη πήρε η Αννέτα Καββαδία

Η Κολομβία, όπως και όλες οι χώρες του κόσμου, πλήττεται από τον Covid-19. Σε ποια πολιτικο-οικονομική κατάσταση βρίσκει τη χώρα σας αυτή η πανδημία;

Η Κολομβία είναι μια χώρα που έχει ακολουθήσει, με τρόπο πάρα πολύ πειθαρχημένο και υπάκουο, όλες τις συνταγές του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Γι’ αυτό και η επίδραση της πανδημίας, από υγειονομική και κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική άποψη, υπήρξε τόσο αρνητική. Με ένα ιδιωτικό, άρα αποδυναμωμένο, σύστημα υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, το κόστος της πανδημίας είναι μεγάλο: έχουμε ξεπεράσει το 1,5 εκατομμύριο νοσούντες και πάνω από 40.000 θανάτους.

Αυτό το χτύπημα έχει επηρεάσει περισσότερο τα πιο αδύναμα στρώματα του πληθυσμού, τους πιο φτωχούς όπως και την επαρχία.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε ένα μεγάλο οικονομικό τίμημα, υπάρχει πασιφανής οικονομική ύφεση, η οποία αφήνει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας στη Λατινική Αμερική. Και φτώχεια. Η οποία, σύμφωνα με διάφορες έρευνες, θα επηρεάσει πάνω από το 50% του πληθυσμού στα αστικά κέντρα, και περισσότερο από 70% στις πιο περιθωριοποιημένες περιοχές, όπως και στην επαρχία, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων περιοχών που θα αγγίξουν το 80% της απόλυτης φτώχειας.

Αυτή την καταστροφική επίδραση της πανδημίας, η ακροδεξιά κυβέρνηση του προέδρου Ιβάν Ντούκε, δοκίμασε να την διαχειριστεί εμβαθύνοντας στο ίδιο νεοφιλελεύθερο μοντέλο: προσφέροντας βοήθεια κυρίως στις μεγάλες επιχειρήσεις, στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στις ένοπλες δυνάμεις και στην αστυνομία. Ενώ έδωσε μίζερα επιδόματα στα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού που υποφέρουν περισσότερο. Η κατάσταση επιδεινώνεται και από το συνεχώς αυξανόμενο χρέος αφού τα δάνεια τα οποία έχουν παρθεί, και ξεπερνούν τα 20 εκατομμύρια δολάρια, θα πληρωθούν μέσω μιας φορολογικής μεταρρύθμισης η οποία, προφανώς, έχει ως κύριους αποδέκτες τη μεσαία τάξη αλλά και τα πιο φτωχοποιημένα στρώματα του πληθυσμού.

Ο Covid-19, λοιπόν, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, έφερε θάνατο, οικονομική ύφεση, φτώχεια.

 

Μετά από πολύχρονη και επίπονη προσπάθεια, υπογράφηκε (Νοέμβρης 2016) η Συμφωνία Ειρήνης μεταξύ της κολομβιανής κυβέρνησης και των ανταρτικών «Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας» – Λαϊκός Στρατός, FARC. Με δεδομένο ότι ήσασταν από τους διαμεσολαβητές αυτής της διαδικασίας, μπορείτε να μας πείτε πού βρίσκεται σήμερα η εφαρμογή της συμφωνίας; Κατά πόσο ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που δημιούργησε;

Από πολιτικής άποψης, θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο κυρίαρχα στοιχεία που θα πρέπει πρωτίστως να επισημάνουμε: Πρώτον, υπό τη σκιά αυτής της υγειονομικής κρίσης, που είναι ίδια σε όλο τον κόσμο, έχει σκληρύνει ο αυταρχικός και αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της πολιτικής εξουσίας. Αυτή η κατάσταση αντικατοπτρίζεται στον συγκεντρωτισμό της εκτελεστικής εξουσίας. Ο πρόεδρος έχει κάνει χρήση αυτού που στο κολομβιανό Σύνταγμα ονομάζεται «κατάσταση έκτακτης κοινωνικο-οικονομικής ανάγκης», προκειμένου να εκδώσει μια σειρά από Προεδρικά Διατάγματα τα οποία συγκεντρώνουν όχι μόνο τα αναγκαία εργαλεία για να αντιμετωπισθεί η πανδημία, αλλά προωθούν κάθε είδους αντι-μεταρρυθμίσεις  –εργασιακές, χρηματοπιστωτικές κ.λπ.– οι οποίες παραβιάζουν κάθε κοινωνικό δικαίωμα των πολιτών. Το Κογκρέσο έχει περιοριστεί, με αφορμή την αναγκαία εξ αποστάσεως λειτουργία, ενώ έχουν αρχίσει επιθέσεις εναντίον και της νομοθετικής εξουσίας. Με το πρόσχημα λοιπόν της πανδημίας, γινόμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας σπειροειδούς περιστολής κάθε δικαιώματος των δημοκρατικών ελευθεριών και των πολιτικών δικαιωμάτων.

Δεύτερον, η ειρηνευτική συμφωνία, παρότι έχει υποστεί πολλαπλές επιθέσεις –μεταξύ αυτών δολοφονίες πολλών από τους υπογράφοντες (πάνω από 240 άτομα μέχρι σήμερα) καθώς επίσης και επιθέσεις εναντίον της «Ειδικής Δικαιοδοσίας για την Ειρήνη» – JEP (σσ. ο μηχανισμός μεταβατικής δικαιοσύνης της Κολομβίας που ιδρύθηκε δυνάμει της συμφωνίας ειρήνης του 2016 και μέσω του οποίου όσοι έχουν συμμετάσχει στην ένοπλη σύγκρουση, ερευνώνται και δικάζονται)–, παρότι επιχειρήθηκε να καταστραφεί η θεμελιακή της δομή και να μην εφαρμοστούν τα πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά της, όχι μόνο έχει επιβιώσει αλλά είναι το κεντρικό σημείο της πολιτικής συζήτησης κατά τη διάρκεια αυτής της κυβέρνησης, ακόμη και μέσα στην πανδημία.

Αυτό, κατά την άποψή μου, οφείλεται στο ότι η ειρηνευτική συμφωνία παρήγαγε πολιτικά αποτελέσματα με δημοκρατικό χαρακτήρα, τα οποία δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Σήμανε τη διάσπαση του παραδοσιακού μονολιθικού κράτους του συνασπισμού των ελίτ, ενώ αποτέλεσε και το ευνοϊκό πλαίσιο για την κοινωνική κινητοποίηση των πολιτών. Νομίζω πως η ειρηνευτική διαδικασία συνδέεται απολύτως με την άνθιση αυτής της κινητοποίησης όπως και με τα θετικά αποτελέσματα που είχε η Αριστερά, και οι προοδευτικές/εναλλακτικές δυνάμεις, στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις και στο δημοψήφισμα εναντίον της διαφθοράς.

Συνεπώς, ναι, υπάρχει μια επίθεση εναντίον της συμφωνίας, έχει αποδυναμωθεί, όμως δεν είμαι απ’ αυτούς που θεωρούν ότι έχει ηττηθεί ή ότι έχει σπάσει. Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την «Ειδική Δικαιοδοσία για την Ειρήνη» – JEP, η οποία κλείνει τον τρίτο χρόνο εργασίας, παλεύοντας με χίλιες δυσκολίες, έχοντας υπόψη μας ότι η πρώτη εντολή –όπως διαμορφώθηκε και υπογράφηκε στην Αβάνα– δεν αναγνωρίσθηκε, περιορίζοντας την εμβέλειά της στους πρώην αντάρτες και στις ευθύνες τους, εξαιρώντας τις πολιτικές προσωπικότητες και τους ονομαζόμενους «τρίτους», όπως επίσης εκπροσώπους του κράτους οι οποίοι είχαν μεγάλη ευθύνη στα «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» τα οποία έγιναν στο πλαίσιο του πολέμου. Αλλά και με πολλά ύπουλα χτυπήματα κατά των δικαστών της JEP, εναντίον της νομιμότητας του έργου τους.

Παρόλα αυτά, πρέπει να πούμε ότι η JEP αποτελεί πλέον θεσμό, κάτι που προξενεί εντύπωση αν λάβουμε υπόψη ότι υφίσταται μόνο τρία χρόνια. Από μόνο του αυτό είναι ένα μεγάλο κατόρθωμα, το οποίο έχει να κάνει με τα δικαιώματα χιλιάδων θυμάτων στην Κολομβία, με τη λύση και την εξακρίβωση της αλήθειας σε επτά τουλάχιστον μεγάλες εμβληματικές υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται, χωρίς καμία αμφιβολία, με τη διαδικασία της Αλήθειας-Δικαιοσύνης-Επανόρθωσης. Θα έλεγα λοιπόν ότι, παρ’ όλο που ο «ουριμπισμός» και η ακροδεξιά προσπαθούν έντονα να μην υπάρξει διέξοδος προς την αποκαλούμενη «μεταβατική δικαιοσύνη», για καλό και για κακό εκεί είναι η JEP, με μια τεράστια υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας, ανοίγοντας έναν δρόμο εντελώς καινούργιο. Ας μην ξεχνάμε ότι η JEP αποτελεί το πρώτο δικαστήριο στον πλανήτη το οποίο προσπαθεί να πετύχει την εφαρμογή ενός μοντέλου «επανορθωτικής ή μεταβατικής δικαιοσύνης», όπως θέλετε ονομάστε την.

 

Σας βρίσκουμε, και πάλι, διαμεσολαβητή στις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ της κολομβιανής κυβέρνησης και του ανταρτικού Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης ELN, που ξεκίνησαν στην Αβάνα. Σε ποιο ακριβώς σημείο βρίσκονται αυτές οι συνομιλίες;

Επί των ημερών της προηγούμενης κυβέρνησης προχώρησε, όπως ποτέ άλλοτε, μια ειρηνευτική διαδικασία με το άλλο ιστορικό αντάρτικο της Κολομβίας το ELN. Κατάφεραν –με έδρα και πάλι την Αβάνα– να διαμορφώσουν, για πρώτη φορά, μια ατζέντα η οποία είχε, όπως και με το FARC, έξι σημαντικά σημεία διαλόγου τα οποία άρχισαν να αναπτύσσονται.

Με τον ερχομό της νέας κυβέρνησης του Ιβάν Ντούκε, οι συνομιλίες αυτές διακόπηκαν μετά από μια τρομοκρατική ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο είκοσι νέων αστυνομικών σε στρατόπεδο στην Μπογκοτά. Μετά από αυτό, επαναντατικοποιήθηκαν και κλιμακώθηκαν οι συγκρούσεις μεταξύ κράτους – ανταρτών και σήμανε η επιστροφή στην ένοπλη σύγκρουση με αυξημένη, πια, παρουσία του ELN σε περιοχές που πριν ελέγχονταν από το FARC.

Η δυσοίωνη αυτή κατάσταση, επιβαρύνεται από το ότι, στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Ντούκε, υπάρχει σαφής πολιτική επίθεση εναντίον του κράτους-εγγυητή αυτού του διαλόγου, δηλαδή της Κούβας. Η κυβέρνηση της Κολομβίας έκανε μεγάλη εκστρατεία να επαναφέρει την Κούβα στις λίστες των κρατών-υποκινητών της τρομοκρατίας, στη λίστα των ΗΠΑ η οποία περιλαμβάνει τις χώρες που προωθούν, υποτίθεται, την τρομοκρατία στον κόσμο.

Αυτή τη στιγμή οι διαπραγματεύσεις με το ELN βρίσκονται στο σημείο μηδέν. Αίτημα του κινήματος για την ειρήνη στην Κολομβία, είναι η επανενεργοποίηση αυτού του διαλόγου, η επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και η κατάληξη σε συμφωνίες ανθρωπιστικού χαρακτήρα αφού σε πολλές περιοχές της χώρας, η σύγκρουση –με τον στρατό και την αστυνομία από τη μια και το ELN από την άλλη– δημιουργεί συνθήκες εξαιρετικής ανασφάλειας στους πολίτες.

 

Γνωρίζοντας από «πρώτο χέρι» τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες του εγχειρήματος, είστε αισιόδοξος; Πιστεύετε ότι υπάρχει μέλλον για την ειρήνη στην Κολομβία; Και το ρωτώ αυτό γιατί στη χώρα σας είναι πολλαπλές οι πηγές βίας: παραστρατιωτικές οργανώσεις αλλά και μαφία οργιάζουν. Ο δρόμος για την ειρήνη περνά αναπότρεπτα από μέσα τους και το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν υπάρχει προοπτική διαλόγου μαζί τους.

Το θέμα της ειρήνης είναι το πιο κεντρικό ζήτημα της πολιτικής ζωής στην Κολομβία και, αναμφίβολα, χωρίς να λυθεί αυτό το οποίο έχει σημαδέψει τη ζωή της χώρας πάνω από μισό αιώνα, δεν θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε μια δημοκρατική κοινωνία στην οποία η κοινωνική δικαιοσύνη, η οικονομική ανάπτυξη, θα έχουν ως αφετηριακό σημείο την κοινωνική ισότητα. Αυτό είναι το κεντρικό σημείο της όποιας πολιτικής ατζέντας στην Κολομβία και εκκινώντας από αυτή την άποψη, υπάρχει μεγάλη εμπειρία από άλλες συνομιλίες ειρήνης με ομάδες που δεν είναι εξεγερμένες αλλά ανήκουν π.χ. στο ναρκεμπόριο ή αποτελούν έκφραση των παραστρατιωτικών.

Συνεπώς, υπάρχει μια συσσωρευμένη εμπειρία για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε αυτό που έχω ονομάσει εγώ «μια ολική διαδικασία ειρήνης», μια διαδικασία δηλαδή η οποία, ταυτόχρονα και καθολικά, θα καταλήξει σε μια συμφωνία που θα βάλει τέλος σε όλες τις μορφές βίας. Αυτό, βεβαίως, προϋποθέτει να υπάρξει η πολιτική βούληση παρέμβασης με ένα μοντέλο εντελώς διαφορετικό από αυτό που έχει επικρατήσει μέχρι τώρα, από το μοντέλο δηλαδή της στρατιωτικοποίησης των περιοχών, το μοντέλο του να επιβάλλεται σε κάθε κοινωνική σύγκρουση μια στρατιωτική ή αστυνομική λύση. Απαιτείται να αναζητηθεί μια διαφορετική προσέγγιση στο πρόβλημα του ναρκεμπορίου, να μην αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα πρόβλημα αστυνομικό, με αποκλειστικά ποινικές διαστάσεις, αλλά ως ένα πρόβλημα το οποίο απαιτεί μια κοινωνική λύση.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, πιστεύω ότι η ατζέντα μιας προοδευτικής και δημοκρατικής κυβέρνησης, την οποία αναμένω εγώ να νικήσει το 2022, πρέπει να είναι αυτή της «oλικής ειρήνης».

 

Είναι γεγονός ότι η διαφθορά στην Κολομβία αγγίζει υψηλότατα πολιτικά κλιμάκια. Είστε ο άνθρωπος που ουσιαστικά συμβάλλατε στο να οδηγηθεί στο εδώλιο ο πρώην πρόεδρος της χώρας Άλβαρο Ουρίμπε Βέλες, ο οποίος κατηγορείται για δωροδοκία αλλά και για «προνομιακές» σχέσεις με παραστρατιωτικές οργανώσεις. Του επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός και οι έρευνες για τον ίδιον συνεχίζονται. Θα έχουν, εκτιμάτε, ουσιαστικό αποτέλεσμα;

Πιστεύω ότι η δικαστική διαδικασία εναντίον του Άλβαρο Ουρίμπε Βέλες είναι ένα γεγονός πολλαπλής σπουδαιότητας: νομικής, πολιτικής, ηθικής. Ο μεγαλύτερος, κατά την άποψή μου, ιθύνων νους σε μια σειρά σοβαρών κακουργημάτων που έπληξαν τη χώρα, κλήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον της Δικαιοσύνης και του επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός. Εξελίξεις με σαφείς πολιτικές επιπτώσεις για τον ίδιον: έξοδος από το Κοινοβούλιο, εμφανής υποβάθμιση της δημόσιας εικόνας του και του πολιτικού του κύρους. Προφανώς αυτό δεν σημαίνει το τέλος της εξουσίας του, ούτε της πολιτικής του καριέρας, σηματοδοτεί ωστόσο κάτι νέο για τους αγώνες των θυμάτων και των οργανώσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων, ενώ δημιουργεί και ένα τετελεσμένο δημοκρατικής παράδοσης στο κολομβιανό δικαστικό σύστημα. Προσωπικά, περιμένω να υπάρξει δικαστική καταδίκη μιας και ο Ουρίμπε είναι υπεύθυνος του εγκλήματος της «δωροδοκίας σε δικαστική διαδικασία» και σε «διαδικαστική απάτη». Εάν η δίκη διεξαχθεί δίκαια, αυτή θα πρέπει να είναι η ετυμηγορία. Όπως είπα ήδη προηγουμένως, κάτι τέτοιο θα έχει πολιτικές συνέπειες.

 

Και η Αριστερά στην Κολομβία; Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας διεκδίκησε την προεδρία στον δεύτερο γύρο των εκλογών του 2018. Ο υποψήφιος Gustavo Petro δεν τα κατάφερε τελικά, συγκέντρωσε όμως το 41,8% και 8 εκατομμύρια ψηφοφόρους. Οι αντιθέσεις ωστόσο στους κόλπους της, και η διάσπαση των δυνάμεών της, καλά κρατούν. Ποιο διακύβευμα, αν όχι αυτό της ειρήνης, θα ήταν ικανό να συσπειρώσει τις αριστερές δυνάμεις; Είναι εφικτή μια τέτοια προοπτική;

Θεωρώ ότι στην Κολομβία –όπως συνέβη και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής– έχουν αρχίσει και δημιουργούνται οι συνθήκες να νικήσει μια κυβέρνηση, και προπαντός μια πρόταση, δημοκρατικού και προοδευτικού χαρακτήρα. Το ζήτημα της ειρήνης είναι ζήτημα-κλειδί. Όπως σας είπα και παραπάνω, είναι ένα κεντρικό θέμα, υπάρχουν ωστόσο και άλλα πάνω στα οποία μπορεί να υπάρξει προγραμματική συμφωνία. Για παράδειγμα:

– Η αλλαγή του ενεργειακού προτύπου για την οικονομική παραγωγικότητα, σύμφωνα με τις σημερινές επιταγές της κλιματικής αλλαγής και των επιπτώσεών της.

– Η προστασία του πλούτου της χλωρίδας και της πανίδας, της βιοποικιλότητας.

– Η απόλυτη ανάγκη ολοκληρωτικής αγροτικής μεταρρύθμισης, όπως αυτή που προτείνει η συμφωνία ειρήνης.

– Η ανάγκη πολιτικής μεταρρύθμισης που θα μας μεταμορφώσει αληθινά σε μια δημοκρατική χώρα, και όχι απλά μια τυπική δημοκρατία – στρατιωτικοποιημένη μάλιστα, όπως επιβάλλεται σήμερα στην Κολομβία.

– Η διαμόρφωση σήμερα στην ήπειρο κάποιων σχέσεων που να έχουν ταυτόχρονα ως αίτημα την εθνική κυριαρχία και το σεβασμό της, την οικοδόμηση θεσμών και την ολοκλήρωσή τους, τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την κοινωνική ισότητα.

Υπάρχουν, κατά συνέπεια, κάποια βασικά προγραμματικά σημεία πάνω στα οποία μπορούμε να χτίσουμε μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας, όχι μόνο η Αριστερά και οι αριστερές δυνάμεις αλλά όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις, προκειμένου να οδηγηθούμε σε μια Κολομβία, που θα ήταν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού.

 

Και κάτι τελευταίο : η ευρύτερη περιοχή της Λατινικής Αμερικής συγκέντρωνε ανέκαθεν τα παγκόσμια βλέμματα ως εργαστήρι πολιτικών διεργασιών. Αριστερές κυβερνήσεις κόντρα σε… θεούς και δαίμονες, ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων, η Χιλή να σείεται από τις παρατεταμένες διαδηλώσεις, ο Μοράλες να επιστρέφει θριαμβευτής στη Βολιβία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα και τη νίκη του κόμματός του στις εκλογές, η Βραζιλία να βιώνει τα επίχειρα του ακροδεξιού Μπολσονάρο… Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη και την εκλογή Μπάιντεν, πώς βλέπετε τη θέση της χώρας σας σε συνδυασμό με τις προοπτικές της ευρύτερης περιοχής;

Εκτιμώ πως η Κολομβία βρίσκεται σε αναζήτηση νέου ρόλου προκειμένου να πάψει να είναι εργαστήριο πολέμου και αυταρχικών, μιλιταριστικών πολιτικών. Να γίνει μια χώρα που οικοδομεί την ειρήνη και η οποία είναι υπέρ της περιφερειακής ολοκλήρωσης. Αυτή είναι πραγματικά η μεγάλη πρόκληση για έναν πολιτικό μετασχηματισμό ο οποίος μπορεί να έχει πολύ θετικές επιδράσεις και επιπτώσεις πολύ ευνοϊκές σε ολόκληρη την περιοχή.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στην Κολομβία έχουν δοκιμαστεί όχι μόνο όλες οι στρατηγικές ένοπλης σύγκρουσης, όλες οι πολιτικές κατά των εξεγέρσεων που έχουν εφαρμοστεί στη Λατινική Αμερική, αλλά επίσης και πολιτικές και μέθοδοι παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων συνυφασμένες με πολιτικές «εθνικής ασφάλειας» και άρρηκτα συνδεδεμένες με βασανιστήρια, εξαφανίσεις, εκτελέσεις από τις δυνάμεις καταστολής.

Αυτό πρέπει να αλλάξει. Και το σχέδιο αλλαγής προϋποθέτει μια πολιτική με γνώμονα τον εκδημοκρατισμό, τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την περιφερειακή ειρήνη και την περιφερειακή ολοκλήρωση.

 

Πηγή: ΕΠΟΧΗ