Ο Λίβανος, μετρά τις πληγές του μετά την ανείπωτη καταστροφή που σημειώθηκε στην Βηρυτό, την ώρα που η τραγωδία δημιουργεί αναπόφευκτα ασφυκτικές συνθήκες στην ήδη καταπονημένη οικονομία.

Ο Λίβανος θρηνούσε σήμερα τα θύματα της ισχυρότερης έκρηξης που έχει σημειωθεί ποτέ στη χώρα, η οποία είχε ήδη γονατίσει λόγω της οικονομικής κρίσης, ενώ τα σωστικά συνεργεία συνέχιζαν να αναζητούν επιζώντες από την έκρηξη που ισοπέδωσε το λιμάνι της Βηρυτού και κατέστρεψε την πόλη.

Δεκάδες άνθρωποι αγνοούνται και τουλάχιστον 300.000 άνθρωποι έμειναν χωρίς στέγη καθώς το ωστικό κύμα κατέστρεψε τις προσόψεις κτιρίων, εκσφενδόνισε έπιπλα στους δρόμους και έσπασε τζάμια παραθύρων σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων στην ενδοχώρα.

Πηγή των δυνάμεων ασφαλείας δήλωσε ότι ο αριθμός των νεκρών έφθασε τους 145 και αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο αριθμός τους θα αυξηθεί.

Ωστόσο για κάθε ώρα που περνά, μειώνονται αισθητά οι ελπίδες να βρεθούν επιζώντες κάτω από τα συντρίμμια που έχουν «πλημμυρίσει» την περιοχή γύρω από το λιμάνι της Βηρυτού.

Τα συνεργεία διάσωσης δίνουν μάχη με τον χρόνο κάτω από πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες καθώς οι εκρήξεις που σημειώθηκαν το απόγευμα της Τρίτης στην πρωτεύουσα του Λιβάνου ήταν τόσο ισχυρές που ισοπέδωσαν τα πάντα.

Οι λιβανέζικες Αρχές εκτιμούν ότι ο απολογισμός των θυμάτων θα αυξηθεί δραματικά μέσα στις επόμενες ώρες, ωστόσο και οι ίδιες δεν έχουν καθόλου εικόνα για τον αριθμό των αγνοουμένων. Δεδομένο είναι, ωστόσο, ότι 400 σπίτια και καταστήματα που βρίσκονταν στα πρώτα 7 χιλιόμετρα από την έκρηξη έχουν καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς.

Άνθρωποι που ένιωσαν την έκρηξη δήλωσαν ότι δεν είχαν ζήσει τίποτα ανάλογα τα χρόνια της σύρραξης και των ταραχών στη Βηρυτό, που καταστράφηκε από τον εμφύλιο πόλεμο του 1975-1990 και έκτοτε έχει ζήσει μεγάλες βομβιστικές επιθέσεις, ταραχές και έναν πόλεμο με το Ισραήλ.

«Πρώτα ακούσαμε έναν ήχο. Δευτερόλεπτα αργότερα έγινε μια μεγάλη έκρηξη. Και έγινε κόλαση», δήλωσε ο Ιμπραήμ Ζούμπι, που εργάζεται κοντά στο λιμάνι. «Είδα ανθρώπους να εκσφενδονίζονται πέντε ή έξι μέτρα μακριά».

Η σεισμική δόνηση από την έκρηξη έγινε αισθητή έως και το Εϊλάτ στις ακτές του Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα, σε απόσταση περίπου 580 χλμ νότια της Βηρυτού.

Υγειονομικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι τα νοσοκομεία ξεμένουν από κλίνες και εξοπλισμό για την φροντίδα των τραυματιών.

Στο λιμάνι της Βηρυτού, τα πάντα έχουν παραλύσει. Πρόκειται για τη βασική δίοδο του Λιβάνου για τις εισαγωγές που χρειάζονται προκειμένου να τραφεί η χώρα των 6 και πλέον εκατομμυρίων ανθρώπων, με αποτέλεσμα τα καράβια να εκτρέπονται σε μικρότερα λιμάνια.

Συγγενείς αγνοουμένων συγκεντρώθηκαν κοντά στο λιμάνι αναζητώντας πληροφορίες για τους δικούς τους ανθρώπους, εν μέσω αυξανόμενης λαϊκής οργής για τις αρχές που επέτρεψαν να παραμείνει αποθηκευμένη για χρόνια μια τεράστια ποσότητα εκρηκτικών υλών σε αποθήκη στο λιμάνι κάτω από επικίνδυνες συνθήκες.

«Θα βρουν κάποιο αποδιοπομπαίο τράγο για να του ρίξουν την ευθύνη», δήλωσε ο Ραμπί Αζάρ, 33χρονος οικοδόμος που πήγε στο λιμάνι σήμερα το πρωί προκειμένου να ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης. «Αυτή η έκρηξη ήταν η τελική σφαίρα που σκότωσε τη χώρα».

Και δεν έχει άδικο. Η χώρα βιώνει τη χειρότερη οικονομική κρίση στην ιστορία της.

Το δημόσιο χρέος του Λιβάνου είναι το τρίτο υψηλότερο στον κόσμο, η ανεργία έφτασε το 25% και στη συνέχεια το 30% ενώ το 1/3 του πληθυσμού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Εξάλλου πολλά από τα προβλήματα του Λιβάνου είναι δομικά. Η χώρα δεν παράγει πολλά και εισάγει το 80% όσων χρειάζεται, συμπεριλαμβανομένων τροφίμων και καυσίμων. Η οικονομία της βασίζεται σε ακίνητα, τραπεζικές συναλλαγές και μεταφορές από τη λιβανέζικη διασπορά.

Στις αρχές Οκτωβρίου 2019, η έλλειψη ξένου νομίσματος οδήγησε σε αποδυνάμωση την λιβανέζικη λίρα που έχασε κατά 80% την αξία της έναντι του δολαρίου σε μια νέα «μαύρη αγορά» που εμφανίστηκε για πρώτη φορά μετά από σχεδόν σε δύο δεκαετίες.

Η κατάσταση είναι έκρυθμη πλέον καθώς οι Λιβανέζοι δεν εμπιστεύονται το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, ενώ και η πανδημία του κορονοϊού έχει πληγώσει την χώρα ανεπανόρθωτα.

Η πανδημία έπαιξε το ρόλο της στην περαιτέρω επιδείνωση μιας ήδη εξαιρετικά επικίνδυνης πορείας της οικονομίας που δοκίμαζε τις αντοχές των πολιτών.

Μετά τον πρώτο θάνατο ασθενούς από κορονοϊο και την αύξηση των κρουσμάτων, επιβλήθηκε lock down περί τα μέσα Μαρτίου.

Πολλοί άνθρωποι έμειναν χωρίς εισόδημα, επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να απολύσουν το προσωπικό ή να κρατήσουν αλλά χωρίς να τους πληρώνουν. Στο μεταξύ το χάσμα μεταξύ της αξίας της λίρας στις επίσημες συναλλαγματικές ισοτιμίες και της συναλλαγματικής ισοτιμίας στη μαύρη αγορά μεγάλωσε και οι τράπεζες εφάρμοσαν αυστηρούς ελέγχους κεφαλαίου.

Καθώς οι τιμές αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο πολλές οικογένειες αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν ακόμη και τα στοιχειώδη.

Μέχρι να ξεκινήσει η άρση των περιορισμών λόγω πανδημίας, τον Μάιο, οι τιμές ορισμένων τροφίμων είχαν διπλασιαστεί και ο πρωθυπουργός προειδοποίησε ότι ο Λίβανος κινδυνεύει από μια «μεγάλη επισιτιστική κρίση».

″Πολλοί Λιβανέζοι έχουν ήδη σταματήσει να αγοράζουν κρέας, φρούτα και λαχανικά και ενδέχεται σύντομα να δυσκολευτούν να αγοράσουν ακόμη και ψωμί”, είχε γράψει η Washington Post.

Η οικονομική κατάσταση της χωράς ειδικά μετά και την έκρηξη θα επιδεινωθεί περισσότερο.

Ο υπουργός Οικονομίας Ραούλ Νεχμέ δήλωσε ότι ο Λίβανος, , έχει «πολύ περιορισμένους» πόρους για να αντιμετωπίσει την καταστροφή, που σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις μπορεί να κοστίσει στη χώρα 15 δισεκ. δολάρια.

Ο πρόεδρος Μισέλ Αούν δήλωσε ότι για την έκρηξη ευθύνονται οι 2.750 τόνοι νιτρικού αμμωνίου, που χρησιμοποιείται ως χημικό λίπασμα και ως εκρηκτική ύλη, οι οποίοι είχαν αποθηκευτεί στο λιμάνι για έξι χρόνια μετά την κατάσχεσή τους. Ο ίδιος υποσχέθηκε εις βάθος έρευνα και ότι οι υπεύθυνοι θα λογοδοτήσουν. Η κυβέρνηση έχει δώσει εντολή να τεθούν σε κατ’ οίκον περιορισμό αξιωματούχοι του λιμένα της Βηρυτού, όπως δήλωσαν υπουργικές πηγές στο Reuters.

Ωστόσο οι Λιβανέζοι, που έχουν χάσει τη δουλειά τους και είδαν τις αποταμιεύσεις τους να εξανεμίζονται στη χρηματοπιστωτική κρίση, κατηγορούν τους πολιτικούς που κυβερνούν εδώ και δεκαετίες, οι οποίες χαρακτήριζονται από κρατική διαφθορά και κακή διακυβέρνηση.

«Οι ηγέτες μας είναι απατεώνες και ψεύτες. Δεν πιστεύω καμία έρευνα που θα κάνουν. Κατέστρεψαν τη χώρα και συνεχίζουν να λένε ψέματα στον λαό. Ποιον κοροϊδεύουν;», δήλωσε ο Ζαν Αμπί Χανά, 80 ετών, συνταξιούχος λιμενεργάτης, του οποίου το σπίτι καταστράφηκε ενώ η κόρη και η εγγονή του τραυματίστηκαν στην έκρηξη.

Χωρίς ουσιαστική στήριξη η οργή των πολιτών πλέον ξεχειλίζει και κανείς δεν ξέρει που θα σκάσει και πως αυτό το κύμα οργισμένων πολιτών που βλέπουν ακόμα μία φορά την ζωή τους να καταστρέφεται.

Και όμως μέσα σε αυτό το σκηνικό αποκάλυψης που φέρνει μνήμες πολέμου, νικά η αλληλεγγύη, καθώς εκατοντάδες Λιβανέζοι προσφέρουν καταφύγιο σε εντελώς άγνωστους σε αυτούς ανθρώπους, οι οποίοι έχασαν τα σπίτια τους από την καταστροφική έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού.

Στους ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιώντας το χάσταγκ #OurHomesAreOpen (σ.σ. «Τα σπίτια μας είναι ανοιχτά») στα αραβικά και τα αγγλικά, πολλοί χρήστες προσφέρουν ένα κρεβάτι ή και ένα σπίτι που έχουν και δεν το κατοικούν, στα θύματα. Σχεδόν όλοι αναρτούν το όνομά τους, το τηλέφωνό τους και λεπτομέρειες για το μέγεθος και την τοποθεσία του σπιτιού.