Θοδωρής Δρίτσας: Η «κινητικότητα» ιδεών και προτάσεων είναι δύναμη για την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ

Posted on 14 Ιανουαρίου, 2021, 11:57 πμ
13 secs

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι μία καθ’ όλα περίεργη κυβέρνηση. Και όπως αναφέρει ο Τομεάρχης Άμυνας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Θοδωρής Δρίτσας είναι ταυτόχρονα μία κυβέρνηση νεοφιλελεύθερη, λαϊκιστική, τεχνοκρατική και παλαιοκομματική, αυταρχική και “κοσμοπολίτισσα” αλλά και αμετροεπής και αναποτελεσματική, που θα πέσει στον λάκκο που η ίδια σκάβει για τους αντιπάλους της.

Σε ό,τι αφορά τις νέες τάσεις στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η γνώμη του είναι πως ο διάλογος βοηθά, αρκεί να μην είναι ανθρωποφαγικός ακόμη κι αν ενέχει στοιχεία ανταγωνισμού. Ο Ερντογάν είναι επικίνδυνος και αντιμετωπίζεται μόνο με συνέπεια, αποφασιστικότητα, δημοκρατική ομοψυχία και ανοιχτά μυαλά. Σε ό,τι αφορά τη σύμβαση για τα Rafale, o κ. Δρίτσας τονίζει ότι δεν θα έπρεπε η σύμβασή της να ψηφιστεί με συνοπτικές διαδικασίες.

Η συνέντευξη του Θοδωρή Δρίτσα στο newsique.gr και τη Βούλα Κεχαγιά

Κύριε Δρίτσα, η κυβέρνηση φαίνεται απροετοίμαστη για το επερχόμενο τρίτο κύμα της πανδημίας. Γιατί αρνείται ένα συμβούλιο Πολιτικών αρχηγών;

Σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη. Ναι, όντως κυρία Κεχαγιά, χαρακτηριστικά απροετοίμαστη είναι η κυβέρνηση για το επερχόμενο τρίτο κύμα της πανδημίας και όχι μόνο φαίνεται να είναι, θα έλεγα. Ως να μη θέλει να προετοιμαστεί! Είναι μία περίεργη κυβέρνηση. Και νεοφιλελεύθερη και λαϊκιστική και τεχνοκρατική (επιδερμικά, αλλά τέλος πάντων…) και παλαιοκομματική και ετσιθελικά αυταρχική και «κοσμοπολίτισσα» και αμετροεπής και αναποτελεσματική. Ακριβώς επειδή συγκεντρώνει όλα αυτά τα απολύτως αντιφατικά, έχτισε ένα ισχυρό, ακριβοπληρωμένο και διαπλεκόμενο σύστημα προπαγάνδας («επικοινωνία» το λένε), για να τα βγάλει πέρα και να ηγεμονεύσει. Μέχρι ένα σημείο τα κατάφερε. Τώρα, έχουν αρχίσει οι ρωγμές. Πιθανότατα σύντομα η κυβέρνηση και ο κ. Μητσοτάκης (ο οποίος ενσαρκώνει και προσωποποιεί όλες τις παραπάνω αντιφάσεις) θα πέσουν οι ίδιοι στον… «λάκκο» που έσκαψαν για τους αντιπάλους τους αλλά και για την παραπλάνηση της κοινωνίας. Με αυτά τα δεδομένα, εξηγείται νομίζω πολύ καθαρά το γιατί ο Πρωθυπουργός φοβάται και αρνείται Συμβούλιο πολιτικών αρχηγών και για την πανδημία, όπως πιεστικά προτείνει ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία καταθέτει διαρκώς προτάσεις, όπως έκανε προσφάτως και ο Πρόεδρός σας μετά τη συνάντηση με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίες δεν γίνονται δεκτές. Γιατί η κυβέρνηση δεν θέλει τη συνεννόηση;

Έχουμε επιλέξει ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, να μην ασκούμε μόνο δίκαιη, συνεχή και αυστηρή κριτική στην κυβέρνηση, κάτι που είναι θεσμική και πολιτική υποχρέωσή μας, αλλά και να πιέζουμε και να διεκδικούμε αλλαγή πολιτικής. Γι’ αυτό και διαρκώς ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και ο Πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας, καταθέτουμε δημόσια, σοβαρές, μελετημένες, διακριτές και στοχευμένες προτάσεις απέναντι στην ασκούμενη πολιτική. Αυτές τις προτάσεις τις απευθύνουμε ευθέως προς την κυβέρνηση και ταυτόχρονα, εμμέσως πλην σαφώς, προς τα πολιτικά κόμματα και δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου, μέσα και έξω από τη Βουλή αλλά βέβαια και προς την ελληνική κοινωνία.

Αυτή είναι στάση ευθύνης και όχι μία απλή αντιπολιτευτική τακτική. Η κυβέρνηση φοβάται και την απλή συνεννόηση, ακόμα και για κορυφαία επιτακτικά επείγοντα ζητήματα, όπως είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής. Τη φοβάται, γιατί φοβάται τη διαφάνεια και την ειλικρινή λογοδοσία. Φοβάται ότι θα καταρρεύσει ο γυάλινος πύργος της επιτηδευμένης αυτάρκειας, ενός αμφιλεγόμενου σχεδίου, ασύμβατου με τις κοινωνικές ανάγκες και τη σκληρή πραγματικότητα. Γι’ αυτό κι όχι μόνο απορρίπτει τις προτάσεις μας αλλά μαζί με το μιντιακό κατεστημένο, επιχειρεί συστηματικά να τις αποκρύψει και να τις… «εξαφανίσει», ως να μην έγιναν ποτέ!

Η κυβέρνηση σχεδιάζει βλέποντας και κάνοντας. Και στο θέμα των σχολείων και στο θέμα της λειτουργίας του εμπορίου. Πόσες αντοχές μπορεί να δείχνει η κοινωνία;

Ναι, το «βλέποντας και κάνοντας» είναι κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής. Όχι τόσο ή μόνο επειδή η κατάσταση είναι έκτακτη, ρευστή και απρόβλεπτη, όπως ισχυρίζεται και όπως πράγματι είναι αλλά κυρίως για έναν άλλο λόγο πολιτικό, ιδιαίτερα σοβαρό και επικίνδυνο. Έναν λόγο δομικό, θα τον έλεγα. Ο κ. Μητσοτάκης, ονειρεύεται να περάσει όπως-όπως η υγειονομική κρίση, η πανδημία, χωρίς να έχει αναγκαστεί να ενισχύσει μόνιμα και σχεδιασμένα τον δημόσιο τομέα της παραγωγικής ζωής και της οικονομίας. Γι’ αυτό και επιλέγει το «βλέποντας και κάνοντας», γι’ αυτό και δεν ακούει ή καμώνεται πως δεν ακούει. Κι αυτό, παρά τη νωπή ακόμα χρεοκοπία και τα μνημόνια, που τα έφεραν οι ίδιες πολιτικές. Αυτή η τραγικά κυνική και απολύτως αδιέξοδη και άδικη ιδεοληπτική και ιδιοτελής επιλογή έχει ήδη τεράστιες νέες πρόσθετες αρνητικές επιπτώσεις και στη δημόσια υγεία και στη δημόσια παιδεία και στο εμπόριο και στην οικονομία γενικότερα. Ούτε την πανδημία αντιμετωπίζει όσο θα μπορούσε -σχεδόν ένα χρόνο τώρα!- ούτε την οικονομία στηρίζει. Πλήρες αδιέξοδο. Δυστυχώς, η κυβέρνηση νοιάζεται κυρίως για τον εαυτό της και αναντίστοιχα πολύ-πολύ λιγότερο για τους ανθρώπους. Τα περιθώρια αντοχής της ελληνικής κοινωνίας, ευλόγως εξαντλούνται. Απαιτείται επειγόντως αλλαγή πολιτικής.

Την ίδια ώρα η ΝΔ λειτουργεί με διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Κατά τον εορτασμό των Θεοφανίων έκλεισε το μάτι στην Εκκλησία της Ελλάδος…

Ήδη καθημερινά η κυβέρνηση φαίνεται να χάνει τον έλεγχο των πραγμάτων και των εξελίξεων. Αντί να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει αλλά και τι της συμβαίνει, εμμένει πεισματικά στην αυτοεπιβεβαίωσή της. Πολύ κακός σύμβουλος αυτό, όχι μόνο για τη Ν.Δ. και τον κ. Μητσοτάκη αλλά και για τον ελληνικό λαό. Γιατί η Ν.Δ. είναι κυβέρνηση και ο κ. Μητσοτάκης Πρωθυπουργός. Επομένως ό,τι κάνουν ή ό,τι δεν κάνουν ενώ θα έπρεπε επηρεάζει άμεσα την καθημερινή ζωή και το μέλλον όλων των πολιτών. Τα διαφορετικά «μέτρα και σταθμά» είναι πλέον καθημερινό σημάδι κυβερνητικής αδυναμίας και φθοράς. Μπορεί, εάν συνεχιστεί, να αποδειχθεί και προάγγελος της εξάντλησης του πολιτικού χρόνου της κυβέρνησης. Ειδικά όμως στο ζήτημα του χειρισμού τη «ανταρσίας» της Εκκλησίας κατά τον εορτασμό των Θεοφανείων, πέραν της προφανώς μικροπολιτικής κυβερνητικής ανευθυνότητας και παλινωδίας, το μείζον κατά τη γνώμη μου ζήτημα είναι ο ανορθολογικός θρησκευτικός φανατισμός της Ιεραρχίας. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης από την αρχή της πανδημίας, είχε πει: «Δεν κινδυνεύει η πίστη, οι πιστοί κινδυνεύουν». Με αυτήν την απλή και απολύτως ορθολογική βεβαιότητα, η Ιεραρχία δεν δικαιούται να αυτοαναγορεύεται σε… κράτος εν κράτει. Η κυβέρνηση όμως, για τα… ψηφαλάκια, αλλού αρμένιζε.

Είστε έτοιμοι για πρόωρες εκλογές εντός του 2021;

Είμαστε υποχρεωμένοι και υποχρεωμένες να είμαστε πάντα έτοιμοι και έτοιμες για όλες τις μάχες. Επομένως και για πρόωρη εκλογική μάχη εάν και όποτε προκύψει. Βέβαια, η επάρκεια ετοιμότητας κρίνεται συνήθως εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος. Κι αυτό ισχύει για όλους τους πολιτικούς οργανισμούς. Για μας, για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ισχύει ότι κάθε μέρα εργαζόμαστε διαρκώς για την ετοιμότητά μας. Αυτό κάνουμε. Πολιτικά, ιδεολογικά, προγραμματικά, σχεδιαστικά, οργανωτικά. Όχι μόνο για εκλογές αλλά πάνω απ’ όλα για την ανασυγκρότηση μιας νέας καθημερινής αμοιβαίας σχέσης εμπιστοσύνης με την κοινωνία και μιας ενωτικά, συντροφικά, δημοκρατικά και συνθετικά νέας αναβαθμισμένης ποιότητας σχέσεων στο εσωτερικό μας. Πιστεύω ότι για όλα αυτά είμαστε σε καλό δρόμο. Όμως ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να πάψει να παίζει ανεύθυνα με τις πρόωρες εκλογές εν μέσω πανδημίας. Στην πολιτική υπάρχουν θεμιτές σκοπιμότητες. Όλα όμως έχουν όρια. Η δε απύθμενη ανευθυνότητα δεν μπορεί να περιλαμβάνεται στη φαρέτρα καμίας δημοκρατικής κυβέρνησης.

Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία παρατηρείται έντονη κινητικότητα. Νέες τάσεις γεννιούνται. Βοηθάει αυτό στον εσωτερικό διάλογο αλλά και στην ενότητα του κόμματος; 

Ναι, βοηθάει. Η «κινητικότητα» ιδεών και προτάσεων, ο εσωτερικός αλλά και ο ανοιχτός δημόσιος διάλογος είναι δύναμη για κάθε δημοκρατικό κόμμα. Ιδιαίτερα για την Αριστερά και ακόμα πιο ειδικά για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, που  -συγκριτικά τουλάχιστον και παρά τις αδυναμίες μας- είναι νομίζω το πιο δημοκρατικό κόμμα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Αρκεί βέβαια, η «κινητικότητα» ιδεών και προτάσεων και ο διάλογος να είναι πολιτικός και όχι «ανθρωποφαγικός», ακόμα κι αν είναι ανταγωνιστικός. Αυτά δεν τα φοβάμαι. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία τα φοβάται. Ούτε κινδυνεύει από αυτά η ενότητα, η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα του κόμματος. Το αντίθετο μάλιστα, θα έλεγα. Υπάρχουν βέβαια καλοθελητές αντίπαλοί μας έξω από το κόμμα -στην πραγματικότητα ένα διαπλεκόμενο σύστημα πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό- που συστηματικά επιχειρούν να εμφανίσουν τη δημοκρατική λειτουργία ως «φαινόμενο κρίσης» στον ΣΥΡΙΖΑ. Διαψεύδονται διαρκώς και γελοιοποιούνται. Αλλά ναι, κι εμείς πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Δεν λειτουργούμε στο κενό. Αλλά και δεν θα τους κάνουμε τη χάρη να ευνουχιστούμε και να γίνουμε κόμμα σαν τα δικά τους κόμματα.

Η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις διατηρείται αμείωτη κύριε Δρίτσα. Τι σας ανησυχεί περισσότερο;

Με ανησυχεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι δημοκρατική χώρα, παρά τους ιστορικούς αγώνες του λαού της και της αδύναμης δυστυχώς, σ’ αυτήν τη συγκυρία, τουρκικής Αριστεράς. Το πολιτικό και οικονομικό σύστημα που ηγεμονεύει στην Τουρκία, με πρώτο τον Ερντογάν, αξιοποιεί την παγκόσμια κρίση αλλά και τη γενικευμένη ανταγωνιστική αστάθεια στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στον αραβικό κόσμο, ενισχύοντας αντιδραστικές και επικίνδυνες ιδέες, πολιτικές και πρακτικές. Εθνικιστικές, αναθεωρητικές, επεκτατικές, πολεμοκάπηλες. Κρίσιμο ζήτημα είναι επίσης ότι αυτά εξελίσσονται με φόντο την επιλεκτική ανοχή των Η.Π.Α. του ΝΑΤΟ, της Ρωσίας, αλλά και της Ε.Ε. και άλλων δυνάμεων. Η Συρία, το Κουρδιστάν, η Λιβύη, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ κι όχι μόνο είναι χαρακτηριστικά δείγματα. Βεβαίως και με φόντο την ίδια συμπεριφορά των ισχυρών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στην Κύπρο. Το μείζον όμως ζήτημα, είναι η μη αμφισβήτηση των συνόρων, όπως διαμορφώθηκαν μετά από δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους στον 20ο αιώνα και από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1982. Είναι διεθνές ζήτημα κι όχι μόνο ελληνοτουρκικό.

Η ειρηνική επίλυση των διαφορών, με βάση το Διεθνές Δίκαιο, είναι το δεύτερο μεγάλο ζήτημα. Και αυτό είναι διεθνές ζήτημα κι όχι μόνο ελληνοτουρκικό. Σε αυτές τις δύο κρίσιμες στοχεύσεις οφείλει να εστιάζεται η ελληνική εξωτερική πολιτική προς κάθε κατεύθυνση και προς την Τουρκία βέβαια για να υπερασπιστούμε αποτελεσματικά την κυριαρχία μας και τα κυριαρχικά δικαιώματά μας, πάντα με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Αυτή η συζήτηση νομίζω ότι πρέπει να γίνει επειγόντως ανάμεσα στα κόμματα, με τη συμμετοχή όμως και της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί κι εδώ έχουμε τεράστια ελλείματα φοβικών συνδρόμων, μονομερών μυθοπλασιών και έρποντος εθνικισμού. Η περιπέτεια της ιστορικής Συμφωνίας των Πρεσπών και η φαύλη διαχείρισή της από τη Ν.Δ κυρίως, τα ανέδειξε σε όλη τους την τραγική «μεγαλοπρέπεια».

Ο επικίνδυνος Ερντογάν αντιμετωπίζεται κατά τη γνώμη μου μόνο με συνετή και αποφασιστική, φιλειρηνική, δημοκρατική ομοψυχία και ανοιχτά μυαλά. Με αυτά τα όπλα, πάνω απ’ όλα, δεν διακινδυνεύουμε ούτε την εθνική κυριαρχία ούτε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Όμως, πράγματι, ανησυχώ όπως όλοι μας. Δεν έχουμε δικαίωμα να μην ανησυχούμε.

Τι προβλέπετε να γίνει σε σχέση με τις διερευνητικές που αρχίζουν με την Τουρκία;

Είναι πολύ θετική η εξέλιξη της επανέναρξης των «διερευνητικών επαφών». Δυστυχώς, η ελληνική κοινωνία δεν ενημερώθηκε μέχρι τώρα από την κυβέρνηση. Αυτό πρέπει να γίνει τουλάχιστον τώρα, με σωστό και ειλικρινή τρόπο. Όχι επικοινωνιακά. Είναι φανερό ότι προηγήθηκαν παρασκηνιακές διπλωματικές και άλλες διαδικασίες, διεθνείς και διμερείς, για τις οποίες ελάχιστα έχουμε μάθει. Είναι επίσης φανερό ότι δεν έχουν εξασφαλιστεί εγγυήσεις, ότι αυτή η επανέναρξη θα έχει και επόμενα στάδια. Τέλος, δεν έχει εξασφαλιστεί ότι θα γίνει με σεβασμό στις ελληνικές θέσεις.

Πάρα ταύτα (και αρκετά άλλα), η επανέναρξη παραμένει θετική εξέλιξη κατά τη γνώμη μου. Τα ερωτήματα όμως που βάσιμα τίθενται είναι από τη μία πόσο ειλικρινής θα αποδειχθεί αυτή τη φορά η τουρκική ηγεσία και από την άλλη πόσο καλά προετοιμασμένη, εσωτερικά και διεθνώς, είναι η ελληνική κυβέρνηση. Αυτό το τελευταίο έχει για τις ελληνικές επιδιώξεις πρωτεύουσα σημασία.

Ο Πρωθυπουργός έστειλε μήνυμα στη γείτονα ότι δε γίνεται «να παίζουμε τους κουμπάρους». Είναι σωστή μία τέτοια προσέγγιση όσον αφορά τα εθνικά θέματα;

Με… κουμπάρες και κουμπαριές, δεν ασκείται εξωτερική πολιτική. Αμφιβάλλω εάν οι γείτονες το κατάλαβαν, ακόμα και λεκτικά. Δεν ξέρω αν έχουν ανάλογη έκφραση στην τουρκική γλώσσα. Εκτός κι αν ο κ. Μητσοτάκης δεν το απηύθυνε στην πραγματικότητα προς τον κ. Ερντογάν αλλά προς το εσωτερικό της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα «άσφαιρο» μήνυμα, κενό ουσιαστικού περιεχομένου, αφού ήδη είχε ανακοινωθεί η 25η Ιανουαρίου ως ημέρα έναρξης των «επαφών» στην Κωνσταντινούπολη.

Η ουσιαστική και πραγματικά σοβαρή στόχευση την οποία πρέπει να έχει ο Πρωθυπουργός, είναι να μην αποδειχθεί προσχηματική και θνησιγενής η επανέναρξη των διερευνητικών επαφών, πριν καν μάλιστα αυτές αρχίσουν. Είναι ένα δύσκολο -ίσως και υπονομευμένο από διάφορες πλευρές κι όχι μόνο από την τουρκική- διπλωματικό στοίχημα. Η Ελλάδα πρέπει να το κερδίσει, περνώντας στο στάδιο των διαβουλεύσεων και τελικά πετυχαίνοντας «συνυποσχετικό» για τη Χάγη, με στόχο τη χάραξη και οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Αυτήν την ευθύνη έχει ο κ. Μητσοτάκης. Από την ανταπόκριση και σε αυτήν την ευθύνη θα κριθεί. Ελπίζουμε να μην βλέπει τις διερευνητικές ως ευκαιρία για πρόωρες εκλογές, επικαλούμενος… «κρίσιμο εθνικό θέμα».

Ποια είναι η άποψή σας για την προμήθεια των γαλλικών πολεμικών αεροσκαφών τύπου Rafale;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, συνέβαλε αποτελεσματικά στην ενεργοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων για την αναβάθμιση, εκσυγχρονισμό και επιχειρησιακή ετοιμότητα πανάκριβων οπλικών συστημάτων του Στρατού Ξηράς, της Αεροπορίας και του Ναυτικού, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είχαν μείνει ή μέρα με τη μέρα καθίσταντο ανενεργά ή ανεπαρκή. Είναι αυτά που διαφημίζει ως δικά της έργα η κυβέρνηση και ο κ. Μητσοτάκης ενώ όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τα προώθησε μάς κατήγγειλαν με τη γνωστή τερατολογική ψευδολογία τους. Την ίδια περίοδο, με πρωτοβουλία των Επιτελείων και σεβασμό στο διακριτό ρόλο τους, σχεδιάστηκαν και προτεραιοποιήθηκαν νέα εξοπλιστικά προγράμματα, κυρίως για το Πολεμικό Ναυτικό, για επιχειρήσεις ανοιχτής θάλασσας, όπως οι γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές εξελίξεις επιβάλλουν, πάντα βέβαια με βάση τα όρια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ακολούθησε αρχικά τον ίδιο δρόμο βεβαιώνοντας τους πάντες ότι είναι ο σωστός και συνέχισε τις συνομιλίες με τη Γαλλία για τις φρεγάτες σε σύνδεση με στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας-Γαλλίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ενώ όλα αυτά ήταν επισήμως δρομολογημένα, ξαφνικά εξαφανίστηκαν και αντ’ αυτών προέκυψαν τα Rafale!

Δεν έχουμε αντίρρηση επί της αρχής για την ανάγκη στοχευμένης πρόσθετης ειδικής ενίσχυσης της Πολεμικής Αεροπορίας αλλά εδώ προκύπτουν τεράστια ζητήματα για την μεσομακροπρόθεσμη πραγματική θωράκιση της άμυνας της χώρας αλλά και για διαδικασίες που καθόλου δεν προωθούν τη διαφάνεια και θέτουν βάσιμα ερωτηματικά για το κατά πόσο εξασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Με αναιτιολόγητα άκρως συνοπτικές διαδικασίες, σε δυόμιση μόλις μέρες ολοκληρώνεται η ψήφιση του νομοσχεδίου για τα Rafale, κατά παράβαση όλων των κοινοβουλευτικών κανόνων. Μέχρι την τελευταία στιγμή ζητάμε πλήρεις απαντήσεις σε κομβικής σημασίας ερωτήματα και στην Ολομέλεια, θα καθορίσουμε την τελική μας στάση, πάντα με ευθύνη και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον κι όχι σε μικροκομματικούς επικίνδυνους και ανεύθυνους υπολογισμούς. Ξέρουμε να υπερασπίζουμε την πατρίδα μας, χωρίς να αισθανόμαστε καμία ανάγκη να «πουλήσουμε» ανέξοδο πατριωτισμό.

 

...