Θεανώ Φωτίου: Σχέδιο Πισσαρίδη στον προνοιακό τομέα – Πίσω ολοταχώς

Posted on 06 Σεπτεμβρίου, 2020, 3:21 μμ
5 secs

Η τριπλή κρίση των ημερών μας, υγειονομική, οικονομικο-κοινωνική και κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, απαιτεί πρόβλεψη, σχέδιο, ειλικρίνεια. Τρίπτυχο χαμηλών επιδόσεων της κυβέρνησης

Συνεπικουρούμενη από μία μηντιακή μονοφωνία υπέρ της, κρύβει την επερχόμενη κοινωνικοοικονομική κρίση, που οδηγεί σε αυτοτροφοδοτούμενη ύφεση και φτωχοποίηση μέσω συμπίεσης εισοδημάτων και καλπάζουσας ανεργίας.

Η κυβέρνηση δεν ενίσχυσε τα εισοδήματα οικογενειών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, δίνοντας το Εισόδημα Έκτακτης Ανάγκης σε 1,9 εκ. οικογένειες που περιλάμβαναν μέλη τα οποία δεν πήραν καμία ενίσχυση λόγω κορωνοϊού και που κόστιζε, με βάση την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, 3,5 δις.

Έτσι, έχασε πολλά δισεκατομμύρια από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SURE κατά της ανεργίας. Εξασφάλισε μόλις 2,7 δις έναντι 5,9 που πήρε η Πορτογαλία με τη μισή ανεργία. Κι αυτό γιατί τα ποσά αυτά δίνονται αναλογικά με τα χρήματα που η κάθε κυβέρνηση ξόδεψε για ενίσχυση εργαζομένων και νοικοκυριών. Ξόδεψε λίγα, πήρε πολύ λιγότερα.

Το πιο επικίνδυνο όμως είναι ότι αυτή η πολιτική της ΝΔ δεν οφείλεται σε αιφνιδιασμό, απειρίας και άγνοιας των δεδομένων του κορωνοϊού. Είναι μια πολιτική καταστροφική για το κοινωνικό κράτος που θα ακολουθήσει η ΝΔ και στο μέλλον και αποτυπώνεται ανάγλυφα στο σχέδιο Πισσαρίδη.

Το Σχέδιο Πισσαρίδη χαρακτηρίζεται από μεθοδολογικά προβλήματα, παρωχημένες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και άγνοια της ελληνικής πραγματικότητας.

Παρατήρηση 1η: Μεθοδολογικές λαθροχειρίες, αποσιωπήσεις και αποκαλύψεις για τον κοινωνικό και προνοιακό τομέα.

Το Σχέδιο Πισσαρίδη συγκρίνει ελληνικούς μέσους όρους. (Μ.Ο.) με ευρωπαϊκούς Μ.Ο. δίνοντας έμφαση κάθε φορά σε διαφορετική χρονική περίοδο. Όφειλε να συγκρίνει χώρες με ανάλογο ΑΕΠ, πληθυσμό και συστήματα υγείας, ασφάλισης και Πρόνοιας

Οι Μ.Ο. δεν αναδεικνύουν ιδιαιτερότητες ή δυνατότητες. Αποκρύπτουν και συσκοτίζουν δεδομένα της πραγματικότητας. Όταν βέβαια οι Μ.Ο. δεν συνάδουν με τις προτάσεις παραλείπονται, όπως ο δείκτης Gini για τις κοινωνικές ανισότητες οι οποίες, όπως είπε ο κύριος Μητσοτάκης προεκλογικά, θεωρούνται φυσική κατάσταση. Γιατί το Σχέδιο αποφεύγει να πει ποιους τομείς θεωρεί αναπτυξιακούς και τι ποσοστό του ΑΕΠ οφείλει να δαπανήσει για αυτούς. Όμως η έκταση που αφιερώνει στον κάθε τομέα αποκαλύπτει τον αναπτυξιακό ρόλο που του επιφυλάσσει: Για το κοινωνικό κράτος, σε σύνολο 122 σελίδων, αφιερώνει μόλις 2 σελίδες για την υγεία (κεφ. 4.9) και 1½ σελίδα για την πρόνοια (κεφ. 1.1.3).

Είναι η γνωστή θεωρία που μας εξήγησε προεκλογικά ο κύριος Μητσοτάκης. Οι δαπάνες για το κοινωνικό κράτος δεν είναι αναπτυξιακές, εφόσον υπάρχει ανάπτυξη θα αυξάνονται. Γι αυτό οι δαπάνες για την πρόνοια προ ΣΥΡΙΖΑ ήταν 0,4% του ΑΕΠ, με ευρωπαϊκό Μ.Ο. 4% του ΑΕΠ. Δηλαδή δεν υπήρχε καν η χώρα μας στον ευρωπαϊκό προνοιακό χάρτη. Μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 2% (από 789 εκατομμύρια το 2915 σε 3,5 δις το 2019). Βέβαια, αν οι δαπάνες δεν είναι αναπτυξιακές, πώς εξηγείται η πτώση της αγοράς και της οικονομίας τα περασμένα Χριστούγεννα όταν δεν δόθηκαν τα 700 εκατομμύρια του κοινωνικού μερίσματος; Οι σύγχρονες θεωρίες, που επιβεβαιώνονται στην πράξη, ότι οι προνοιακές δαπάνες είναι αναπτυξιακές και μάλιστα έχουν δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή 0,3 ως 0,6, αγνοούνται από το Σχέδιο Πισσαρίδη.

Παρατήρηση 2η: παρωχημένες διαπιστώσεις και προτάσεις που ακόμα και το ΔΝΤ εγκατέλειψε

Καταλήγει λοιπόν το Σχέδιο Πισσαρίδη, μετά από την ανάλυση της 1½ σελίδας για την πρόνοια, στη διαπίστωση που έκανε το ΔΝΤ το 2015 ότι «το σύστημα κοινωνικών παροχών είναι αναποτελεσματικό» και προτείνει: «βελτίωση της στόχευσης των κοινωνικών επιδομάτων ώστε να μην λειτουργούν ως αντικίνητρο στην εργασία». Πρόκειται για τη γνωστή νεοφιλελεύθερη α-νοησία ότι οι πολίτες επιθυμούν να είναι άνεργοι και να ζουν από επιδόματα, η οποία αγνοεί τις σύγχρονες ψυχοκοινωνιολογικές θεωρίες που αποδεικνύουν ότι το στίγμα του ανέργου είναι ισχυρότερο από την επιθυμία του να απολαμβάνει το «μεγάλο περίπατο» παίρνοντας επιδόματα!! Την εκτίμηση ότι το σύστημα κοινωνικών παροχών στην Ελλάδα είναι αναποτελεσματικό την εγκατέλειψε και η World Bank όταν αξιολόγησε τις μεταρρυθμίσεις που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ στην Πρόνοια μέσα σε μια τετραετία: Διεύρυνση παροχών, επιδομάτων και υπηρεσιών, στόχευση στις ανάγκες των παιδιών, των αναπήρων και των ηλικιωμένων, και όχι μόνο των φτωχών. Η χώρα απέκτησε ένα μοναδικό ψηφιακό σύστημα ενημέρωσης, αξιολόγησης και εποπτείας των κοινωνικών πολιτικών, με την ίδρυση του ΟΠΕΚΑ που συγκέντρωσε όλα τα προνοιακά επιδόματα και τα 240 Κέντρα Κοινότητας – one stop shops που σήμερα τα αντιγράφουν και άλλες χώρες.

Tο σχέδιο Πισσαρίδη αγνοεί ότι η στόχευση στην ακραία φτώχεια επί ΣΥΡΙΖΑ είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα: Από ένα εκατομμύριο ακραία φτωχούς το 2015 φθάσαμε το 2018 σε 450.000, χάρη στο διεθνώς πρωτοποριακό Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης – ΚΕΑ (άρτι μετονομασθέν σε Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα –ΕΕΕ) που αποδεδειγμένα συνέβαλε στην ένταξη του 10% των ωφελουμένων του στην αγορά εργασίας.

Παρατήρηση 3η: επαναφορά του αποτυχημένου νεοφιλελεύθερου προνοιακού μοντέλου των χωρών του Νότου

Το προνοιακό μοντέλο που υπαινίσσεται η Έκθεση ενδιαφέρεται μόνο για την φτώχεια, και μάλιστα την ακραία φτώχεια. Δεν βλέπει την Πρόνοια ως καθολική φροντίδα για το σύνολο του πληθυσμού. Πρόκειται για το παρωχημένο προνοιακό μοντέλο των χωρών του νότου, με χαμηλά ποσοστά χρηματοδότησης επί του ΑΕΠ, που αναθέτει τη φροντίδα τού παιδιού, του ανάπηρου και των ηλικιωμένων, στην οικογένεια και τη φιλανθρωπία. Γι αυτό και το σχέδιο δεν αναφέρει πουθενά πολιτικές για την ένταξη των αναπήρων στην κοινωνία και την εργασία, πολιτικές που αφορούν τελικά το σύνολο της κοινωνίας, δεδομένου ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει ανάπηροι, πρόσκαιρα ή μόνιμα, εκ γενετής ή επίκτητα.

Το Σχέδιο δεν αναφέρει συγκεκριμένες πολιτικές για το παιδί το οποίο χρήζει προστασίας ως αυτόνομη προσωπικότητα και όχι ως εξάρτημα της μητέρας του που πρέπει να απαλλαγεί από τη φροντίδα του για να μετάσχει σε μεγαλύτερα ποσοστά στο εργατικό δυναμικό της χώρας. Αυτός είναι, πιστεύω, ο λόγος που δεν χρησιμοποιεί τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τη φτώχεια της τελευταίας 15ετίας, διότι εκεί θα έβλεπε το εξής παράδοξο: ο δείκτης φτώχειας το 2019 (με βάση τα εισοδήματά του 18) είναι 17,9%, χαμηλότερος από τον δείκτη φτώχειας του 2005 (19,6%), δηλαδή της περιόδου που η ανάπτυξη βρισκόταν στο 4%. Συνεπώς η ανάπτυξη δε ρίχνει τη φτώχεια, αλλά απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές και προνοιακά καθολικά μοντέλα για να επιτευχθεί αυτό.

Χωρίς καμία πρόβλεψη των επιπτώσεων του κορωνοϊού στο κοινωνικό κράτος, χωρίς άμεσα μέτρα υπέρ των νοικοκυριών που πλήττονται και με εφαρμογή του σχεδίου Πισσαρίδη οδηγούμαστε κατά το επόμενο φθινόπωρο και χειμώνα σε έναν κοινωνικό Αρμαγεδδώνα.

Πηγή: Καθημερινή

...