Η 21η Απριλίου του Κυριάκου Μητσοτάκη

Posted on Απρίλιος 22, 2021, 6:48 μμ
10 secs

Για πρώτη φορά από την εποχή της Μεταπολίτευσης η Ν.Δ. μετατοπίστηκε από την αντίθεση προς τη δικτατορία και έγινε χώρος υποδοχής και ανάδειξης πολιτικών στελεχών με ανοιχτά φιλοχουντικό παρελθόν. Η σχέση δεν περιορίζεται σε πρόσωπα που προέρχονται από τον ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, μιας και στενοί προσωπικοί σύμβουλοι του σημερινού πρωθυπουργού δηλώνουν δημόσια επαίνους προς το καθεστώς της δικτατορίας.

Είναι γνωστή η ρήση του σημερινού πρωθυπουργού από το βήμα της Βουλής, ο οποίος διεκδίκησε μερίδιο από τον αντιδικτατορικό αγώνα με το επιχείρημα ότι υπήρξε «πολιτικός κρατούμενος έξι μηνών από τη χούντα» (21.7.2016). Η δήλωση αυτή αντιμετωπίστηκε με θυμηδία από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, με τον κ. Μητσοτάκη να επαναλαμβάνει έκπληκτος: «Γιατί γελάτε, κύριοι; Γιατί γελάτε, κύριοι; Γιατί γελάτε;».

Ο εκνευρισμός του κ. Μητσοτάκη δεν οφείλεται στη δυσκολία του να δικαιολογήσει μια άστοχη και τουλάχιστον αφελή φράση. Το πραγματικό του πρόβλημα ήταν βαθύτερο. Αυτό που συμβαίνει με τη Ν.Δ. επί των ημερών του είναι κάτι πρωτοφανές. Για πρώτη φορά από την εποχή της Μεταπολίτευσης η Ν.Δ. μετατοπίστηκε από την ιδρυτική της απόλυτη αντίθεση προς τη δικτατορία και έγινε χώρος υποδοχής και ανάδειξης πολιτικών στελεχών με ανοιχτά φιλοχουντικό παρελθόν. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέλεξε να ιδρύσει ένα νέο κόμμα της συντηρητικής παράταξης, προκειμένου να αποσυνδεθεί από κάθε ευθύνη για το πραξικόπημα που εξακολουθούσε να βαραίνει κάποιους μηχανισμούς της προδικτατορικής ΕΡΕ.

Είναι γεγονός ότι και ο ίδιος ο Καραμανλής στην πορεία δεν δίστασε να δεχτεί πίσω στη Ν.Δ. στελέχη που είχαν επιχειρήσει μετά το 1974 να μορφοποιήσουν ακροδεξιούς ή φιλοβασιλικούς σχηματισμούς, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν τους επέτρεψε να δίνουν τον τόνο στις κεντρικές κομματικές επιλογές, ακολουθώντας μια λογική ατομικής ενσωμάτωσης των στελεχών αυτών και αποκλείοντας τη λειτουργία τους ως ομάδας στο εσωτερικό του κόμματος.

Από την άλλη μεριά, όπως έχει αποδείξει η «Εφ.Συν.» πριν από τέσσερα χρόνια με αδημοσίευτα ντοκουμέντα από τα «Αρχεία Καραμανλή», ο ιδρυτής της Ν.Δ. ήταν αυτός που κατά την περίοδο της επταετίας δεν ήθελε να διαρραγούν οι δεσμοί του χουντικού καθεστώτος με τον παραδοσιακό πολιτικό κόσμο (βλ. «Το μυστικό του Εθνάρχη. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η χούντα», Απρίλιος 2017).

 

Αυτός ήταν που ενθάρρυνε τον Ευάγγελο Αβέρωφ να επιχειρεί την περιβόητη «γέφυρα» με τη χούντα και συμβούλευε τον Νικόλαο Μομφεράτο να αποδεχτεί την υπουργική θέση στη χουντική κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Ομως με την οξεία πολιτική αντίληψη που διέθετε ο Καραμανλής, μόλις βρέθηκε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1974 και ανέλαβε να ανασυγκροτήσει την παραπαίουσα κεντρική πολιτική εξουσία της χώρας, κατάλαβε ότι έπρεπε να αποστασιοποιηθεί από τη χούντα και να ακολουθήσει μια γραμμή «διμέτωπου» αγώνα, ταυτίζοντας ως αντιπάλους τους χουντικούς με τους κομμουνιστές, στη λογική του «αριστεροχουντισμού» που είχε αναπτύξει εκείνη την περίοδο ο έμπιστός του Αβέρωφ.

 

Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Καραμανλής πέτυχε έναν διπλό στόχο. Από τη μια μεριά κατόρθωσε να λησμονηθούν οι ευθύνες της παράταξής του (και φυσικά οι δικές του) για τους προδικτατορικούς παρακρατικούς μηχανισμούς που προετοίμασαν το πραξικόπημα. Από την άλλη, όμως, έθεσε εκτός μάχης τα ηγετικά στελέχη της Δεξιάς (με κορυφαίο τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο) που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα και είχαν συνεργαστεί με το Κέντρο και την Αριστερά στο αντιδικτατορικό κίνημα.

Αυτή η γραμμή δεν έγινε αμέσως κατανοητή από όλους και έβγαλε εκτός παιχνιδιού εκείνους που έως τότε αποτελούσαν στενούς συνεργάτες του Καραμανλή. Η σημαντικότερη περίπτωση υπήρξε αναμφίβολα εκείνη του Κωνσταντίνου Γκλίξμπουργκ, τον οποίο αποκαθήλωσε ο Καραμανλής με τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος τον Δεκέμβριο του 1974. Ο ίδιος ο τέως βασιλιάς αισθάνθηκε προδομένος και στη συνέχεια οι οπαδοί του ταυτίστηκαν με τους νοσταλγούς της χούντας.

Από την άλλη πλευρά, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν έπαψε ποτέ να διατηρεί πολιτικές σχέσεις με τον Γκλίξμπουργκ και μάλιστα τον Φεβρουάριο του 1988, σε συνέντευξη Τύπου στο Λονδίνο, θα διατυπώσει την άποψη ότι το δημοψήφισμα για τη βασιλεία το 1974 υπήρξε «unfair». Η δήλωση προκάλεσε κρίση στη Ν.Δ. και ο Μητσοτάκης υποχρεώθηκε να την ανασκευάσει, αλλά οι πολιτικές της συνέπειες αναβιώνουν σήμερα με διάφορες μορφές.

Την ίδια δυσκολία προσαρμογής στη μεταπολιτευτική στάση του Καραμανλή ένιωσαν βέβαια και τα στελέχη της ΕΡΕ που είχαν εκτεθεί κατά την περίοδο της δικτατορίας. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση ο Λάκης Ιωαννίδης, ο οποίος υπήρξε πριν από τη δικτατορία «μακεδονάρχης» του Καραμανλή, αλλά η συνεργασία του με τη χούντα τον κατέστησε ακατάλληλο για τη Μεταπολίτευση. Χρειάστηκε να περιμένει την περίοδο των συλλαλητηρίων της δεκαετίας του ’90, για να «αξιοποιηθεί» πάλι από την παράταξη.

Τα στελέχη του κόμματος

Οι πιο ορατοί δίαυλοι της σημερινής Ν.Δ. με τους νοσταλγούς της δικτατορίας είναι προφανώς τα στελέχη που προέρχονται από τον ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη. Μπορεί ο ίδιος ο Καρατζαφέρης να διατηρούσε στενές προσωπικές σχέσεις με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, αλλά η ένταξή του στα ψηφοδέλτια της Ν.Δ. το 1993 έγινε με τη χρήση ενός παλιού κόλπου. Το έχει διηγηθεί ο ίδιος στον Νίκο Χατζηνικολάου:

«Το 1989 ο Μητσοτάκης για να με αποφύγει και να μη με βάλει στο ψηφοδέλτιο με καλεί και μου λέει “Γιωργάκη, δεν θα είσαι υποψήφιος”. Του λέω “γιατί; Εγώ έχω δουλέψει”. Και μου λέει “δεν βάζω στρατηγούς να φυλάνε σκοπιά”. Αλλά επειδή εγώ ήξερα άλλα μονοπάτια, λέω “θα γίνω ο απαραίτητος και ο κολλητός της Μαρίκας”. Οπότε κολλητός στη Μαρίκα εγώ, και το ’93 η Μαρίκα παίρνει τηλέφωνο τον Τζαννετάκη και του λέει “το παιδί το έχεις βάλει μέσα; Βάλε το”. Κι έτσι μπήκα στο ψηφοδέλτιο» («Real FM», 27.1.2008).

Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης έδρασε επί επτά χρόνια στο εσωτερικό της Ν.Δ. με την ειδική αποστολή να συγκεντρώνει τις ψήφους των υπολειμμάτων της χούντας και των οπαδών του Γκλίξμπουργκ, στηριζόμενος στο προσωπικό του κανάλι που έκανε τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό του κόμματος, με βάση τις εμπνεύσεις του ιδιοκτήτη του.

Η καριέρα του Καρατζαφέρη στη Ν.Δ. διακόπηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, όταν είχε αναλάβει την αρχηγία του κόμματος ο Κώστας Καραμανλής. Η νέα ταυτότητα του κόμματος της Δεξιάς ως εκπροσώπου του «μεσαίου χώρου» δεν ευνοούσε βέβαια τις κραυγές του ακροδεξιού καναλάρχη, αλλά ο ίδιος δεν έπαυε να λειτουργεί ως στέλεχος της ευρύτερης Δεξιάς, επικαλούμενος μάλιστα τη θεωρία της «δεξιάς πολυκατοικίας», δηλαδή την κοινή πολιτική στέγη Ν.Δ.-ΛΑΟΣ.

Η επαναπροσέγγιση με τη Ν.Δ. δεν πραγματοποιήθηκε, όπως κάποιοι πιστεύουν, με την ανάδειξη ως αρχηγού του «σκληρού» Αντώνη Σαμαρά. Το φλερτ Ν.Δ.-ΛΑΟΣ είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 2009, επί Κώστα Καραμανλή. Μάλιστα ο Γ. Καρατζαφέρης το είχε δηλώσει εγκαίρως και στη Βουλή: «Η Ν.Δ. παίρνει τις ιδέες μας αλλά δεν θέλει να ξέρει ότι είναι από εμάς» (18.3.2009). Τη μελλοντική συνεργασία είχε προετοιμάσει ακόμα κι ο Αρης Σπηλιωτόπουλος, εκείνος ο οποίος είχε δεχτεί το 2000 την προσωπική επίθεση από τον κ. Καρατζαφέρη που οδήγησε στη διαγραφή του: «Ο ΛΑΟΣ σε πολλά ζητήματα έχει εκφράσει απόψεις που δεν χαρακτηρίζονται ακραίες» (Mega, 9.3.2009). Η συνέχεια είναι γνωστή.

Οι σύμβουλοι του αρχηγού

Η σχέση, πάντως, του πρωθυπουργού με την 21η Απριλίου δεν περιορίζεται στη διεύρυνση της Ν.Δ. προς τον ΛΑΟΣ. Στενοί προσωπικοί σύμβουλοί του δηλώνουν δημόσια επαίνους προς το καθεστώς της δικτατορίας, χωρίς αυτό να ενοχλεί τον κ. Μητσοτάκη. Αντίθετα μάλιστα από ό,τι θα περίμενε κανείς, αυτοί οι σύμβουλοι είναι πιο ακραίοι από τους αντίστοιχους του κ. Σαμαρά. Μπορεί, λ.χ. ο πρώην αρχηγός της Ν.Δ. να είχε αναθέσει στον Π. Μπαλτάκο τη βρομοδουλειά της συνεργασίας με τη Χρυσή Αυγή, αλλά ο βασικός του σύμβουλος Χρ. Λαζαρίδης δεν μπορεί να αποκηρύξει το αντιδικτατορικό του παρελθόν.

Αντίθετα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης νιώθει μεγάλη άνεση να διατηρεί στενούς δεσμούς με ανθρώπους όπως ο βιομήχανος Κωνσταντίνος Λούλης, ο ταμίας του Ιδρύματος Μητσοτάκη, ο οποίος εκδίδει και διακινεί βιβλίο υμνητικό για τον δικτάτορα Παπαδόπουλο προκαλώντας ανοιχτά τις αξίες της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Και μπορεί ο Λούλης να αποπέμφθηκε από τη θέση του γενικού γραμματέα Τουρισμού για άλλους λόγους (επειδή αποκαλύφθηκε ότι δεν διαθέτει τα νόμιμα προσόντα), αλλά στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως «άμισθος» σύμβουλος στο ίδιο υπουργείο.

Πριν από λίγες βδομάδες ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να αναφερθεί μόνο σε έναν άνθρωπο τον οποίο συμβουλεύεται, τον καθηγητή του Yale Στάθη Καλύβα. Αλλά ο κ. Καλύβας, γνωστός για τη συμβολή του στην αναθεώρηση της ιστορίας του δωσιλογισμού και του Εμφυλίου, είναι εκείνος που έχει προκαλέσει το 2017 με την επιχείρηση εξωραϊσμού της χούντας. Ο κ. Καλύβας έγραφε ότι «μολονότι προερχόμενοι από τους κόλπους της σκληροπυρηνικής Δεξιάς, οι πραξικοπηματίες συνέβαλαν τελικά στον πλήρη εκδημοκρατισμό της Δεξιάς και διά μέσου αυτής και της χώρας».

Και πριν από λίγες βδομάδες συνέκρινε το οργανωμένο και κεντρικά σχεδιασμένο προδικτατορικό παρακράτος της Δεξιάς που οδήγησε στη χούντα με κάποιο ανύπαρκτο «μεταπολιτευτικό παρακράτος», το οποίο αναφέρεται φυσικά στο ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά («Καθημερινή», 7.3.2021).

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος είχε χρίσει προσωπικό του μυστικοσύμβουλο τον Ελληνοαμερικανό δημοσιογράφο Νίκολας Γκέιτζ, που με τη σειρά του είχε εκδώσει έναν οδηγό της Ελλάδας υμνητικό για τη δικτατορία, με βασικό επιχείρημα ότι η χούντα έσωσε τη χώρα από τον κομμουνισμό και γι’ αυτό την υποστηρίζει ο λαός. «Προτιμώ να ’χω τη χούντα για εκατό χρόνια παρά να ξανάρθουν αυτά τα καθάρματα για μία μέρα μόνο», είναι τα λόγια μιας γυναίκας σε ελληνικό χωριό τα οποία μεταφέρει ο Γκέιτζ («Portrait of Greece», American Heritage Press, 1971, σ. 97). Και συμπληρώνει με τα λόγια ενός εφοπλιστή για τα βασανιστήρια: «Υπό ελληνικές συνθήκες φέρονται απέναντι σε τέτοια άτομα σαν να βρίσκονταν σε ξενοδοχείο πολυτελείας. Θυμήσου, αυτοί οι άνθρωποι είναι ο σκληρός πυρήνας του κομμουνιστικού κόμματος. Είναι αυτοί που έβγαζαν τα μάτια του κόσμου στον Εμφύλιο» (σ. 105).

Αν θέλει κανείς να αναζητήσει το πώς συνδέεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τα στελέχη του ΛΑΟΣ που υμνούσαν τη δικτατορία ή και με τους σημερινούς στενούς του συνεργάτες που εξωραΐζουν το πραξικόπημα, δεν θα δυσκολευτεί να διαπιστώσει ότι στον πυρήνα αυτής της φαινομενικά παράδοξης σύμπλευσης βρίσκεται η φανατική προσκόλληση στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό.

Αντίθετα από τη σύγχρονη Ακροδεξιά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που στηρίχτηκε σε φιλολαϊκές εξαγγελίες, ο ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη ήταν το πρώτο κόμμα που ζήτησε να εφαρμοστούν ακραία οικονομικά μέτρα στήριξης των μεγαλοβιομηχάνων και των τραπεζών, με την κατάργηση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη νομιμοποίηση του μαύρου χρήματος, τη θεσμοποίηση της παραοικονομίας, το ξεπούλημα των δημόσιων οργανισμών, τη θεοποίηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, τη δημιουργία «παραδείσου» επενδυτών (βλ. Ιός, «Το οικονομικό πρόγραμμα Ν.Δ.-ΛΑΟΣ», 26.4.2009, https://tinyurl.com/yfeo6jge).

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η ομάδα των βουλευτών του ΛΑΟΣ που προσχώρησε στη Ν.Δ. το 2012 επικαλέστηκε ως λόγο την πίστη της στα μνημόνια. Ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη εφαρμογή των ακραίων νεοφιλελεύθερων μέτρων έγινε από «τα παιδιά του Σικάγου» στη δικτατορία της Χιλής. Και βέβαια το «ξέπλυμα» των νοσταλγών της δικτατορίας επισφραγίστηκε με τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην τρικομματική κυβέρνηση υπό τον τραπεζίτη Παπαδήμο το 2011. Ο Γ. Καρατζαφέρης είχε εισηγηθεί αυτή τη σύμπλευση ενάμιση χρόνο νωρίτερα.

 Εφημερίδα των Συντακτών

...