, Η χαμένη ευκαιρία του Συνηγόρου του Πολίτη για τις επαναπροωθήσεις, INDEPENDENTNEWS
AP Photo/Lefteris Pitarakis

07.05.2021

 

Η ενδιάμεση έκθεση που δημοσιοποίησε ο Συνήγορος του Πολίτη για να συνοψίσει τα μέχρι στιγμής ευρήματα της αυτεπάγγελτης έρευνας που διεξάγει από το 2017 για τις επαναπροωθήσεις προσφύγων και μεταναστών στην Τουρκία είναι αναντίστοιχη του κύρους του οργανισμού, καθώς δεν αναδεικνύει το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις και αναλώνεται σε αυτονόητες διαπιστώσεις με το βλέμμα περισσότερο στο παρελθόν παρά στο παρόν.

H έκθεση που δημοσιοποίησε τη Μεγάλη Τετάρτη ο Συνήγορος του Πολίτη για τις επαναπροωθήσεις προσφύγων και μεταναστών στην Τουρκία δεν θυμίζει σε τίποτα τις εμπεριστατωμένες και καίριες εκθέσεις της ανεξάρτητης αρχής, που έχουν συχνά τον χαρακτήρα ουσιαστικής παρέμβασης απέναντι στις αυθαιρεσίες της διοίκησης.

Η έκθεση («Καταγγελλόμενες επαναπροωθήσεις στην Τουρκία αλλοδαπών που είχαν εισέλθει στην Ελλάδα αναζητώντας διεθνή προστασία») είναι ελλιπής και ανισοβαρής, δείχνει να προσανατολίζεται περισσότερο στο παρελθόν και δεν περιλαμβάνει καθοριστικές εξελίξεις του τελευταίου χρόνου, δημιουργώντας περισσότερο την αίσθηση μιας μάλλον αμήχανης και διεκπεραιωτικής ιστορικής έρευνας παρά μιας παρέμβασης για σοβαρό και επίκαιρο ζήτημα.

Πρόκειται βέβαια για ενδιάμεση έκθεση, που επιχειρεί να συνοψίσει τη μέχρι στιγμής πορεία και τα ευρήματα της αυτεπάγγελτης έρευνας που διεξάγει από τον Ιούνιο του 2017 ο Συνήγορος. Ωστόσο, η ίδια η διάρκεια της έρευνας, που συμπληρώνει τέσσερα χρόνια, δεν δικαιολογεί το διεκπεραιωτικό και ελλιπή χαρακτήρα της έκθεσης. Πολύ περισσότερο όταν το θέμα «συνιστά βαρύτατη παραβίαση θεμελιώδους κανόνα διεθνούς, ευρωπαϊκού και εθνικού δικαίου», όπως αναγνωρίζει ο Συνήγορος, αν και στην πράξη η έκθεση αφήνει την αίσθηση ότι το υποβαθμίζει.

Η έκθεση παραδέχεται τη δομική αδυναμία και τους σημαντικούς περιορισμούς της αυτεπάγγελτης έρευνας: «ο Συνήγορος δεν διαθέτει από τη νομοθεσία τα απαραίτητα θεσμικά εργαλεία και τα μέσα για να διερευνήσει αποτελεσματικά και με πληρότητα τα ίδια τα πραγματικά περιστατικά, ώστε να διαμορφώσει κρίση ως προς τυχόν πράξεις και παραλείψεις της διοίκησης στο πεδίο». Προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί ανέλαβε ο Συνήγορος μια αυτεπάγγελτη έρευνα, ενώ δεν διαθέτει τα μέσα για να τη φέρει σε πέρας.

Μοιραία, εφόσον δεν μπορεί να ερευνήσει τα ίδια τα γεγονότα, η έρευνα περιορίζεται στον τρόπο που χειρίζεται η διοίκηση τις καταγγελίες για επαναπροωθήσεις.

Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της έκθεσης είναι πράγματι η διαπίστωση της ομοιομορφίας των απαντήσεων που δίνουν στον Συνήγορο η υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης, η υπηρεσία Ασύλου και η ΕΛ.ΑΣ., σε κεντρικό και σε τοπικό επίπεδο. Ισχυρίζονται ότι «εφαρμόζουν πλήρως την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, σέβονται πλήρως και προστατεύουν τα δικαιώματα όσων περάσουν από την Τουρκία σε ελληνικό έδαφος» και «[αρνούνται] κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμιξη σε επαναπροωθήσεις».

Εξίσου ομοιόμορφες είναι οι απαντήσεις των αρχών στις καταγγελίες πολιτών, οργανώσεων και διεθνών οργανισμών: μια «[τυπική] επιστολή με παρόμοια χαρακτηριστικά», που διαβεβαιώνει ότι δεν βρέθηκε καμία ένδειξη πλημμέλειας ή πειθαρχικού παραπτώματος και ότι η αστυνομία επιτελεί το έργο της με πλήρη και απόλυτο σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ εκτιμά ότι πιθανή πηγή των καταγγελιών είναι τα κυκλώματα διακίνησης που θέλουν να πλήξουν την επιχειρησιακή ικανότητα της αστυνομίας.

Ο Συνήγορος επισημαίνει την ομοιομορφία των απαντήσεων, χωρίς ωστόσο να αξιοποιεί το εύρημα για να εξετάσει αν παραπέμπει σε διευρυμένη απόπειρα πλήρους συγκάλυψης μεθοδευμένη κεντρικά. Αποφεύγει επίσης να επισημάνει ρητά τον αφοριστικό, γενικόλογο και ατεκμηρίωτο χαρακτήρα των απαντήσεων και να οδηγηθεί σε συμπέρασμα για την αξιοπιστία τους. Αντιθέτως, όταν έρχεται η ώρα της αποτίμησης και των συμπερασμάτων, η έκθεση γίνεται υπερβολικά υπαινικτική.

Διαπιστώνει ότι το πλήθος και η επιμονή των καταγγελιών «έχει δημιουργήσει ανησυχία για το επίπεδο προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων στη χώρα, ιδίως στις περιφέρειες κοντά στα χερσαία σύνορα με την Τουρκία» και προχωρά στο βασικό συμπέρασμα: «Η ανταπόκριση της διοίκησης στις […] καταγγελίες δεν έχει συμβάλει μέχρι σήμερα στην αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτής της ανησυχίας μέσω ενδελεχούς διερεύνησης των καταγγελιών, ιδίως εκείνων όπου κατονομάζονται αλλοδαποί που φέρονται να επαναπροωθήθηκαν παρανόμως στην Τουρκία, ενώ προηγουμένως είχαν αποδεδειγμένη με έγγραφα επαφή με τις ελληνικές αρχές».

Αλλά την απουσία διερεύνησης των καταγγελιών, και μάλιστα ενδελεχούς διερεύνησης, την επισημαίνουν εδώ και χρόνια όλες οι αναφορές διεθνών οργανισμών, ευρωπαϊκών θεσμών, οργανώσεων και μέσων ενημέρωσης, συχνά μάλιστα με διατυπώσεις πιο άμεσες και αυστηρές. Και αυτή ακόμα η διαπίστωση του Συνηγόρου ότι έχει δημιουργηθεί για την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων καταφέρνει να φαίνεται αναντίστοιχη. «Βαθιά ανησυχία» διατύπωνε από το 2017 η Υπατη Αρμοστεία, «ιδιαίτερη ανησυχία» ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η έκθεση παραθέτει τις δηλώσεις τους, αλλά δίνει την εντύπωση ότι δεν συμμερίζεται την ανησυχία στον ίδιο βαθμό.

Είναι εύλογο το ερώτημα γιατί χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια έρευνας για μια διαπίστωση αυτονόητη σε όσους έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Η απάντηση προκύπτει μέσα από τα στοιχεία της ίδιας της έκθεσης και αποτελεί άλλο ένα βασικό μεθοδολογικό της πρόβλημα: πέραν της καταγραφής των καταγγελιών, η ουσιαστική ερευνητική δραστηριότητα του Συνηγόρου στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας είναι μάλλον σποραδική παρά πυκνή και σταματά στα τέλη του 2019.

Τη στιγμή που αρχίζουν να πληθαίνουν οι καταγγελίες και τα δημοσιεύματα και να συσσωρεύονται οι ενδείξεις ότι διευρύνεται ανεξέλεγκτα η δράση των αρχών, τη στιγμή δηλαδή που αποκτά μεγαλύτερη σημασία και πεδίο η παρέμβαση της ανεξάρτητης αρχής, εκείνη τη στιγμή ο Συνήγορος πατά φρένο και η αυτεπάγγελτη έρευνα βαλτώνει.

Η τελευταία δραστηριότητα που καταγράφεται στην έκθεση αφορά επιστολή του Συνηγόρου προς το γερμανικό περιοδικό Spiegel και την ερευνητική ομάδα Forensic Architecture στις 19 Δεκεμβρίου 2019, με την οποία ζητά αναλυτικές πληροφορίες για δημοσίευμα. Η τελευταία επικοινωνία του Συνηγόρου με τη διοίκηση γίνεται ένα χρόνο νωρίτερα, στις 27 Ιανουαρίου 2019, όταν το Κέντρο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Συνόρων και Μετανάστευσης της Αστυνομίας απαντά σε επιστολή του Συνηγόρου από τον προηγούμενο μήνα. Νωρίτερα ακόμη, στις 20 Μαρτίου 2018, γίνεται η τελευταία συνάντηση με την Υπατη Αρμοστεία, τον τελευταίο φορέα που συναντά ο Συνήγορος για να ενημερωθεί για τις καταγγελίες για επαναπροωθήσεις.

Τέλος, η μοναδική επιτόπια επίσκεψη του Συνηγόρου στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας γίνεται λίγους μήνες μετά την έναρξη της έρευνας, στις 30 Νοεμβρίου 2017, όταν κλιμάκιο του Συνηγόρου συναντιέται με τον γενικό περιφερειακό αστυνομικό διευθυντή Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης.

Καμία ρητή αναφορά δεν κάνει η έκθεση στην αμφιλεγόμενη απόφαση του ΚΥΣΕΑ και τη συνακόλουθη ΠΝΠ τον Μάρτιο του 2020, που ανέστειλαν προσωρινά τις αιτήσεις ασύλου και έκαναν επίσημη κεντρική πολιτική τις επαναπροωθήσεις εκείνο τον μήνα, πολιτική που φαίνεται ότι συνεχίζεται έκτοτε ανεπίσημα. Μετά τον Μάρτιο του 2020, υπάρχουν συνεχείς καταγγελίες για επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο με χρήση φουσκωτών διασωστικών σχεδιών τύπου liferaft. Αλλά οι επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο δεν αποτελούν αντικείμενο της αυτεπάγγελτης έρευνας.

Η αυτεπάγγελτη έρευνα αφορούσε αρχικά τις επαναπροωθήσεις Τούρκων στην Τουρκία και στη συνέχεια διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει τις επαναπροωθήσεις κάθε εθνικότητας στα χερσαία σύνορα. Θα ήταν εύλογη και σημαντική η διεύρυνση της έρευνας ώστε να συμπεριλάβει τις επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο, αλλά τέτοια απόφαση δεν υπήρξε, χωρίς να εξηγείται γιατί.

Ο Συνήγορος σημειώνει ότι οι σχετικές καταγγελίες «εξετάστηκαν και εξετάζονται ξεχωριστά», αλλά δεν παραθέτει στοιχεία για την πορεία αυτών των καταγγελιών και δεν συσχετίζει τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν. Το ίδιο ισχύει και για πολλές καταγγελίες για επαναπροωθήσεις στα χερσαία σύνορα, ιδίως των δύο τελευταίων ετών, που δεν αποτελούν αντικείμενο της αυτεπάγγελτης έρευνας αλλά εξετάζονται στο πλαίσιο της γενικής αρμοδιότητας του Συνηγόρου, χωρίς να διευκρινίζονται τα κριτήρια της επιλογής και χωρίς να συσχετίζονται οι έρευνες.

Ετσι όμως ο Συνήγορος δεν εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για μια ουσιαστική παρέμβαση αντίστοιχη του κύρους του, που θα αναδείκνυε το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις και θα έδινε ξανά στην αυτεπάγγελτη έρευνα, τη στιγμή που χρειάζεται περισσότερο, τη δυναμική που φαινόταν να έχει αρχικά.

efsyn.gr