Η καταγγελία της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη η ολυμπιονίκης Σοφία Μπεκατώρου, είναι κάτι παραπάνω από μια θαρραλέα πράξη. Δεδομένης της αναγνωρισιμότητας της πρώην αθλήτριας, οι αποκαλύψεις «Μπεκατώρου» έστρεψαν την προσοχή της κοινωνίας στο μεγάλο πρόβλημα της έμφυλης βίας και λειτούργησαν σαν ηλεκτροσόκ.

Οι καταγγελίες της μπορούν να ενισχύσουν ένα ρεύμα ενάντια σε κάθε μορφή σεξουαλικής κακοποίησης, να απαλλάξουν τα θύματα από το φόβο του κοινωνικού στιγματισμού, να ωθήσουν σε αποκαλύψεις και τιμωρία των θυτών.

Αποτελεί υποχρέωση η διερεύνηση σε βάθος της υπόθεσης «Μπεκατώρου» και η οικοδόμηση ενός θεσμικού πλαισίου που θα αποτρέπει παρόμοιες συμπεριφορές και θα τιμωρεί σκληρά τους παραβάτες.

Δυο πράγματα είναι αυτονόητα, αδιαπραγμάτευτα και δεν χρειάζεται να αναλύονται μετά επιτάσεως: πρώτον, ο εξαναγκασμός σεξουαλικού χαρακτήρα αποτελεί εγκληματική ενέργεια, δεύτερον, ασχέτως της υφιστάμενης νομολογίας περί παραγραφής, το θύμα έχει δικαίωμα να δημοσιοποιήσει το γεγονός όποτε εκείνο αισθανθεί ότι είναι ψυχολογικά και κοινωνικά έτοιμο, όποτε επιλέξει και δεν χρειάζεται να απολογείται γι’ αυτό.

Η σεξουαλική βία και η σεξουαλική παρενόχληση, που φυσικά δεν είναι το ίδιο, συμβαίνουν σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής. Τα φαινόμενα αυτά, με τις διαφορές που τα χαρακτηρίζουν, παρατηρούνται κατά κύριο λόγο στο χώρο της εργασίας, σε συνθήκες δομών, όπου ισχύουν αυστηρές και κάθετες ιεραρχίες, σε δομές με συνθήκες εγκλεισμού, στους χώρους της διασκέδασης, στο χώρο της εκπαίδευσης, στο δρόμο, μεταξύ αυτών και άλλων πολλών και στον αθλητισμό.

Ενδεικτικά, από διάφορες έρευνες προκύπτει ότι το 75% των μαθητών στις ΗΠΑ έχουν αναφέρει μία τουλάχιστον εμπειρία σεξουαλικής παρενόχλησης (Magnus et al., 1998), ενώ πάνω από το 20% των ερωτηθέντων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο της εργασίας (Di Martino, Hoel and Cooper, 2003).

Ραγδαία εμφανίζεται η αύξηση των κρουσμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης, ως μία εκ των μορφών ενδοσχολικής βίας στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, σε μια τετραετία το ποσοστό των θετικών απαντήσεων στο ερώτημα «εάν έχουν δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση στο σχολείο» αυξήθηκε από 6% των συμμετεχόντων στην έρευνα μαθητών το 2001, στο 22,5% το 2005 (Στεφανάκη, 2003 – Παπαματθαίου, 2005).

 

Σεξουαλική βία στον αθλητισμό

Ο αριθμός κρουσμάτων σεξουαλικής βίας ή παρενόχλησης στον αθλητισμό σε σχέση με τους υπόλοιπους χώρους κοινωνικής δραστηριοποίησης είναι μικρότερος και βρίσκεται στην κατώτερη θέση της σχετικής κλίμακας, με 5% των κρουσμάτων (Ιωαννίδης, 2020). Από την ανάλυση αυτών των κρουσμάτων διεθνώς, αλλά και στην ελληνική πραγματικότητα, προκύπτει σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των κατηγοριών αθλουμένων και αθλητών. Η γυναίκα έχει υπερ-τετραπλάσιες πιθανότητες να είναι θύμα συγκρινόμενη με τον άνδρα. Πολλαπλάσια είναι τα κρούσματα στο επίπεδο του «υψηλού» αθλητισμού σε διεθνές και εθνικό αγωνιστικό επίπεδο, σε σύγκριση με τον αθλητισμό «βάσης». Στη Γερμανία, το 11,2% των αθλητών υψηλού επιπέδου έχει βιώσει σοβαρή σεξουαλική κακοποίηση (Ohler, Seidler, Rau, et al., 2018).

Στην εργασία της «Βιώματα σεξουαλικής παρενόχλησης από άνδρες σε αθλήτριες στην Ελλάδα», η Στυλιανή Χρόνη αναφέρει ότι το 72% των ερωτηθέντων αθλητών σε διεθνές και εθνικό επίπεδο έχουν «εμπειρίες» παρενόχλησης, από τις οποίες όμως, η πλειοψηφία εκδηλώθηκε εκτός αθλητικών χώρων (ΤΕΦΑΑ Θεσσαλίας – 2009). Παρόμοιες διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι η μειοψηφία των κρουσμάτων εις βάρος αθλητριών, αλλά και αθλητών, εκδηλώνεται εντός του αθλητικού περιβάλλοντος. Χαρακτηριστική είναι η μελέτη των Sylvie Parent και Karim El Hlimi, που αναφέρει ότι μόνο το 2-8% των σεξουαλικών κακοποιήσεων ανήλικων αθλητών συντελέστηκαν εντός αθλητικού περιβάλλοντος ή κατά τη διάρκεια της προπόνησης. Η πλειοψηφία των επιθέσεων έγινε στο σπίτι του θύτη, σε κοινωνικές εκδηλώσεις που δεν σχετίζονται με την προπονητική διαδικασία, αλλά και σε αποστολές για αγώνες μακριά από τον τόπο της κατοικίας του θύματος.

Από τα παραπάνω δεδομένα συμπεραίνεται ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον αθλητισμό, αλλά ακόμη κι αν εμφανίζεται σε μικρότερη ένταση εν συγκρίσει με άλλους τομείς, η ουσία είναι ότι το πρόβλημα αφορά ΚΑΙ τον αθλητισμό, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που περικλείονται στην αθλητική δραστηριότητα και λόγω της ενασχόλησης χιλιάδων ανήλικων ατόμων.

 

Ερωτηματικά και παθογένειες

Σημαντικά ερωτήματα ανακύπτουν: Πού πραγματικά οφείλεται ο μικρότερος αριθμός συμβάντων στον αθλητισμό; Μήπως επειδή ένα άτομο εγκαταλείπει πιο εύκολα την άθληση εν συγκρίσει με την εργασία, εάν υποστεί κακοποίηση ή συμπεριφορές παρενόχλησης και αυτό οδηγεί στην υποκαταγραφή των περιστατικών; Μήπως η αθλήτρια ή ο αθλητής αποσιωπούν την σεξουαλική κακοποίηση ή παρενόχληση από φόβο για τις επιπτώσεις στην αθλητική καριέρα τους; Ή μήπως η πολυετής ταύτιση της αθλήτριας ή αθλητή με τον προπονητή ή το διοικητικό παράγοντα τους καθιστά πιο ευάλωτους ως προς την αντίδρασή τους και την αποκάλυψη του γεγονότος.

Ο αθλητισμός ως κοινωνική δραστηριότητα και ως σκοπός πρέπει να επιτελεί τη λειτουργία της πολύπλευρης κι αρμονικής ανάπτυξης της προσωπικότητας, της παιδαγωγικής ολοκλήρωσης, της αλληλεγγύης και των ευγενικών αξιών. Σε δομημένα νεοφιλελεύθερα αθλητικά μοντέλα, όπως αυτό της Ελλάδας, οι αντικοινωνικές παθογένειες κι εγκληματικές συμπεριφορές εμφανίζονται συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση. Η αιτιολογία τους δεν βρίσκεται, παραδείγματος χάριν, στον ανταγωνισμό για μια καλύτερη θέση στην ιεραρχία της ομάδας ή στην ανάδειξη ενός «φυσικού» ηγέτη, όπως γίνεται για παράδειγμα στο σχολικό περιβάλλον. Στην αθλητική περίπτωση, οι παθογένειες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος λόγω των σχέσεων εξουσίας των «δυνατών» επί των «αδύναμων», όπου αδύναμος είναι πάντα η αθλήτρια/της, ή η εργαζόμενη/ος. Πρόκειται συχνά για κατάχρηση της εξουσίας. Διευκολύνονται από τους σκληρούς μηχανισμούς και τις πολύπλοκες εξαρτήσεις, από την έλλειψη θεσμών ισότιμης αντιπροσώπευσης των φύλων, λόγω της έλλειψης μορφών απολογισμού και κοινωνικού ελέγχου και λόγω των στερεοτύπων σε σχέση με το φύλο.

Η αντίληψη που εκφράστηκε στην πρόσφατη ανακοίνωση της Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας για την εγκληματική σεξουαλική κακοποίηση σαν «δυσάρεστο περιστατικό», αναδεικνύει σαφέστατα μια στερεοτυπική εικόνα για τη γυναίκα, μέσα σε έναν αθλητικό, ανδροκρατούμενο και συντηρητικό χώρο. Δεδομένου ότι με το άθλημα της ιστιοπλοΐας στα μεγάλα αστικά κέντρα ασχολούνται ως επί το πλείστον μεσαία ή υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, ενώ στην περιφέρεια της χώρας και στη νησιωτική Ελλάδα υπάρχει μεγαλύτερη διασπορά, θα ήταν ενδιαφέρουσα μια αναλυτική έρευνα των στερεοτύπων και των συμπεριφορών με βάση την κοινωνική διαστρωμάτωση σε αυτό το άθλημα, αλλά και γενικότερα.

Ειδικά στη περίπτωση της Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας, σε αυτήν αντανακλάται η σφοδρή αντιπαράθεση στο εσωτερικό της «γαλάζιας κυβερνητικής πολυκατοικίας», που υπερβαίνει την υπόθεση «Μπεκατώρου». Σύντομα, μάλιστα, θα διαπιστώσουμε ότι αφορά στο ποιες ομάδες συμφερόντων θα διαχειριστούν τα μεγάλα επιχειρηματικά deal του παράκτιου μετώπου του Αργοσαρωνικού, από τον Άλιμο έως τη Καστέλα, των μαρίνων ελλιμενισμού σκαφών, των φορολογικών ατελειών στα καύσιμα και στην ιδιωτική ή στην κερδοσκοπική χρήση των αγωνιστικών και τουριστικών σκαφών. Αυτά, όμως, είναι της μεθαυριανής ημέρας…

 

Ποσόστωση φύλου και πολιτικές πρόληψης

Η ποσόστωση φύλου στις διοικήσεις των αθλητικών ομοσπονδιών, που θεσπίσθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τη γυναικεία χειραφέτηση στον ελληνικό αθλητισμό, για την προστασία των δικαιωμάτων της και φυσικά για την ευαισθητοποίηση στα θέματα της σεξουαλικής βίας ή των παρενοχλήσεων σεξουαλικού χαρακτήρα. Δυστυχώς, η κατάργηση της ποσόστωσης φύλου στα Δ.Σ. των ομοσπονδιών, αποτέλεσε την πρώτη ενέργεια της πιο αδίστακτης κυβέρνησης που έχει δει ποτέ ο τόπος. Μιας ηγεσίας που σήμερα υποκριτικά αξιοποιεί ένα εγκληματικό γεγονός για να δικαιολογήσει την επιχείρηση χειραγώγησης των αθλητικών ομοσπονδιών, που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Σήμερα χρειάζονται, επιτακτικά, πολιτικές πρόληψης και εκπαιδευτικά προγράμματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, πολιτικές ισότιμης συμμετοχής των φύλων, πολιτικές κατά των αποκλεισμών και των στερεοτύπων, ενίσχυση των αθλητικών σωματείων και των ομοσπονδιών με επιστημονικό δυναμικό, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, δομές που θα εμποδίζουν τη δυσμενή μεταχείριση αθλητών, που δεν θα κυριαρχούν πελατειακές σχέσεις και αποκομιδή ωφελημάτων, που θα κατοχυρώνουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ερασιτεχνών και κύρια των ανήλικων αθλητών, τον σεβασμό των εργασιακών σχέσεων κλπ.

Η ζωή απέδειξε με εμφατικό τρόπο ότι κάθαρση στις αθλητικές ομοσπονδίες πρωτίστως σημαίνει κάθαρση στα του «οίκου» του κυβερνώντος κόμματος, της Νέας Δημοκρατίας. Δυστυχώς, η ζωή απέδειξε ότι του ελληνικού αθλητισμού ηγείται ένας υφυπουργός που αντί να τον προστατέψει, αντί να σταθεί δίπλα στους χιλιάδες ανιδιοτελείς εθελοντές, με τις επικοινωνιακές του επιλογές έχει επιτρέψει την ηθική απαξίωσή του. Μετά τα καταστροφικά «λουκέτα» και τα «λοκντάουν», ο ελληνικός αθλητισμός αντί να παλεύει για την επανεκκίνηση, πρέπει να αποδεικνύει ότι οι καταγγελλόμενες ενέργειες με θύτη το «γαλάζιο» κομματικό στέλεχος αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

*Ο Ιούλιος Συναδινός είναι μέλος ΚΠΕ ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία

Πηγή: ΕΠΟΧΗ