Ερβίν Σέχου*: Η πολιτική της α-ορατότητας των αιτούντων/αιτουσών άσυλο

Posted on 28 Μαΐου, 2021, 6:03 μμ
21 secs

Από τους αρμόδιους φορείς επιδιώκεται περαιτέρω έλεγχος των αιτούντων και αιτουσών άσυλο. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο να απαιτείται από τους/τις αιτούντες/σες άσυλο η υπαγωγή τους σε δομές εκτός του αστικού ιστού (γιατί στην πράξη οι άνθρωποι αυτοί θα τοποθετηθούν σε camps) και από την άλλη να ευαγγελίζεται το υπουργείο ότι στοχεύει στην κοινωνική τους ένταξη.


Από την 1/7/2021 το οικονομικό βοήθημα σε αιτούντες/αιτούσες άσυλο που δεν στεγάζονται σε δομές της ευθύνης του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (ΥΜΑ) ή συνεργαζόμενων με αυτό φορέων θα καταργηθεί. Η είδηση αυτή, ενδεχομένως απαρατήρητη ανάμεσα σε όσες κατακλύζουν την καθημερινότητα αυτής της δύσκολης περιόδου, έχει πυροδοτήσει ανησυχίες και προβληματισμούς στα μέλη των μεταναστευτικών και προσφυγικών κοινοτήτων και κατά κύριο λόγο στους αιτούντες/αιτούσες άσυλο που βρίσκονται εκτός των δομών αυτών.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση αναφέρει ότι «οι υλικές συνθήκες υποδοχής θα παρέχονται συνολικά μαζί με τη στέγαση και εφόσον η παρουσία των ωφελούμενων επιβεβαιώνεται αυτοπρόσωπα κάθε μήνα από τον φορέα στέγασης». «Ως εκ τούτου, οι ωφελούμενοι του οικονομικού βοηθήματος που συγκαταλέγονται στον αστικό πληθυσμό, εφόσον δεν έχουν τους απαραίτητους πόρους για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες διαβίωσής τους, θα πρέπει να υποβάλλουν αίτημα στέγασης στους αρμόδιους φορείς».[1]

Ερβίν Σέχου*: Η πολιτική της α-ορατότητας των αιτούντων/αιτουσών άσυλο

Ervin Shehu*

Με την παραπάνω διοικητική απόφαση έρχεται στην επιφάνεια ένα ζήτημα σχετικό με θεωρητικές συζητήσεις και προσεγγίσεις που αφορούν (οπωσδήποτε σε πρακτικό επίπεδο) τη ζωή των urban refugees σε αντιπαραβολή με τη διαβίωση σε ανοιχτές δομές τύπου camp ή σε καταυλισμούς. Σε παγκόσμια κλίμακα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 37% του προσφυγικού πληθυσμού διαμένει αποκλειστικά σε ιδιωτικά καταλύματα, ενώ το 39% καταφεύγει για τη στέγασή του σε έναν συνδυασμό μορφών εγκατάστασης –ανοιχτά κέντρα υποδοχής, δομές υποδοχής ή δομές transit, οικισμοί και συλλογικά κέντρα στέγασης αλλά και ανεπίσημες αυτοδιαχειριζόμενες δομές.[2]

Προφανώς η προαναφερόμενη ρύθμιση δημιουργεί αναστάτωση σε δεκάδες ή και εκατοντάδες οικογένειες, σε νέους και νέες που μένουν εντός του αστικού ιστού χωρίς να έχουν καταγραφεί σε κάποια δομή υπό την αιγίδα του υπουργείου και λαμβάνουν το μηνιαίο επίδομα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους/τις αιτούντες/σες άσυλο, που τα τελευταία χρόνια είναι σε αναμονή της απόφασης χορήγησης διεθνούς προστασίας: ζουν εντός του αστικού ιστού, φιλοξενούνται σε συγγενείς και φίλους, κάποτε έμεναν σε ανεπίσημες δομές στέγασης και καταλήψεις στέγης, που στη συνέχεια εκκενώθηκαν από την πολιτεία, και σήμερα στο μέτρο των δυνατοτήτων τους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της καθημερινής ζωής και ιδιαίτερα αυτές της στέγασης και της εργασίας.

Δημιουργούνται επιπρόσθετα προβλήματα σε όσα παιδιά αιτούντων/αιτουσών άσυλο φοιτούν ήδη στα σχολεία των γειτονιών της Αθήνας, σε όσους και όσες παρακολουθούνται ιατρικά ανά τακτά χρονικά διαστήματα για θέματα υγείας αλλά και σε εκείνο το κομμάτι του προσφυγικού πληθυσμού που έχει βρει περιστασιακή ή ακόμη και μόνιμη απασχόληση στην ακτίνα του τόπου κατοικίας του. Το επιχείρημα ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν χρειάζονται το οικονομικό βοήθημα γιατί «τα έχουν καταφέρει» είναι προφανώς σαθρό και εξόφθαλμα αβάσιμο. Το ότι κάποιος/α έχει κατορθώσει να βρει καλύτερη λύση από το να μένει σε camp δεν σημαίνει ότι βρήκε τον δρόμο του/της, ότι ορθοπόδησε και ότι τα ενενήντα (ή εκατόν πενήντα αναλόγως την περίπτωση) ευρώ μηνιαίως του/της είναι περιττά. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους πρόκειται για ανθρώπους που φιλοξενούνται σε ομοεθνείς τους ή συμβιώνουν με ομοεθνείς σε διαμερίσματα, ελπίζοντας ότι θα είναι σε θέση μετά από καιρό να νοικιάσουν το δικό τους σπίτι.

Το γεγονός ότι οι άνθρωποι επιλέγουν να φτιάξουν τη ζωή τους εντός του αστικού ιστού ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να ζουν αόρατοι σε καταυλισμούς και camps, σημαίνει ότι οι ίδιοι εκδηλώνουν μια αυτενεργό (ατομική και συλλογική) δράση με αποτέλεσμα και τη διάχυσή τους μέσα στην πόλη. Επειδή οι ίδιοι δεν υιοθετούν την ταυτότητα του ευάλωτου, που θα οδηγούσε σε μια παθητική στάση απέναντι στην πραγματικότητα, αναπτύσσουν εκεί όπου ζουν πρακτικές και στρατηγικές σε διάδραση με την τοπική κοινωνία.

Οι καθημερινές αυτές πρακτικές και δράσεις εμπεριέχουν τη διάσταση της διεκδίκησης του δικού τους χώρου σε εξισορρόπηση των κινδύνων από τη χωρική και κοινωνική τους περιθωριοποίηση. Η ελάχιστη χρηματική υποστήριξη που λαμβάνουν τους ωθεί να σχεδιάζουν τρόπους και να βρίσκουν λύσεις, χαράζοντας τις στρατηγικές τους σε μια κατεύθυνση ουσιαστικής αυτοδυναμίας.

Οφείλουμε να λάβουμε υπόψη ότι οι ανεπάρκειες του συστήματος υποδοχής, τα κενά και οι δυσλειτουργίες που προκύπτουν από εκούσια ή ακούσια λανθασμένες και προβληματικές πολιτικές συνθέτουν την «προσφυγική κρίση» στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έλλειψης ουσιαστικής υποστήριξης, οι πρόσφυγες/μετανάστες και αιτούντες/σες άσυλο μπορούν να χτίσουν τη ζωή τους μόνο ως δρώντα και δημιουργικά υποκείμενα. Αλλωστε η καθημερινή ζωή μέσα στο αστικό περιβάλλον δίνει σε πρόσφυγες/μετανάστες ευκαιρίες για να διεκδικήσουν την παρουσία-ορατότητά τους και να εδραιώσουν την αίσθηση του ανήκειν στο κοινωνικό πεδίο που συνιστούν οι γειτονιές.

Είναι πασιφανές ότι η ρύθμιση αυτή αποτελεί έναν επιπλέον μηχανισμό άσκησης αντιμεταναστευτικής πολιτικής που στην ουσία υπονομεύει (φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να τις ακυρώνει) την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων και τις προσπάθειες που έχουν κάνει για την καθημερινή τους ένταξη. Από τους αρμόδιους φορείς επιδιώκεται περαιτέρω έλεγχος των αιτούντων και αιτουσών άσυλο.

Είναι τουλάχιστον οξύμωρο να απαιτείται από τους/τις αιτούντες/σες άσυλο η υπαγωγή τους σε δομές εκτός του αστικού ιστού (γιατί στην πράξη οι άνθρωποι αυτοί θα τοποθετηθούν σε camps) και από την άλλη να ευαγγελίζεται το υπουργείο ότι στοχεύει στην κοινωνική τους ένταξη. Παρά τον προσχηματικό ανθρωπιστικό χαρακτήρα της ρύθμισης (γίνεται λόγος για άτομα που δεν έχουν τους απαραίτητους πόρους να καλύψουν τις βασικές ανάγκες επιβίωσης) για ακόμα μία φορά είναι καθαρή η στόχευση: επιτήρηση-κοινωνικός έλεγχος των αιτούντων και αιτουσών άσυλο ακόμη και μέσω της δημιουργίας ενός ασφυκτικού για τα ίδια τα υποκείμενα οικονομικού περιβάλλοντος με την κατάργηση του οικονομικού βοηθήματος.

Συνοψίζοντας, η λογική που διέπει τη συγκεκριμένη ρύθμιση είναι ότι οι αιτούντες/ούσες άσυλο χρήζουν προστασίας υπό τον όρο της παραδοχής της ευαλωτότητάς τους, ενθαρρύνεται η εξάρτηση των ανθρώπων από την ανθρωπιστική διακυβέρνηση και ακρωτηριάζεται η διάθεση αυτονόμησής τους.

[1] https://migration.gov.gr/katarghsh-oikonomikou-voithimatos-se-aitoyntes-poy-de-stegazontai-se-domes-toy-ypoyrgeioy/
[2] UNHCR Diagnostic Tool for Alternatives to Camps 2017 Global Results https://www.unhcr.org/59b2a6f07 

efsyn


*Κοινωνικός ερευνητής – υποψήφιος διδάκτωρ Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

independentnews

...