, Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΑΛΛΑΓΩΝ, INDEPENDENTNEWS

Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Γάλλου οικονομολόγου Robert Boyer «Οι καπιταλισμοί στη δίνη της πανδημίας» (μετάφραση: Αγγελος Μουταφίδης, Πόλις 2021). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης του Ρομπέρ Μπουαγιέ, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Le Monde».


 Προκειμένου να χαρακτηρίσουν την κρίση που περνάμε, οι οικονομολόγοι ταλαντεύονται ανάμεσα στις εκδοχές: «πρωτόγνωρη κρίση», «η πιο βαριά ύφεση μετά το 1929» ή και «τρίτη κρίση του αιώνα» (έπειτα από εκείνες του 2008 και του ευρώ το 2010). Ποια είναι η δική σας άποψη;

Δεν μπορούμε να κολλάμε λέξεις κληρονομημένες από προηγούμενες κρίσεις σε μια νέα πραγματικότητα. Περισσότερο από λάθος αυτό θα ήταν ολίσθημα, επειδή θα σήμαινε ότι ελπίζουμε να εφαρμόσουμε γνωστές θεραπείες, οι οποίες όμως θα είναι αναποτελεσματικές. Δεν πρόκειται για μιαν ύφεση, αλλά για μιαν απόφαση που πήραν οι πολιτικές αρχές να αναστείλουν κάθε οικονομική δραστηριότητα, που δεν είναι αναγκαία στην πάλη εναντίον της πανδημίας και στην καθημερινή ζωή. Η επιμονή ενός οικονομικού λεξιλογίου να περιγράψει μια πολιτική πραγματικότητα είναι εντυπωσιακή. Αυτή η απότομη και σκόπιμη αναστολή της παραγωγής προκαλεί τέτοιες αλλαγές –καθώς μάλιστα θα διαρκέσει πολύ– οικονομικές αλλά και θεσμικές, πολιτικές, κοινωνιολογικές, ψυχολογικές, ώστε είναι αδύνατον όλα να «επανέλθουν» όπως πριν. Η καταστροφή κεφαλαίου και εισοδημάτων είναι ήδη κολοσσιαία. Θα πρέπει επομένως να περιμένουμε μια διαρκή πτώση του μέσου βιοτικού επιπέδου. Η οικονομική στρατηγική που καθοδηγείται από την ιδέα ότι πρόκειται για μιαν ύφεση –και ότι επομένως αρκεί να διασώσουμε ό,τι απομένει από την οικονομία κι έπειτα να βάλουμε ξανά σε κίνηση την οικονομική δραστηριότητα, για να επανέλθουμε στην πρότερη κατάσταση– προορίζεται να αποτύχει. Το έτος 2020 θα μπορούσε να μείνει στην ιστορία όχι μόνον ως το έτος ενός οικονομικού σοκ, εξαιτίας των κολοσσιαίων απωλειών του ΑΕΠ και της φτωχοποίησης σημαντικών τομέων της κοινωνίας, αλλά και ως η περίοδος κατά την οποία κοινωνικοοικονομικά καθεστώτα, ανίκανα να εξασφαλίσουν τους όρους αναπαραγωγής τους, άγγιξαν τα όριά τους. Δεν θα υπάρξει «έξοδος από την κρίση» παρά μόνον όταν ο δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας, που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, θα έχει προχωρήσει αρκετά.

 Ενας μετασχηματισμός προς μιαν οικονομία που θα σέβεται περισσότερο το περιβάλλον και θα χαρακτηρίζεται από λιγότερες ανισότητες;

Δυστυχώς όχι! Δεν προτίθεμαι να συμμετάσχω στο διαγωνιστικό παιχνίδι της «κατοπινής μέρας», όπου κάθε ειδικός υποδεικνύει το ένα ή το άλλο ελάττωμα του συστήματος και προτείνει τη διόρθωσή του: λιγότερες ανισότητες με την αύξηση της φορολογίας και των δημόσιων δαπανών, περισσότερη οικολογία με μια συνεκτική στρατηγική προστασίας του κλίματος και της βιοποικιλότητας, περισσότερη ανανέωση χάρη στη «δημιουργική καταστροφή» ξεπερασμένων δραστηριοτήτων, περισσότερη ανταγωνιστικότητα με τη μείωση της φορολόγησης της παραγωγής κ.ο.κ. Σε αντίθεση με τον μύθο ενός «άγραφου χαρτιού», που υποτίθεται ότι θα δημιουργούνταν από μια «πρωτόγνωρη» κατάσταση, αυτή η ανασύνθεση συντελείται ήδη. Η πανδημία δεν έκανε κάτι άλλο από το να την ενισχύσει.

● Τότε για ποιον μετασχηματισμό πρόκειται;

Το «πάγωμα» της οικονομίας επιτάχυνε τη διαρροή αξίας από βιομηχανίες που παρακμάζουν προς την οικονομία της πλατφόρμας που αναπτύσσεται ραγδαία. Για να δώσουμε μιαν εικόνα: επιτάχυνε τη μετάβαση από τον μηχανικό της αεροναυπηγικής βιομηχανίας στον υπάλληλο της Amazon που παραδίδει κατ’ οίκον εμπορεύματα. Η οικονομία της πλατφόρμας όμως προσφέρει μια πολύ ισχνή προστιθέμενη αξία, ένα μέτριο επίπεδο ειδίκευσης στην πλειονότητα όσων εργάζονται σε αυτήν και γεννάει πολύ αδύναμα κέρδη παραγωγικότητας. Επί πολύ καιρό θεωρούσα ότι αυτά τα χαρακτηριστικά θα οδηγούσαν σε μια δομική κρίση του καπιταλισμού, αλλά σήμερα αναγνωρίζω ότι έκανα λάθος. Οι πρωταγωνιστές αυτής της οικονομίας της πλατφόρμας, οι GAFA (Google, Apple, Facebook, Amazon), πολύ περισσότερο από όσο οι «πράσινες» επενδύσεις, συγκεντρώνουν τα εισοδήματα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, διασώζοντάς τον έτσι από τα προηγούμενα σφάλματά του, που τον είχαν οδηγήσει στο κραχ των εταιρειών της ψηφιακής τεχνολογίας το 2000 και στην κρίση του 2008. Ενώ οι οικολόγοι απαγορεύουν τα έλατα των Χριστουγέννων, οι GAFA επενδύουν στο μέλλον. Με δυο λόγια, ο καπιταλισμός δεν είναι διόλου σε κρίση και βγαίνει μάλιστα σημαντικά ενισχυμένος από αυτή την πανδημία.

Ωστόσο, η οικονομία της πλατφόρμας αυξάνει τις οικονομικές ανισότητες. Οι καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις, οι παραδοσιακές βιομηχανίες και υπηρεσίες θα υποφέρουν πολύ. Οι πλατφόρμες προσφέρουν μέτριες αμοιβές –με εξαίρεση λίγους μισθωτούς και βέβαια τους μετόχους τους– σε όσους εργάζονται γι’ αυτές. Οι GAFA δεν ενδιαφέρονται ούτε για την παραγωγή ούτε για τη βελτίωση της ειδίκευσης.

Δρουν σαν αρπακτικά στην αγορά των προσόντων σε υπερεθνική κλίμακα. Η πανδημία, ο εγκλεισμός και τα μέτρα «υποστήριξης» της οικονομίας δεν είχαν άλλο αποτέλεσμα από το να ενισχύσουν αυτά τα φαινόμενα: αύξηση της υποαπασχόλησης, απώλεια εισοδημάτων για τους λιγότερο ειδικευμένους, διεύρυνση του ψηφιακού χάσματος τόσο μεταξύ των επιχειρήσεων όσο και μεταξύ των ατόμων, ανισότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση. Οι «χαμένοι» αυτής της οικονομίας –και είναι πολλοί– ωθήθηκαν έτσι να στραφούν προς τα κράτη, τα μόνα ικανά να τους προστατέψουν από την εξαθλίωση και την υποβάθμιση απέναντι στην ισχύ των υπερεθνικών εταιρειών· τα κράτη τα οποία ανέκτησαν τις ρυθμιστικές λειτουργίες τους χάρη στη «μαγεία» της πανδημίας.

Η ισχύς των GAFA παράγει επομένως το διαλεκτικό της αντιστάθμισμα: την άνοδο διάφορων κρατικών καπιταλισμών, έτοιμων να υπερασπιστούν τα προνόμιά τους –και τις επιχειρήσεις τους– πίσω από τα σύνορά τους. Το πιο ολοκληρωμένο υπόδειγμα αυτών των κρατικών καπιταλισμών είναι η Κίνα.

Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα σε αυτές τις δυο μορφές καπιταλισμού είναι ένας παράγοντας αποσταθεροποίησης των διεθνών σχέσεων, όπως το καταδεικνύει η αντιπαλότητα ανάμεσα στην Κίνα και στις ΗΠΑ. Η εδραίωση οικονομικών εξουσιών σε πολιτικές εξουσίες –αυτοκρατορικές ή εθνικές– θα μπορούσε να δυναμιτίσει τις προσπάθειες πολυμερούς διαχείρισης των διεθνών σχέσεων – τη στιγμή που η πανδημία κατέδειξε γι’ άλλη μια φορά την αναγκαιότητα μιας παγκόσμιας διαχείρισης, για παράδειγμα, των υγειονομικών ζητημάτων. Η άνοδος των «λαϊκισμών» μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αποτυχία τα σχέδια περιφερειακού συντονισμού, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, προς όφελος μιας διάσπασης σε κυρίαρχα κράτη που θέλουν να «ανακτήσουν τον έλεγχο», όπως δηλώνει ο Μπόρις Τζόνσον.

Θα είχαμε έτσι την «επιλογή» –αν μου επιτρέπετε την έκφραση– ανάμεσα σε μια ψηφιακή εξουσία ασκούμενη από πολυεθνικές και σε μια ψηφιακή εξουσία ασκούμενη από αντίπαλα κυρίαρχα κράτη. […] Η κρίση του κορονοϊού, αφού μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε την ευαλωτότητα της ανθρώπινης ζωής, θα μπορούσε να αλλάξει τις προτεραιότητές μας.

Γιατί να συσσωρεύουμε κεφάλαιο; Γιατί να καταναλώνουμε όλο και περισσότερο αντικείμενα που ανανεώνονται αδιάκοπα; Σε τι χρησιμεύει μια «τεχνική πρόοδος» που εξαντλεί τους πόρους του πλανήτη; Οπως το πρότεινε ο Κέινς στην «Επιστολή προς τα εγγόνια μας» (1930), γιατί μια κοινωνία στην οποία, αφού θα έχει νικηθεί η φτώχεια, θα γινόταν εφικτή μια ζωή με καλή υγεία, ανοιχτή στην πνευματική καλλιέργεια και στην άνθηση των ταλέντων, δεν θα ήταν ελκυστική και πραγματοποιήσιμη; […]

efsyn.gr