Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης έδωσε ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Δημήτρης Παπαδημούλης, στο διεθνές ειδησεογραφικό website Greek City Times (link συνέντευξης) που φιλοξενεί ειδήσεις από την Ελλάδα και την Κύπρο, τους ανθρώπους, την πολιτική και την οικονομία τους.
Με αφορμή και τη διάκρισή του από το Vote Watch.EU στους 10 Ευρωβουλευτές με τη μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική επιρροή στο Ευρωκοινοβούλιο, ο επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αναφέρθηκε σε μια σειρά από ευρωπαϊκά θέματα που αφορούν άμεσα τη χώρα μας, μεταξύ των οποίων οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι σχέσεις ΕΕ-Ελλάδας-ΗΠΑ μετά και την εκλογή του Τζο Μπάιντεν στην Προεδρία, το επενδυτικό τοπίο στην Ελλάδα, αλλά και η συνεχιζόμενη πανδημία του covid-19 και ο τρόπος αντιμετώπισής της από την Ευρωπαϊκή ηγεσία.

Ακολουθεί η πλήρης συνέντευξη:

Καταρχάς, συγχαρητήρια για τη διάκρισή σας ως ο πιο σημαντικός Έλληνας ευρωβουλευτής και ο ένατος πιο σημαντικός ευρωβουλευτής για το 2020. Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι το προσωπικό σας επίτευγμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και για τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα;

Η διάκρισή μου στους 10 κορυφαίους Ευρωβουλευτές με τη μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική επιρροή, μέσα από τους 705 του Ευρωκοινοβουλίου και από 27 κράτη μέλη είναι μια μεγάλη τιμή και για μένα και για την Ελλάδα. Μεγαλύτερη όμως είναι η ευθύνη. Γιατί είμαι ο μόνος Έλληνας με αυτή τη σημαντική διάκριση, ο μόνος Έλληνας στο Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – εκλεγμένος με ποσοστό πάνω από 60%. H ευθύνη μου μεγαλώνει, καθώς στις εκλογές του 2019, οι Έλληνες πολίτες με ανέδειξαν πρώτο Ευρωβουλευτή σε σταυρούς προτίμησης από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Η τιμητική αυτή ευρωπαϊκή διάκριση, νομίζω ότι οφείλεται τόσο στη δουλειά που έχω κάνει ως Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το 2014 ως σήμερα, αλλά και στη διαρκή προσπάθειά μου να εκπροσωπώ όχι μόνο την πολιτική του κόμματός μου αλλά και τα συμφέροντα της Ελλάδαςσε μια Ευρώπη όπου επικρατούν έντονοι ανταγωνισμοί και ισχυρά συμφέροντα.
Αυτή τη σημαντική διάκριση του 2020, τη θεωρώ και μια δέσμευση ώστε να συνεχίσω να εργάζομαι μαζί με τους συνεργάτες μου, προκειμένου να εκπροσωπώ όσο πιο επάξια μπορώ, πρώτα την Ελλάδα – τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, αλλά και τους 300 χιλιάδες σχεδόν Έλληνες συμπολίτες, που με τίμησαν προσωπικά με την εμπιστοσύνη τους.

 

Στις αρχές του 2020, η Ελλάδα δέχτηκε διεθνή έπαινο για τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά τη διαχείριση του COVID-19. Ωστόσο, μετά το καλοκαίρι μας χτύπησε ένα επιθετικό δεύτερο κύμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επικρίνει τη διαχείριση του δεύτερου κύματος από τη ΝΔ. Κατά την άποψή σας, ποια είναι η αδυναμία των πολιτικών της ΝΔ σε αυτό και πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί;

Η αρχική επιτυχία της χώρας στο πρώτο κύμα της πανδημίας, έδωσε το χρόνο στην κυβέρνηση για να προετοιμαστεί καλύτερα εν όψει του δεύτερου κύματος.
Ωστόσο, απέτυχε παντελώς και φέρει σοβαρή ευθύνη για την μεγάλη επιδείνωση στο δεύτερο κύμα: Για την απαράδεκτη κατάσταση στα μέσα μαζικής μεταφοράς, την απουσία κρατικών ελέγχων στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, την ανεπαρκή ενίσχυση του ΕΣΥ, το πρόχειρο άνοιγμα του τουρισμού, τα δυο μέτρα και σταθμά στην εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, την μικροπολιτική ανοχή της αντικοινωνικής συμπεριφοράς Ιεραρχών που έγινε και θέμα στα διεθνή μέσα, τη σοβαρή καθυστέρηση στη Θεσσαλονίκη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υιοθετεί μια αντιπολίτευση τυμβωρυχίας και κραυγών. Αρνούμαστε να μιμηθούμε την άθλια αντιπολίτευση της ΝΔ για την τραγωδία στο Μάτι, τη Μάνδρα, ακόμη και για την εποχική γρίπη. 
Αλλά όπως η κυβέρνηση έσπευσε να πιστωθεί την αρχική επιτυχία του «Μένουμε Σπίτι», έτσι και τώρα, χρεώνεται την αποτυχία στην αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος.
Εμείς βάλαμε πλάτη από την αρχή. Προτείναμε εξάμηνο εθνικό σχέδιο και Υπουργό Υγείας κοινής αποδοχής. Εισπράξαμε ένα ηχηρό ΟΧΙ. Έφτασε μάλιστα ο Πρωθυπουργός, να ισχυριστεί ότι «η Ελλάδα τα πηγαίνει στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, καλύτερα κι από το πρώτο»! Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ με τεκμηριωμένες προτάσεις ζητούσε πιο γενναία και εμπροσθοβαρή μέτρα για την οικονομία, η ΝΔ έλεγε πως η ύφεση θα είναι το πολύ 4%. Ο κ. Στουρνάρας, μάλιστα, ισχυριζόταν ότι δεν θα έχουμε ύφεση! Τώρα δυστυχώς, η Ελλάδα καταγράφει μια από τις μεγαλύτερες υφέσεις στην Ευρώπη.

 

Η Ελλάδα υποφέρει από οικονομική κρίση εδώ και πάνω από μια δεκαετία και ο COVID-19 σίγουρα δεν βοήθησε την κατάσταση. Επενδύσεις από μεγάλες εταιρείες που εισέρχονται στην Ελλάδα, όπως η Microsoft, η Amazon και η Volkswagen, θα ωφελήσουν την ελληνική οικονομία, και το πιο σημαντικό, τους απλούς πολίτες ή μόνο λίγα άτομα;

Τόσο εγώ, όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είμαστε απολύτως ανοικτοί και θετικοί στις ξένες όσο και στις εγχώριες επενδύσεις και ιδιαίτερα στον τομέα των νέων τεχνολογιών. Γιατί η Ελλάδα έχει περάσει μια χρεωκοπία και μια δεκαετία σκληρών μνημονιακών μέτρων που έχουν προκαλέσει μεγάλη ύφεση και αποεπένδυση.
Για να μπορέσουμε να προσελκύσουμε επενδύσεις που να είναι ωφέλιμες όχι μόνο για τους επενδυτές αλλά και για τη χώρα μας, δημιουργώντας απασχόληση, περισσότερο πλούτο και δίνοντας φορολογικά έσοδα στο κράτος, χρειάζεται σχέδιο και σοβαρές αλλαγές στη χώρα. Να βελτιώσουμε το επενδυτικό περιβάλλον – που σημαίνει ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, να θεσπιστούν σύγχρονοι κανόνες και περιορισμός της γραφειοκρατίας, ψηφιοποίηση της διοίκησης, περιορισμός του πελατειακού κράτους και της διαφθοράς, να υπάρξουν σαφή κίνητρα φορολογικά, διοικητικά, αναπτυξιακά.
Οι συγκεκριμένες επενδύσεις στις οποίες αναφέρεστε, θα κριθούν από το αποτέλεσμα που θα έχουν, όταν και εάν υλοποιηθούν.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση, από τα στοιχεία που μέχρι στιγμής γνωρίζω, ότι οι προσδοκίες που καλλιεργούνται για τις συγκεκριμένες επενδύσεις, είναι πολύ μεγαλύτερες από το πραγματικό τους μέγεθος. Για παράδειγμα, στον τομέα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ο περίφημος Γερμανός επενδυτής αποδείχθηκε ότι ήταν μια start – up εταιρία Αλβανο-Βορειομακεδόνων επενδυτών, όχι και τόσο μεγάλη ούτε και τόσο επιτυχημένη, αφού ιδρύθηκε μόλις το 2015 και τα επόμενα λίγα χρόνια πτώχευσε. Εν πάσει περιπτώσει, καλοδεχούμενες οι ξένες επενδύσεις, αλλά στον συγκεκριμένο τομέα θέλουμε αποτελέσματα και όχι απλώς λόγια που συχνά μένουν λόγια.

Παράλληλα με την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο COVID-19, διαδραματίζεται και μια ταραχώδης περίοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Φαίνεται ότι υπάρχει ευρεία υποστήριξη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας για τις συνεχείς προκλήσεις εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου. Ποια είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας και γιατί πιστεύετε ότι υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με τις κυρώσεις αυτές;

 

Το Ευρωκοινοβούλιο με μια συντριπτική πλειοψηφία – 631 ψήφους υπέρ, μόλις 3 κατά και 59 αποχές, ζήτησε από τη Σύνοδο Κορυφής και τις κυβερνήσεις, την επιβολή αυστηρών κυρώσεων για να χαλιναγωγηθεί η επιθετικότητα του Ερντογάν. Δυστυχώς, τις κυρώσεις αυτές αρνήθηκε να τις επιβάλλει η Σύνοδος Κορυφής, τρεις συνεχόμενες φορές. Τον Ιούνιο, τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 2020. Παρά το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε υποσχεθεί, δια του εκπροσώπου του, «κυρώσεις που θα δαγκώνουν». Καταλαβαίνω γιατί ο Ερντογάν πανηγυρίζει για τη στάση της Συνόδου Κορυφής, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί δηλώνει ικανοποιημένος ο Έλληνας πρωθυπουργός.

Ο λόγος αυτής της κραυγαλέας αντίθεσης ανάμεσα σε αυτά που ζητά το Ευρωκοινοβούλιο και αυτά που δεν κάνει το Συμβούλιο και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, περιγράφεται με μια και μόνο φράση: κυνικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες είναι άμεσα εκτεθειμένες στην Τουρκία με ποσά άνω των 100 δις δολαρίων. Υπάρχουν επίσης πανάκριβες συμφωνίες εξαγωγών όπλων προς την Τουρκία από πολλά ευρωπαϊκά κράτη – με πρώτη τη Γερμανία, και ισχυρή παρουσία πολλών πολυεθνικών εταιριών στην τουρκική οικονομία. Υπάρχει επίσης και η στρόφιγγα του προσφυγικού-μεταναστευτικού που κρατά στα χέρια του ο Ερντογάν και με την οποία απειλεί εκβιάζοντας την ηγεσία της ΕΕ.

Τώρα, ο Τούρκος πρόεδρος ισχυρίζεται ότι επιθυμεί έναν διάλογο με θετική ατζέντα τόσο μεταξύ ΕΕ-Τουρκίας όσο και μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι αυτός ο διάλογος δεν είναι εύκολα δυνατόν να αποδώσει θετικούς καρπούς. Αυτό είναι προφανές, από το γεγονός ότι ο Ερντογάν συνέχισε την επιθετική του τακτική παρά τις προηγούμενες προειδοποιήσεις της ΕΕ και αποδεικνύει ότι μόνο οι κυρώσεις ή έστω η απειλή κυρώσεων, θα μπορούσαν να τον αποτρέψουν από το να κλιμακώσει περαιτέρω την ένταση. Κυρώσεις σε ενεργειακά ζητήματα, στο εμπόριο, κυρώσεις κατά συγκεκριμένων προσώπων, εταιρειών και τραπεζών, ακόμη και ένα εμπάργκο όπλων,  θα έστελναν σαφές μήνυμα ότι η ΕΕ έχει την αποφασιστικότητα να προστατεύσει την ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο και την ασφάλεια των κρατών μελών της, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.

 

Ο Joe Biden είναι Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και αναπόφευκτα θα υπάρξει αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον. Τι περιμένει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τον νέο Αμερικανό πρόεδρο; Θα υπάρξει αλλαγή στην ευρωπαϊκή διπλωματία;

Οι δυσάρεστες εξελίξεις στις ΗΠΑ όπου οι οπαδοί του απερχόμενου Ντόλαντ Τραμπ έκαναν κατάληψη στο Καπιτώλιο, δείχνουν πόσο ανεύθυνος και επικίνδυνος είναι για την Δημοκρατία. Για αυτόν κατ’ αρχην και μόνο τον λόγο, η νίκη του Τζο Μπάιντεν είναι σημαντική για την δημοκρατία και αποτελεί θετική εξέλιξη.

Θα πρέπει φυσικά, να περιμένουμε από τον Τζο Μπάιντεν έμπρακτα δείγματα γραφής. Για παράδειγμα: Θα εισέλθουν ξανά οι ΗΠΑ στη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα; Αντί για τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, θα ενισχυθεί η συνεργασία των ΗΠΑ στο πλαίσιο του Παγκόσμιο Οργανισμού Εμπορίου; Θα ενώσει δυνάμεις με την Ευρώπη για την αντιμετώπιση της πανδημίας μέσα από την ενίσχυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας; Στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στο Παλαιστινιακό, θα σταματήσει να στηρίζει εμπρηστικές πολιτικές όπως έκανε ο Τραμπ, και θα επανέλθει στη λογική επίλυσης του;

Αναφορικά δε, για τις σχέσεις ΗΠΑ – ΕΕ, η ευρω-ατλαντική συνεργασία κι η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να έχει καλύτερη συνεργασία με τον Μπάιντεν θα πρέπει να εγγραφεί ως μια προσπάθεια ενίσχυσης της πολυπολικής, διεθνούς συνεργασίαςΛόγω των μετεκλογικών εμμονών του Τραμπ, μπορεί οι ΗΠΑ να παραμείνουν διχασμένες πιθανά για αρκετό καιρό.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μεν τις δικές της διεθνείς προτεραιότητες, ωστόσο πρέπει να επιδιώξει να είναι εταίρος και με τις ΗΠΑ μέσω μιας παγκόσμιας, αμοιβαίας και πολλαπλά επωφελούς  συνεργασίας με όλους.

 

Είναι η εμβάθυνση των στρατιωτικών σχέσεων της Ελλάδας με τις ΗΠΑ κάτι που πρέπει να αντιμετωπίζεται θετικά ή να προκαλεί ανησυχία;

Όσον αφορά τον αντίκτυπο που θα έχει η εκλογή Μπάιντεν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναμένουμε να δούμε το εάν θα υπάρξει στην πράξη μια σημαντική στροφή από το δόγμα «ο φίλος μου ο Ερντογάν» που είχε υιοθετήσει ο Τραμπ και το οποίο είχε δώσει μεγάλο αέρα στα πανιά του Ερντογάν για να κάνει όλες αυτές τις μονομερείς, προκλητικές και επιθετικές ενέργειες. Παράλληλα, πρέπει να εργαστούμε εντατικά για να χτίσουμε συμμαχίες και για να σταματήσει αυτή η ανοχή απέναντι στην επιθετικότητα και την προκλητικότητα Ερντογάν.
Ως χώρα, οφείλουμε να έχουμε καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Το συμφέρον της χώρας μας είναι να επιδιώκει σχέσεις με όλους τους μεγάλους του κόσμου, καθιστώντας την Ελλάδα παρούσα και ενεργή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι που θέλει καλές σχέσεις με τους Αμερικάνους αλλά την ίδια ώρα επιδιώκει κινεζικές επενδύσεις και συνεργασία με την Ρωσία στα θέματα της ενέργειας.

 

Παρά την πανδημία COVID-19, το 2020 στην ελληνική διπλωματία είδαμε ότι οι σχέσεις με τη Μόσχα παραμένουν ενεργές, η Τάσια Αθανασίου ανατέθηκε ως Ειδικός Απεσταλμένος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας για τη Συρία, μια ρήτρα άμυνας υπεγράφη με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και βελτίωσε τις σχέσεις με την Αίγυπτο και την Ινδία. Αυτές είναι όλες χώρες εκτός ΕΕ και ΝΑΤΟ. Πώς βλέπει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτές τις εξελίξεις στις σχέσεις, ιδίως όσον αφορά τη Ρωσία, τη Συρία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα; Κινείται η ΝΔ προς τη σωστή κατεύθυνση όσον αφορά την ενίσχυση των σχέσεων της Ελλάδας με χώρες εκτός ΕΕ και ΝΑΤΟ;

Τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, σε όλα τα μεγάλα θέματα εξωτερικής πολιτικής, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκαταλείποντας την προεκλογική της ρητορική και δημαγωγία και πραγματοποιώντας ουσιαστικά στροφή 180 μοιρών, αναγκάζεται να συνεχίσει τις βασικές επιλογές της εξωτερικής πολιτικής που ακολούθησε η κυβέρνηση Τσίπρα. Όχι μόνο στις σχέσεις με τον Αραβικό κόσμο στις οποίες αναφέρεστε, ή σχέσεις με την Αίγυπτο και την Ινδία, αλλά και στη σημαντική Συμφωνία των Πρεσπών με τη Βόρεια Μακεδονία, η οποία ήταν ωφέλιμη για την Ελλάδα, περιόρισε και εμπόδισε τα σχέδια του Ερντογάν. Η ΝΔ, που κατηγόρησε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για μια δήθεν προδοσία, τώρα δηλώνει ότι θα τιμήσει και θα υλοποιήσει αυτή τη συμφωνία. Το ίδιο πράττει και στα θέματα της συμφωνίας με την Ιταλία, της επέκτασης των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια στα δυτικά μας θαλάσσια σύνορα στο Ιόνιο.
Στις διερευνητικές συνομιλίες με την Τουρκία, ζητάμε εδώ και μήνες τη χάραξη εθνικής γραμμής για τα θέματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και με σταθερό γνώμονα τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, να επιδιώξουμε τη συνυπογραφή ενός συνυποσχετικού για προσφυγή στη Χάγη.
Βρίσκω λανθασμένη και ακατανόητη την άρνηση του Πρωθυπουργού να αποδεχθεί τη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών για την εξωτερική μας πολιτική. Κρατώ μικρό καλάθι για την επανέναρξη των ελληνοτουρκικών διερευνητικών συνομιλιών, καθώς η επιθετικότητα του Ερντογάν και η ρητορική του μας υποχρεώνουν να είμαστε επιφυλακτικοί. Σε αυτά τα θέματα η κυβέρνηση θα έπρεπε να αφήσει κατά μέρος τη μονοκομματική αλαζονεία και δήθεν αυτάρκεια και να επιδιώξει τη χάραξη μια σταθερής κοινής γραμμής και στρατηγικής με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση.

 

Για το 2021, ποιοι είναι οι στόχοι σας, τόσο προσωπικά ως Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και με το ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο;

Οι βασικοί στόχοι μου για το 2021 είναι τρεις:
Να συνεχίσω την προσπάθεια για την ενίσχυση της εικόνας και του κύρους της Ελλάδας και να υπερασπίζομαι τα συμφέροντα της χώρας μας και του Ευρωπαϊκού Νότου μέσα στην ΕΕ καθώς η πανδημία και η ύφεση απειλούν την Ελλάδα με μια νέα κρίση χρέους και με ένα γύρο νέας σκληρής λιτότητας.

Να κάνω νέα βήματα με μια πρωτοβουλία που έχω ξεκινήσει εδώ και χρόνια με την αποκαλούμενη «Προοδευτική Συμμαχία» στο Ευρωκοινοβούλιο – μία προσπάθεια διαλόγου και κοινής δράσης με ευρωβουλευτές από τρεις πολιτικές ομάδες, Αριστερά, Πράσινους και Σοσιαλδημοκράτες.
Και τέλος, να γίνουν ακόμη πιο τολμηρά βήματα για την προώθηση της ισότητας των φύλων και της καταπολέμησης των διακρίσεων μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου ως Αντιπρόεδρος έχω την αρμοδιότητα και προεδρεύω της σχετικής Ομάδας Υψηλού Επιπέδου (high Level Group) για την Ισότητα και τη Διαφορετικότητα.