Η μέρα που έφυγε, ένας άσιμος,κροκάνθρωπος, μπαγάσας κι άφησε πίσω τις αγορές και τα παζάρια..

Posted on March 18, 2021, 5:00 pm
4 secs

«Ονομάζομαι Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το «Άσιμος» με γιώτα. Ουχί Ασίμος ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμοφ. Τώρα θα μου πεις, γιατί το «Άσιμος» με γιώτα. Γιατί όταν λέμε «ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής. . .», η λέξη «άσημος» παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη «τραγουδιστής» και γράφεται με ήτα. Ενώ το «Άσιμος» είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί ο επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου». «Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα ‘μαι πια εγώ. Θα ‘ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τη χρησιμοποιούν μετά το θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν. Όσο υπήρχα με φοβόσουν. Όσο υπήρχα δε με άντεχες. Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα. Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ. Είναι καλύτερο ν’ αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με τη φάτσα μου επάνω τυπωμένη. Κι ας σου φαίνεται γελοίο. Κι ας μου φαινόταν γελοίο». «Όταν πλακώσει ο θάνατος αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία. Το καλό με μένα αλλά και το ζόρι είναι που ξέρω συνειδητά το θάνατό μου και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής μπορώ να καταγράφω και το θάνατο. Ενώ οι πιο πολλοί, που καταγράφουν τη ζωή στο θάνατό της, δεν το ξέρουν και τον νομίζουν αυτό ζωή»

 

Aφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια.

Θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λιβάδια,

για δεν υπήρξα κατεργάρης

και τη χρειάζομαι τη χάρη σου μωρέ…

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την ημέρα που ο Νικόλας Άσιμος, ο «Άγιος των Εξαρχείων», αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του, με ένα σχοινί κρεμάλας περασμένο από σωλήνα ύδρευσης στο μαγαζί του, στην οδό Καλλιδρομίου 55, και ένα συγκινητικό σημείωμα που έλεγε «μη θελήσετε να με κρίνετε, ούτε να στεναχωρηθείτε. Έπρεπε να βάλω ένα τέρμα, είναι καλύτερα για όλους σας. Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα, ή καλύτερα κάψτε με και σκορπίστε με. Ξέρω ότι η ταφή ή το κάψιμο κοστίζει, θα κόστιζε όμως παραπάνω αν συνέχισα να ζω». Τα ξημερώματα της Πέμπτης, 17 Μαρτίου 1988, ο ασυμβίβαστος, τροβαδούρος «έφυγε μαζί με την ευαισθησία», όπως έγραψε πολύ εύστοχα μια εφημερίδα της εποχής…

Ο Νικόλας ζήτησε από άπαντες να τον ξεχάσουν μετά το τέλος του, να τον αφήσουν να αναπαυθεί και να λυτρωθεί από μια ζωή που έγινε στα στερνά της τόσο βαριά, όμως κανένας δεν άντεξε να ικανοποιήσει την τελευταία του επιθυμία και το έργο του αναδείχθηκε μετά θάνατον, τόσο από «επώνυμους» σαν τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, όσο κυρίως από τους χιλιάδες ανώνυμους που γνώρισαν τον Άσιμο νεαρό στην Κοζάνη και την Θεσσαλονίκη, έξω από το Πολυτεχνείο, στον Λόφο του Στρέφη και στα Εξάρχεια, που κάπνισαν μαζί του ένα τσιγάρο στην υπόγα της Αραχώβης ή τον συνάντησαν στα τέλη των ’70s στο «Σούσουρο» στην Πλάκα, που τον άκουσαν να μιλάει για την παράξενη αλλά τόσο ειλικρινή αγάπη του για την Λίλιαν και το παιδί τους.

Ενας  ξεχωριστό άνθρωπο που αυτοκτόνησε σαν σήμερα, το 1988, κυνηγημένος αλύπητα μέχρι την τελευταία στιγμή από το Σύστημα που περιφρόνησε και εκείνο δεν τον συγχώρεσε ποτέ, πριν κλείσει τα 39 του χρόνια.

Ο Νικόλας Άσιμος έγινε ο πρώτος «Άγιος των Εξαρχείων», για να τον ακολουθήσουν ο Παύλος Σιδηρόπουλος και η Κατερίνα Γώγου.

 Πήρε τον ζηλευτό τίτλο στη μοναδική γειτονιά της Αθήνας που δεν αρκεί η αξία σου ως καλλιτέχνης για να σου απονεμηθεί, αλλά χρειάζεται παράλληλα μια διαφορετική στάση ζωής σε σχέση με τους «συναδέλφους» σου, μια περιφρόνηση για τα υλικά αγαθά και την Εξουσία, ένας εναλλακτικού τύπου ρομαντισμός και κάποια σύνδεση με το «περιθώριο».

Ο Νίκος Ασημόπουλος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 20 Αυγούστου του 1949, γιος του εμπόρου Λάζαρου και της Μαρίκας Πινελίδη. Μεγάλωσε στην Κοζάνη και στα νεανικά του χρόνια αγαπούσε πολύ το ποδόσφαιρο, ενώ υπήρξε και αθλητής στίβου.

Το 1967, επί Δικτατορίας, ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, όπου υπέγραψε για πρώτη φορά κείμενό του με το ψευδώνυμο Άσιμος… Παρακολούθησε μαθήματα σε θεατρική σχολή χωρίς να αποφοιτήσει, αγόρασε την πρώτη του κιθάρα την οποία έμαθε να παίζει μόνος του και κυνηγήθηκε από την Αστυνομία για την αντιδικτατορική του δράση.

Το δίκιο μας εμπρός να βγάλουμε στους δρόμους/Μπουρλότο και φωτιά σε κράτος κι αστυνόμους/Τον ξέρουμε καλά της γης μας τον αφέντη/Μας έμαθε πολλά το αίμα του Νοέμβρη…

...