Ήταν θέμα χρόνου να εκδηλωθούν οι αποκλίνουσες στρατηγικές που υπήρχαν μέσα στη ΝΔ και για αρκετό καιρό είχαν παραμεριστεί, ώστε, να οικοδομηθεί το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο με τα υλικά της πατριδοκαπηλείας και του κίβδηλου πατριωτισμού. Όλοι θυμόμαστε πώς όλες οι “φυλές” της  ΝΔ ανέβηκαν στο άρμα του ξέφρενου εθνικισμού και κατάφεραν να αναρριχηθούν στην εξουσία, με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών. Πώς,  όλοι μαζί,  χέρι-χέρι με τους φασίστες στα συλλαλητήρια και με την ανοχή τους στην  επίθεση στο ελληνικό “Καπιτώλιο”, έβλαψαν εξίσου και αδιαιρέτως τη χώρα, υποκινώντας τη μισαλλοδοξία και τον φανατισμό.  Προπηλακίζοντας και επιτιθέμενοι σε σπίτια βουλευτών, φτάνοντας στο σημείο να εξυβρίζουν ως “προδότες” τους πολιτικούς αντιπάλους τους μέσα στη Βουλή.
Όσο ο κ. Μητσοτάκης είχε την “πολυτέλεια” έξωθεν να αναβάλλει αποφάσεις, να μην αποκαλύπτει την πολιτική του και να λουφάζει πίσω από τις αντιθέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και χώρες της Ε.Ε., κρύβονταν και οι αντιθέσεις που σοβούσαν στο εσωτερικό της ΝΔ. Πίσω από την επιφάνεια μιας επίπλαστης ενότητας, δεν διακρίνονταν το ραγισμένο  γυαλί μιας   πολιτικής συνύπαρξης πάσης φύσεως βαρονειών  και καπετανάτων της Δεξιάς, που είχε τα χαρακτηριστικά της λυκοφιλίας.
Με την έναρξη όμως των διερευνητικών συνομιλιών Ελλάδας-Τουρκίας, για τις οποίες πίεζαν όλοι οι διεθνείς παράγοντες, οι δύο γραμμές στο κυβερνών κόμμα εκδηλώθηκαν.
Ο κ. Σαμαράς παραδοσιακός εκφραστής της ακραίας εθνικιστικής πτέρυγας της ΝΔ, εξέφρασε ρητά τις αντιρρήσεις του με τη συνέντευξή του στην Καθημερινή. Επεξέτεινε, μάλιστα, την αντίθεσή του και στις συμφωνίες με τη Βόρεια Μακεδονία και έτσι έγινε κατανοητός ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση δεν τις έχει φέρει σκόμη στη Βουλή για έγκριση.
Ανεξαρτήτως των επιδιώξεων του κ. Σαμαρά και της αναβίωσης μιας νέας διαμάχης με έναν ακόμη Μητσοτάκη,  η χώρα πρέπει επειγόντως να αποκτήσει συνεκτική και αποτελεσματική στρατηγική στα Ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό. Εγκαταλείποντας τη στάση του “δεδομένου συμμάχου” που πληρώνει κάθε τόσο μέσω των υπερεξοπλισμών (σήμερα τα Rafal, αύριο οι φρεγάτες και τα F35) λύτρα γαι την εξασφάλιση κάποιων άνευ σημασίας διακηρύξεων και ψευτοαπειλών για κυρώσεις στην Τουρκία.
Για να συμβεί αυτό,  πρέπει η εξωτερική μας πολιτική  να απεγκλωβιστεί από τη διπλή λαβή που έχουν επιβάλλει η στρατηγική της ακινησίας και ο διάχυτος στο πολιτικό σύστημα  μαξιμαλισμός περί αδιαμφισβήτητων  κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας  στην Ανατολική Μεσόγειο. Που χωρίς να έχουν περιβληθεί τον κανόνα του Διεθνούς Δικαίου μέσω διμερών ή πολυμερών συμφωνιών, παρουσιάζονται στον ελληνικό λαό ως νομίμως υποστατές, ισχύουσες και απαραβίαστες. Ενώ, δεν είναι τίποτα άλλο από θεμιτές στο μεγαλύτερο μέρος τους διεκδικήσεις που επιδιώκουμε να μετατραπούν από “κυριαρχικά δικαιώματα” σε ξεκάθαρη,  με βάση το Διεθνές Δίκαιο, “σκληρή εθνική κυριαρχία”. Όπως έγινε με την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο, στη  θαλάσσια περιοχή των Ιονίων Νήσων μέχρι το Ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου. Εξυπακούεται ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν υφίσταται a priori. Εμπεριέχει, διαμορφώνεται και επιζητά τις διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, οι οποίες αποτελούν οργανικό υποσύνολό του. Οι συμφωνίες αυτές μπορεί να παράγονται ευθέως μέσω διαπραγματεύσεων των ενδιαφερομένων μερών  ή εμμέσως από Διεθνή Δικαιοδοτικά Όργανα, όπως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αν τα μέρη συνάψουν “Συνυποσχετικό” και παραπέμψουν εκεί τα ζητήματα στα οποία διαφωνούν.  Στην πρόσφατη περίπτωση  του Ιονίου πελάγους,  η επέκταση της εθνικής μας κυριαρχίας δεν θα ήταν απρόσκοπτη  αν δεν είχε προηγηθεί η συμφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες με την Ιταλία στις 9/6/2020, την οποία είχε προετοιμάσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Το γεγονός ότι η Τουρκία με προκλητικό τρόπο και με εμπρηστική φρασεολογία κλιμακώνει τις εντάσεις στην περιοχή της Ανατ. Μεσογείου, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε το κύριο. Ότι, δηλαδή, πρόκειται για θαλάσσιες ζώνες χωρίς καθορισμένα όρια με βάση το Διεθνές Δίκαιο, που η οριστική χάραξή τους θα γίνει  μέσα από διάλογο ή μετά από… πόλεμο. Αυτή η αλήθεια πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα στον ελληνικό λαό και ο καθένας να αναλάβει τις  ευθύνες του.
Είμαστε με απόλυτο και αδιάλλακτοι τρόπο εναντίον κάθε πολεμοκάπηλης ιδέας. Δεν θυσιάζουμε ούτε έναν Έλληνα ή Τούρκο φαντάρο ή ναύτη για να είναι η μία ή η άλλη αστική τάξη εκείνη που θα υπογράψει τα “ματωμένα” συμβόλαια με τις πολυεθνικές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου για τις εξορύξεις και τον περιβαλλοντικό βιασμό της Ανατ. Μεσογείου. Τασσόμαστε αποφασιστικά υπέρ του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία και στην παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εκείνων των ζητημάτων στα οποία οι δύο χώρες διαφωνούν.
Με αυτή τη στάση αρχών και μακριά από  πειρασμούς να ξεπληρώσει τη ΝΔ με το ίδιο νόμισμα,  οφείλει να αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ την έναρξη των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία. Ως δύναμη διεθνισμού αλλά και πατριωτικής ευθύνης, ως κόμμα που έχει εγγράψει με έντονα χρώματα στην ταυτότητά του τον φιλειρηνικό – αντιπολεμικό του χαρακτήρα.
Οι εξελίξεις στη ΝΔ σε συνδυασμό με τα αδιέξοδα στα οποία προσκρούει ήδη η κυβερνητική πολιτικής, μπορεί να επιταχύνουν τις πολιτικές εξελίξεις.  Η Αριστερά οφείλει να παρακολουθεί  αλλά να μην  ετεροκαθορίζεται από τον εσωκομματικό  πόλεμο φατριών στη ΝΔ . Ο ΣΥΡΙΖΑ αγωνίζεται για μια πολιτική ειρήνης, συνεργασίας και διαλόγου για δίκαιες και ανθεκτικές στο χρόνο λύσεις στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Δεν θα τα υποτάξει όπως ο κ. Μητσοτάκης  σε μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Δεν θα βάλει “πλάτη” στους τυχοδιωκτισμούς και στις φαντασιοπληξίες του κ. Σαμαρά, για πρόσκαιρα κομματικά οφέλη. Το απέδειξε στις Πρέσπες,  ελπίζουμε πως  θα το αποδείξει στο Αιγαίο και στο Κυπριακό.
Από εκεί και πέρα θα ήταν σκόπιμο τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ συνολικά, όσο και οι διάφορες τάσεις του κόμματος, λειτουργώντας ως ρεύματα ιδεών να προσπαθήσουν να ενημερώσουν τον ελληνικό λαό με σαφή και υπεύθυνο τρόπο  για τις θέσεις τους, καθώς και τις τυχόν διαφορετικές οπτικές που  υπάρχουν στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Το καλοκαίρι, ειδικά, είδαμε αυτές τις διαφορετικές αντιλήψεις να διατυπώνονται με αφορμή τις τουρκικές έρευνες και την αντιπαράθεση των στόλων Ελλάδας- Τουρκίας στην  Ανατολική Μεσόγειο. Πρόσφατα, επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, ψήφισε στη Βουλή μαζί με τη ΝΔ, το ΚΙΝΑΛ και τον Βελόπουλο υπέρ  της αγοράς των Rafal, ομόφωνα μάλιστα. Δημιουργώντας την εύλογη απορία γιατί ένα μήνα πριν είχε ψηφίσει “Παρών” στον προϋπολογισμό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να είναι υπέρ των υπερεξοπλισμών, σε τι ακριβώς διαφωνούσε και έκανε “παρών”;  Στις δαπάνες για τη μισθοδοσία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων ή στα έξοδα για την τροφοδοσία του στρατεύματος με αρβύλες, γράσο και νωπά λαχανικά;
Τα θέματα αυτά πρέπει να συζητηθούν και να αποσαφηνιστούν. Πολύ φοβάμαι και εντός των τάσεων. Που ως συνήθως συγκροτούνται στη βάση τού αφόρητα παρωχημένου σχήματος των  δύο-τριών  γενικών κατευθύνσεων  και των  πέντε-έξι,   εξίσου γενικών,  αξόνων.  Ενώ, αντίθετα,  η εποχή μας απαιτεί από ένα κόμμα που άσκησε εξουσία,   συγκεκριμένες προγραμματικές θέσεις-δεσμεύσεις, ανά τομέα πολιτικής . Οι Ομπρέλες π.χ. είναι για να μαζεύουν κόσμο από κάτω, όχι για να κλείνουν απέξω τα προβλήματα ή να τις παίρνει ο πρώτος άνεμος που σηκώνουν τα Rafal.  Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ  ως ένα πλατύ και μεγάλο μέτωπο δυνάμεων και κοινωνικών- πολιτικών εκπροσωπήσεων, έχει κι αυτός στο εσωτερικό του προβλήματα να λύσει, ώστε, να είναι δυνατό και ανθεκτικό το μέτωπο απέναντι στον εθνικισμό που πολλές φορές στην Ιστορία φάνηκε ότι μπορεί να είναι και  αριστερής ή (στην ελληνική περίπτωση) “σοσιαλιστικής”-ανδρεοπαπανδρεϊκής μορφής.