Μενέλαος Χαραλαμπίδης
«Η Ηλέκτρα συνέβαλε πάρα πολύ στο να αποκτήσουμε μια αυτοπεποίθηση. Μου είναι αξέχαστο να συνεδριάζουμε όλο κοπέλες και η Ηλέκτρα να στέλνει χαρτάκια και να λέει: ¨Σ’ αυτό θ’ απαντήσεις εσύ, σ’ αυτό θ’ απαντήσει εκείνη¨. Φυσικά η Ηλέκτρα ήτανε στο γυναικείο κίνημα από προπολεμικά, είχε μια αντίληψη για το φεμινιστικό κίνημα. Και βέβαια, στη «Λεύτερη Νέα» και στα ιδανικά της, ήτανε σαφέστατος ο φεμινιστικός στόχος, δηλαδή η χειραφέτηση η δική μας».
Μαρτυρία της Φώφης Λαζάρου, φοιτήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλους της γυναικείας αντιστασιακής οργάνωσης «Λεύτερη Νέα», με επικεφαλής την Ηλέκτρα Αποστόλου, από τη σειρά ντοκιμαντέρ «Το χρονικό της Εθνικής Αντίστασης».
Η Ηλέκτρα Αποστόλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1912. Η οικογένειά της κατοικούσε στο Ηράκλειο Αττικής. Το 1926, σε ηλικία μόλις 14 ετών, εντάχθηκε στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1933, ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας «Νεολαία». Σύντομα, οι ικανότητές της την έφεραν στα ανώτερα κλιμάκια του ΚΚΕ. Το 1939, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, έπεσε στα χέρια της Ασφάλειας και εξορίστηκε στην Ανάφη.
Το 1942 η Αποστόλου κατάφερε να αποδράσει από τα κρατητήρια του Τμήματος Μεταγωγών Αθηνών. Αμέσως ανέλαβε κεντρικό ρόλο στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα. Ήταν υπεύθυνη για τη σύνταξη και διανομή του παράνομου τύπου στην Αθήνα, μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ και επικεφαλής της εαμικής γυναικείας αντιστασιακής οργάνωσης «Λεύτερη Νέα».
Η αντιστασιακή δράση έθεσε εκ νέου την Ηλέκτρα στο στόχαστρο της Ελληνικής Χωροφυλακής. Το πρωί της 25ης Ιουλίου 1944 έφυγε από το σπίτι όπου κρυβόταν, ξεκινώντας τα πολυάριθμα καθημερινά της ραντεβού με στελέχη του ΕΑΜ σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας. Περπατώντας στην οδό Γ’ Σεπτεμβρίου διασταυρώθηκε μ’ έναν χωροφύλακα που την αναγνώρισε. Μετά από σύντομη καταδίωξη ο χωροφύλακας την συνέλαβε και την οδήγησε στα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας στο επιταγμένο ξενοδοχείο «Κρυστάλ» της οδού Ελπίδος στην πλατεία Κυριακού (σημερινή Βικτωρίας). Εκεί υπέστη απάνθρωπα βασανιστήρια. Οι άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας, αντιλαμβανόμενοι ότι δεν πρόκειται να μαρτυρήσει τους συντρόφους της, την βασάνισαν μέχρι θανάτου. Η Ηλέκτρα Αποστόλου υπέκυψε στα τραύματά της στις 26 Ιουλίου 1944.
Στα χρόνια της Κατοχής, ο αντικομμουνισμός των Ελλήνων χωροφυλάκων είχε λάβει χαρακτηριστικά κτηνωδίας. Ο πρωτοφανής σαδισμός που έδειξαν οι χωροφύλακες απέναντι στην Ηλέκτρα, δεν είχε να κάνει μόνο με την ιδιότητα της κομμουνίστριας, αλλά και με αυτή της γυναίκας. Τα ίχνη του βασανισμού εν ζωή, αλλά κυρίως μετά θάνατον, δείχνουν μια επιθυμία εξευτελισμού του θύματος από τους βασανιστές. Η κτηνωδία αυτή καταγράφεται στην έκθεση του ιατροδικαστή Πέτρου Τζαφέρη, που συντάχθηκε στις 26 Ιουλίου 1944. Στην έκθεση υπάρχει σημείωση ότι το θύμα «Ανεγνωρίσθη υπό της Σημάνσεως ένθα ήτο σεσημασμένη ως κομμουνίστρια υπ’ αρίθμ. 59953». Στη συνέχεια η έκθεση μας πληροφορεί ότι η σωρός της Ηλέκτρας «Μεταφέρθη εκ του Σταθμού Α΄ Βοηθειών υπ’ αριθμόν εγγράφου 375 με την πληροφορίαν ότι αύτη μετηνέχθη [μεταφέρθηκε] εις τον ως άνω σταθμόν εκ του Ξενοδοχείου Κρυστάλ (Ειδική ασφάλεια) την 26-7-1944». Η νεκροψία αρχίζει με την επισήμανση ότι «το τριχωτόν της κεφαλής έχει αποκοπή δια ψαλίδος ακανονίστως» και ότι έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του θύματος. Ίχνη στο σώμα έδειξαν ότι οι βασανιστές είχαν δέσει με σχοινί την Ηλέκτρα, κάτω από τις μασχάλες, γύρω από το στήθος, διαγώνια στις ωμοπλάτες, καθώς και στους καρπούς. Το σώμα της έφερε ίχνη μαστίγωσης. «Εκχυμώσεις», δηλαδή μελανιές, εντοπίστηκαν στη μύτη, τα δύο μάτια και το πίσω μέρος των χεριών της Ηλέκτρας. Άφθονα εγκαύματα, τα περισσότερα β΄ βαθμού, εντοπίστηκαν στα γεννητικά όργανα, τους γλουτούς, τους μηρούς, τις κνήμες, ενώ άφθονες εκχυμώσεις εντοπίστηκαν στα άκρα των ποδιών. Γύρω από αυτά τα εγκαύματα άφησαν τα αποτυπώματά τους οι βασανιστές «πέριξ των εγκαυμάτων τούτων παρατηρείται ρύπανσις του δέρματος εκ καπνού ως και των δακτύλων καπνιστού». «Συμπέρασμα. Επί του πτώματος παρατηρούνται τούτο μεν κακώσεις εκ μαστιγώσεως τούτο δε εγκαύματα εν ζωή και μετά θάνατον γινόμενα. Ο θάνατος οφείλεται κυρίως εις τα κακώσεις καθ’ όσον τα εγκαύματα εγένοντο κατά τας τελευταίας στιγμάς της θανούσης».