Μενέλαος Θεοδωρουλάκης: Επικουρικές συντάξεις / Ιδεολογικό, ξεπερασμένο, υψηλού ρίσκου και σημαντικού κόστους το κεφαλαιοποιητικό σύστημα

Posted on 05 Ιουνίου, 2021, 9:57 πμ
37 secs

Η κυβέρνηση, με πρόσχημα το δημογραφικό και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των εισφορών της επικουρικής ασφάλισης και συνακόλουθα τη βελτίωση μακροοικονομικών δεικτών, εισηγείται ένα αμιγώς κεφαλαιοποιητικό σύστημα ατομικών λογαριασμών για την επικουρική σύνταξη που θα λειτουργεί στον ήδη υφιστάμενο ή κάποιον άλλο δημόσιο φορέα, αλλά με ιδιωτική διαχείριση μέρους των αποθεματικών και σταδιακά του συνόλου τους, με τη διαχείριση της δημόσιας επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης έτσι να περνά υποχρεωτικά για τους νέους ασφαλισμένους και προαιρετικά για τους νυν ασφαλισμένους κάτω των 35 ετών σε ιδιωτικές ασφαλιστικές, χρηματιστηριακές και χρηματοπιστωτικές εταιρείες.

Ξεπερασμένο μοντέλο

Η εμπειρία πολλών χωρών που πραγματοποίησαν αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις την τελευταία τεσσαρακονταετία απέδειξε ότι η κεφαλαιοποίηση είναι πολιτική ούτως ή άλλως υψηλού ρίσκου – το οποίο κρίσεις όπως αυτή του κορωνοϊού αυξάνουν κατά πολύ, ενώ και οι συνθήκες δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτικές, με αποτέλεσμα 6 στις 10 χώρες (ILO: 2019)να έχουν αποφασίσει την επιστροφή σε διανεμητικά συστήματα τόσο λόγω της διόγκωσης του κόστους μετάβασης όσο και λόγω των μειωμένων αποδόσεων και του υψηλού κόστους διαχείρισης (Σ. Ρομπόλης, Μπέτσης Β.: 2021).2 Κάνοντας μια τέτοια πολιτική, ξεπερασμένη από τις εξελίξεις, και την επιλογή της μάλλον ιδεοληπτική και όχι ορθολογική.

Υψηλό κόστος μετάβασης

Η πρόταση ως στιγμής δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί και δεν έχει επακριβώς κοστολογηθεί, ειδικά σε σχέση με το κόστος της μετάβασης, για το οποίο υπάρχουν μεγάλες εντάσεις, αφού η θεσμοθέτηση της πρότασης δεν θα μειώσει απλώς σταδιακά τις εισπραττόμενες εισφορές λόγω μείωσης των ασφαλισμένων, όπως θα προκαλέσει π.χ. το δημογραφικό, αλλά θα τις εξαλείψει, διογκώνοντας κατά την περίοδο της μετάβασης το κόστος κάλυψης των ελλειμμάτων που, αντί να προκύψουν σταδιακά λόγω της μείωσης της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους, θα δημιουργηθούν άμεσα. Το ετήσιο κόστος μετάβασης για τα πρώτα έτη εκτιμάται βάσει της έκθεσης Πισσαρίδη σε 1% – 1,3% του ΑΕΠ (2 – 2,6 δισ. ευρώ), κόστος που θα βαίνει μειούμενο έως 0,3% του ΑΕΠ το 2060 (Πισσαρίδης Χ., και άλλοι: 2020).Οι Σ. Ρομπόλης και Β. Μπέτσης από την πλευρά τους έχουν εκτιμήσει το κόστος μετάβασης σύμφωνα με την παρούσα πρόταση σε παρούσες αξίες σε 64 δισ. ευρώ (με υπόθεση εργασίας το σημερινό επίπεδο σύνταξης να παραμείνει σταθερό).4

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, πρόκειται για ποσά που για κάποια έτη είναι σχεδόν αντίστοιχα με το κόστος των επικουρικών στο σύνολο. Κόστος απαγορευτικό για τη δημοσιονομική πολιτική που καλείται η χώρα να εφαρμόσει ακόμα κι αν εκδοθούν ομόλογα υποχρεώσεων, όπως έχει προταθεί, καθώς αυτά θα διογκώσουν υπέρμετρα το δημόσιο χρέος.

Επισφάλεια και κίνδυνοι από την έκθεση στις αγορές

Σήμερα δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα μεταρρύθμισης στην επικουρική ασφάλιση πέρα από ιδεολογικές εμμονές να εφαρμοστεί κάποια από τις διάφορες προτάσεις της παρούσας κυβέρνησης, που σε όλες τις περιπτώσεις αφήνουν τους σημερινούς συνταξιούχους της επικουρικής ασφάλισης αλλά και τους νυν ασφαλισμένους κάτω των 35 ετών έκθετους σε πλήρη αβεβαιότητα, δεδομένου ότι τα έσοδα για τις συντάξεις τους θα εκμηδενιστούν σταδιακά, γιατί οι εισφορές των νέων ασφαλισμένων θα τοποθετούνται σε ατομικούς λογαριασμούς και θα καλύπτονται από αντίστοιχη κρατική χρηματοδότηση που θα επιβαρύνει όλους μέσω της γενικής φορολογίας. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση επιλέγει να μειώσει πιθανά το κόστος των μελλοντικών συντάξεων έπειτα από 40 έτη και να αυξήσει για την περίοδο έως τότε τις δημόσιες δαπάνες μειώνοντας τα πλεονάσματα ή και δημιουργώντας νέα ελλείμματα, πολιτική που δεν είναι συμβατή με τους δημοσιονομικούς στόχους.

Τα μακροοικονομικά δεδομένα που τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητά της αμφισβητούνται και η κυβέρνηση δίνει και γι’ αυτά μια όχι πολύ πειστική απάντηση, δηλώνοντας ότι η μεταρρύθμιση θα συμβάλει στην ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης. Συγκεκριμένα, ότι θα δημιουργήσει νέα αποθεματικά προς επένδυση ύψους έως και 99 δισ. ευρώ σε 40 χρόνια, (αφού έχει δημοσιονομικό κόστος 40-64 δισ. ευρώ σε περίοδο 60 ετών), ότι θα επιφέρει ενίσχυση της αποταμίευσης και των επενδύσεων και μ’ αυτόν τον τρόπο θα οδηγήσει σε υψηλότερο πραγματικό ΑΕΠ κατά 6,9 δισ. ευρώ και σε 81.000 περισσότερες θέσεις εργασίας (ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης) κατά μέσο όρο ετησίως για τα επόμενα 40 χρόνια, χωρίς να αναφέρεται στην επίδραση που θα έχει το δημοσιονομικό κόστος της μετάβασης.5

Ιδεολογική προσέγγιση με σημαντικό ρίσκο και αβέβαιη απόδοση

Εν κατακλείδι, οι προτάσεις κυβέρνησης της ενέχουν μεγάλο ρίσκο, προωθούν την εξατομίκευση και την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης σε μεγάλο βαθμό, με παράλληλη κατάργηση της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης, και δημιουργούν δυσβάστακτα δημοσιονομικά βάρη που δεν είναι συμβατά με τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας για τα επόμενα έτη -όπως κι αν αυτή εντέλει διαμορφωθεί μετά το πέρας της πανδημίας και την επαναφορά, με διαφοροποιήσεις ή όχι, των δημοσιονομικών κανόνων-, αφού ρητά έχει αναφερθεί ότι το κόστος της μετάβασης θα καλύψει ο κρατικός προϋπολογισμός. Επιπλέον, από τα διεθνή δεδομένα φαίνεται πως οι προτάσεις ούτε τη δημογραφική κρίση θα αντιμετωπίσουν, ούτε τα δημόσια οικονομικά θα ελαφρύνουν, ούτε καλύτερες αποδόσεις θα πετύχουν και αποτελούν ξεκάθαρα μια ιδεοληπτική επιλογή νεοφιλελεύθερης σκέψης που εξυπηρετεί στοχεύσεις του παρελθόντος για την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και δεν είναι αντίστοιχη με την οικονομική πραγματικότητα σήμερα. Πρόταση χωρίς καμία ουσιαστική συμβολή στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού σύμφωνα με τα δεδομένα των αναλογιστικών μελετών που έχει επιτευχθεί με τη μεταρρύθμιση του 2016. Πρόταση ξεκάθαρα ξεπερασμένη σύμφωνα με τα δεδομένα των ασφαλιστικών συστημάτων των δεκαοκτώ χωρών που επιχείρησαν αναποτελεσματικά αυτή την αλλαγή. Πρόταση υψηλής επισφάλειας δεδομένων των αβεβαιοτήτων και στην οικονομία και στα δημόσια οικονομικά αλλά και στα δεδομένα για την ανάπτυξη και συνακόλουθα για τις αποδόσεις τα επόμενα 40 έτη.

1 ILO (2019). «Reversing Pension Privatization: Rebuilding public pension systems in Eastern European and Latin American Countries (2000-2018)», International Labour Office, Geneva https://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/—ed_protect/— soc_sec/documents/publication/wcms_648574.pdf.

2 Ρομπόλη Σ. και Μπέτση Β.(2021), 30 χρόνια αποτυχίας από την κεφαλαιοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, άρθρο στο https://www.kommon.gr/koinonia/item/4073-30-xronia-apotyxias-apo-tin-kefalaiopoiisi-tis-koinonikis-asfalisis-s-rompoli-kai-g-mpetsi.

3 Πισσαρίδης Χ., Βαγιανός Δ., Βέττας Ν., Μεγήρ Κ. (2020), Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία, Τελική  Έκθεση.

4 Ρομπόλη Σ. και Μπέτση Β.(2021), Πώς οι αλλαγές στην επικουρική ασφάλιση υπονομεύουν την ανάπτυξη, διαθέσιμο στο, https://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/2061209/pos-oi-allages-sthn-epikoyrikh-asfalish-yponomeyoy.html.

5 Πισσαρίδης Χ., Βαγιανός Δ., Βέττας Ν., Μεγήρ Κ. (2020), Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία, Τελική  Έκθεση, διαθέσιμο στο https://www.kathimerini.gr/wp-content/uploads/2020/11/growth_plan_2020-11-23_1021.pdf.

 (www.enainstitute.org)

...