Τα άλματα του ακαδημαϊκού από τις έρευνες για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό στον νεοφιλελευθερισμό και την απορρύθμιση των αγορών ● Το ρίσκο της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης και η τέχνη τού να ψεύδεσαι με… αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Πάνος Τσακλόγλου, είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος με πλούσιο βιογραφικό στην έρευνα για την οικονομική ανισότητα, τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον αναδιανεμητικό ρόλο του κράτους.

Ηταν η εποχή που θα μπορούσε να συγκαταλεγεί μεταξύ των πανεπιστημιακών που γοητεύονταν από τον νεοκεϊνσιανισμό και την κρατική παρέμβαση για την άρση των κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτά τα πεδία διερεύνησε σε βάθος στα νιάτα του, αποτυπώνοντας τα συμπεράσματά του στο μεταπτυχιακό του, μετά την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών σπουδών στο Αριστοτέλειο της Θεσσαλονίκης, στη διδακτορική διατριβή του στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε εκατοντάδες επιστημονικά άρθρα.

Δεν ήταν όμως αυτό το επιστημονικό υπόβαθρο, ούτε το φλερτ με τον νεοκεϊνσιανισμό στην «επαναστατική» δεκαετία του ’80 που τον έκανε περιζήτητο για τη θέση του προέδρου του Συμβουλίου των Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ) του υπουργείου Οικονομικών επί υπουργίας Γιάννη Στουρνάρα στην κυβέρνηση Σαμαρά το 2012, σε ηλικία 52 ετών. Κι ακόμη περισσότερο δεν ήταν το ερευνητικό παρελθόν του εκείνο που τον ανέδειξε ως βασικό υποψήφιο για τη θέση του υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.

Μια θέση που δέχτηκε μετά την απομάκρυνση του Νότη Μηταράκη, με στόχο να κάνει πράξη το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας για εκχώρηση των επικουρικών συντάξεων, ύψους 2,5 δισ. ετησίως, στη διαχείριση των επενδυτικών εταιρειών. Φυσικά για το καλό της νέας γενιάς.

Το σχέδιο ήταν πολύ σοβαρό για να καεί από τον παρορμητικό και βιαστικό Μηταράκη, που δεν είχε κρύψει ποτέ τις καλές του σχέσεις με τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Η ιδιωτικοποίηση των επικουρικών συντάξεων απαιτούσε σοβαρότητα, μελέτη, αποδοχή από την Κεντροαριστερά κι έναν άνθρωπο που δεν διακατεχόταν από το άγχος επιβίωσης μιας προσωπικής ατζέντας για την παραμονή στην πολιτική, όπως συνήθως γίνεται με την πλειονότητα των υπουργών.

Κι ευτυχώς από τον Πάνο απουσίαζαν και η προσωπική ατζέντα και η διάθεση για ίντριγκα στο υπουργείο.

Ομως, το βασικό του πλεονέκτημα για να ετοιμάσει τη μετάβαση σε ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικών συντάξεων ήταν άλλο: η επιτυχής μεταπήδησή του, ήδη από τη δεκαετία του 2000, από τον νεοκεϊνσιανισμό στις πολιτικές της αγοράς που προσέγγιζαν περισσότερο τον νεοφιλελευθερισμό και λιγότερο ακόμη και τις κλασικές οικονομικές θεωρίες. Το άλμα ήταν μεγάλο.

Συντελέστηκε αρκετά νωρίς, την περίοδο Σημίτη, όπως και για την πλειονότητα των πάλαι ποτέ «κεντροαριστερών» που στηρίζουν σήμερα την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και υποβοηθήθηκε από τη στενή εμπλοκή του σε ευρωπαϊκά προγράμματα και στο όλο κλίμα αποχωρισμού της Σοσιαλδημοκρατίας από το κοινωνικό κράτος, το οποίο έχανε όλο και περισσότερο έδαφος μπροστά στη λαγνεία της αυτορρύθμισης των αγορών που εξέπεμπε τότε το δίδυμο Σρέντερ και Μπλερ.

Αλλά ούτε κι αυτή η μεταπήδηση προς τον νεοφιλελευθερισμό και την υποστήριξη της πλήρους απελευθέρωσης όλων των αγορών (ακόμη και των προνοιακών επιδομάτων, για όσους ενθυμούνται την πρόταση Τσακλόγλου στον ΣΟΕ για τα επιδόματα παιδιών) ήταν το μοναδικό κριτήριο για να του ανατεθεί το καθήκον της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης που για άλλους πανεπιστημιακούς συναδέλφους και θεωρητικούς συνοδοιπόρους του που ενεπλάκησαν στο ασφαλιστικό το 2000, όπως ο Τάσος Γιαννίτσης, είχε τεράστιο κόστος στην πολιτική καριέρα και την ψυχική τους ηρεμία.

Υπάρχει κάτι ακόμη. Καθώς «ο Πάνος είναι καλό παιδί και χαμηλών τόνων», όπως λένε ακόμη και οι σαμαρικοί (οι οποίοι για δικούς τους λόγους δεν βλέπουν με καλό μάτι τη μεγάλη μπίζνα Μητσοτάκη με τις επικουρικές και τις επενδυτικές εταιρείες), ακόμη κι αν τα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι το κατ’ εξοχήν ακαδημαϊκό του πεδίο, μπορεί να διατυπώσει για το Ασφαλιστικό το μεγαλύτερο ψέμα με αφοπλιστική… ειλικρίνεια, λέγοντας απλώς τη μισή αλήθεια.

Λέει, για παράδειγμα, ότι το νέο σύστημα πλήρους κεφαλαιοποίησης που προωθεί είναι κατά τα πρότυπα του σουηδικού κι ότι επιτέλους θα γίνουμε Ευρώπη. Αλλά αποκρύπτει, μαζί με τον Κωστή Χατζηδάκη, ότι το σύστημα που έχουν οι Σουηδοί είναι ΝΟΗΤΗΣ και όχι πραγματικής κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή η κεφαλαιοποίηση γίνεται αναλογιστικά, διατηρώντας πολλά στοιχεία αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών. Αυτήν τη νοητή κεφαλαιοποίηση θέλουν να καταργήσουν.

Αυτήν που προώθησε ο τ. υπουργός Γ. Βρούτσης, ο οποίος στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήθελε την ιδιωτικοποίηση των συντάξεων που είναι τώρα σε εξέλιξη και φυσικά απομακρύνθηκε από το υπουργείο Εργασίας (κι ας λένε ότι ο λόγος ήταν οι συντάξεις του ΕΦΚΑ).

Ψέμα δεύτερο. Μπορεί, λέει, το νέο σύστημα να επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά με το ποσό των 56 δισ. ευρώ μέχρι το 2070, αλλά ούτε οι παλαιοί, ούτε οι νέοι ασφαλισμένοι θα χάσουν τις συντάξεις τους διότι το Δημόσιο εγγυάται τις συντάξεις και την επιστροφή των εισφορών και μάλιστα αποπληθωρισμένων.

Ομως δεν λέει ότι ούτε το Βέλγιο, ούτε η Γερμανία, ούτε η Γαλλία έχουν τολμήσει να ιδιωτικοποιήσουν τις επικουρικές συντάξεις. Αντιθέτως διατηρούν την κεφαλαιοποίηση ως προαιρετική με σοβαρά επαγγελματικά Ταμεία. Η αλήθεια είναι ότι αυτό που προωθεί ως νέο σύστημα για τους νέους έως 35 ετών από την 1.1.2022 υπάρχει σε ατόφια μορφή μόνο στις ΗΠΑ.

Αλλά κι εκεί όταν οι συντάξεις κινδύνευσαν με την κρίση της Lehman Brothers το 2008, το Δημόσιο δάνεισε τα Ταμεία (με την τελευταία δόση να αποπληρώνεται πρόσφατα) και δεν χάρισε στις επενδυτικές εταιρείες και τους διαχειριστές συντάξεων τα ποσά συντάξεων που έχασαν στο τζογάρισμα των παραγώγων. Αντιθέτως στο ελληνικό σχέδιο το Δημόσιο μπαίνει ως εγγυητής, σε ένα Ταμείο του οποίου τα κεφάλαια θα επενδύονται από ιδιώτες χωρίς το παραμικρό ρίσκο, αφού το Δημόσιο θα παραμένει εσαεί ο θεματοφύλακας του… κρατικού καπιταλισμού.

Γιατί τον επιλέξαμε

Γιατί με το νομοσχέδιο για τις ιδιωτικές επικουρικές συντάξεις επιφέρει ισχυρό πλήγμα στην κοινωνική ασφάλιση βάζοντας ταυτόχρονα σε νέες περιπέτειες τα δημόσια οικονομικά.

efsyn