Εχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από το θλιβερό περιστατικό στο σπίτι του σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ στο Κουκάκι. Οπως τα περισσότερα από τα γεγονότα, “φωτίστηκε” όσο παρέμενε στην επικαιρότητα και στη συνέχεια άρχισε να “σβήνει” μέχρι που ουσιαστικά ξεχάστηκε. Ηρθε και η πανδημία από τα τέλη του Φλεβάρη για να ρίξει βαριά τη σκιά της πάνω στην ειδησεογραφία.

Η υπόθεση Ινδαρέ όμως, μία κλασική υπόθεση αστυνομικής αυθαιρεσίας, από αυτές που πολλαπλασιάζονται τους τελευταίους μήνες, δεν έχει τελειώσει. Το αντίθετο. Βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη σε ότι αφορά το νομικό της κομμάτι το οποίο είναι άκρως ουσιαστικό όχι μόνο για τον Ελληνα σκηνοθέτη και την οικογένειά του (που αναζητά δικαίωση) αλλά και για το κύρος του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα.

Πριν από περίπου ένα μήνα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών απέρριψε την έγκληση του Δημήτρη Ινδαρέ και των υιών του για τον τρόπο που άσκησαν τα “καθήκοντά” τους οι αστυνομικοί στο σπίτι τους τον Δεκέμβριο του 2019. Αν φυσικά μπορεί να αποκληθεί καθήκον ο ξυλοδαρμός και η χυδαία εξύβριση. Ο Εισαγγελάς έκρινε ως αβάσιμη (!) την έγκληση ως προς το αδίκημα της σωματικής βλάβης ενώ όσον αφορά τα αδικήματα της απειλής και της εξύβρισης έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο. Η οικογένεια αντέδρασε με προσφυγή στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών.

Στις 5 Μαρτίου ο Δημήτρης Ινδαρές και οι γιοι του θα καθίσουν στο εδώλιο του κατηγορούμενου, όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό. Υπέστησαν βία μέσα στο σπίτι τους αλλά εν τέλει βρέθηκαν κατηγορούμενοι. Ισως γιατί η ΕΛΑΣ εκείνο τον Δεκέμβρη στο Κουκάκι έπεφτε στη μία γκάφα μετά την άλλη. Τις διέφυγαν, μέσα από τα χέρια της, τα τέσσερα άτομα που αναζητούσε και οι κατηγορίες προς την οικογένεια Ινδαρέ ήταν ένας βολικός τρόπος για να καλυφθεί το πρωτοφανές φιάσκο.

Το News247.gr και ο δημοσιογράφος Νίκος Γιαννόπουλος συνάντησαν τον Ελληνα σκηνοθέτη στο σπίτι του, εκεί που παίχθηκε όλο αυτό το σκηνικό του παραλόγου με μαινόμενους αστυνομικούς να ξεσπούν πάνω του και πάνω στα μέλη της οικογένειάς του. Το σοκ, ακόμα 12 μήνες μετά, παραμένει μεγάλο. Η οργή επίσης. Είναι αυτή η αίσθηση της αδικίας που όχι μόνο δεν καταλαγιάζει αλλά “φουσκώνει” όσο περνά ο χρόνος. Σκεφτείτε να σας ξυλοκοπήσουν και να σας εξυβρίσουν μέσα στο ίδιο σας το σπίτι και εν συνεχεία να σας κατηγορήσουν κιόλας! Εξοργιστικό και στη σκέψη, φανταστείτε στην πράξη.

Σας αιφνιδίασε το γεγονός ότι η έγκλησή σας απορρίφθηκε και ότι μέρος της δικογραφίας, στο σκέλος που αφορά τις καταγγελίες σας, τέθηκε στο αρχείο;

Όποιος έχει μια στοιχειώδη αντίληψη της πραγματικότητας για το πώς έχουν τα πράγματα στη χώρα, είναι προετοιμασμένος για τέτοιες “εκπλήξεις”. Ήδη καταθέσαμε προσφυγή, όπως οφείλαμε λόγω της εξαιρετικής βαρύτητας που έχει το συμβάν. Γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει μόνο ζήτημα αστυνομικής βίας. Μείζον είναι και το θέμα της συνειδητής κατασκευής μιας ιστορίας σε βάρος ασχέτων, μόνο και μόνο για να συγκαλυφθεί ένα επιχειρησιακό φιάσκο, ενώ η αλήθεια είναι βέβαιο ότι έγινε ταχύτατα γνωστή σε όλους. Κι αν δεν έφτασε ποτέ στην κορυφή της πυραμίδας, τότε το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Η προσφυγή είναι υποχρέωση απέναντι στη δική μας αξιοπρέπεια, αλλά και προς κάθε Έλληνα πολίτη, και μάλιστα ιδιαίτερα επιτακτική σε περίοδο κρίσης των δημοκρατικών θεσμών.

Εχει περάσει σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος από τα γεγονότα που σας αναστάτωσαν. Το συναίσθημα που κυριαρχεί σήμερα μέσα σας ποιο είναι;

Οργή και οδύνη. Τόση χαμένη ενέργεια και χρόνος, τόση ψυχική φθορά εξαιτίας της ανευθυνότητας όσων δε τόλμησαν να παραδεχτούν πως απέτυχαν, πως κακώς βρέθηκαν και βιαιοπράγησαν σε βάρος μας στην ταράτσα μας. Που φόρτωσαν σε ξένες πλάτες την αποτυχία τους. Και διοχέτευσαν στην πρόθυμη πελατεία τους ένα ανεκδιήγητο σενάριο λάσπης, με καταπατήσεις, χρησικτησίες, ρευματοκλοπές, άπλυτους, ταψάκια με φαΐ και πασταφλώρες, τη μαμά Ντάλτον να βιδώνει βίδες στον καταπέλτη, όλα με κοινό παρονομαστή ένα θολό παραταξιακό αλλά και κοινωνικό μίσος.

Από το δικό σας περιστατικό και μετά, έχουν καταγραφεί πολλά περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας. Τοποθετηθήκατε, επίσης, δημοσίως, για την υπόθεση του Βασίλη Μάγγου. Που οφείλεται κατά τη γνώμη σας αυτή η έξαρση;

Το δόγμα της καταδίκης της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται αντικαταστάθηκε από την εμπέδωση της ιδέας του μονοπωλίου της βίας. Αυτό έδωσε το σύνθημα και το άλλοθι να βγουν στην επιφάνεια απωθημένα μιας κατηγορίας ενστόλων που εκφράζονται με απάνθρωπη αγριότητα εναντίον δικαίων και αδίκων. Είναι ξεκάθαρο πλέον το μήνυμα του εκφοβισμού και δεν έχει ασφαλώς καμιά σχέση με την υπεράσπιση της νομιμότητας. Το είδαμε πολύ καθαρά και στην ταράτσα μας. Ξύλο από το πουθενά, ύβρεις εμμονικές με τις γενετήσιες ορμές, συμπεριφορές που σε κάνουν να αναρωτηθείς για τα ψυχολογικά προφίλ, την εκπαίδευση, τις οδηγίες και βέβαια την πεποίθηση ατιμωρησίας. Εκεί ακριβώς συναντιέται το ζήτημα με το πόρισμα της επιτροπής Αλιβιζάτου.

Διαβάζοντας κανείς την προσφυγή σας, συγκλονίζεται από τις περιγραφές των γεγονότων αλλά και από τον τρόπο που οι αστυνομικοί μίλησαν σε σας και την οικογένειά σας…

Ήταν σαν μια συνάντηση με το απόλυτο κακό, που μόνο με προστασία του πολίτη δεν έμοιαζε. Δεν ήταν μόνο τα λόγια. Οι άνθρωποι αυτοί χτύπησαν κι εξύβρισαν τα παιδιά μου εν ψυχρώ και απρόκλητα. Απείλησαν πειστικότατα τη γυναίκα μου πως θα την πετάξουν απ’ τη σκάλα στο κενό από ύψος τρίτου ορόφου, κινούμενοι εναντίον της. Την έβρισαν και τη μείωσαν με αδιανόητα σεξιστικά σχόλια. Ήμασταν όλοι ανυποψίαστοι όταν ανεβήκαμε να δούμε τι συμβαίνει στην ταράτσα μας. Πριν από λίγη ώρα τα παιδιά ήταν στα κρεβάτια τους. Δε θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα τους τη στιγμή που τους πάταγαν τα κεφάλια με τις μπότες όπως στις ταινίες, όπως στο βίντεο με τη δολοφονία του Φλόιντ, δεμένα πισθάγκωνα, συνοδεία ασύλληπτου υβρεολόγιου. Αν φανταστεί κανείς τη σκηνή, ίσως μπορεί να αντιληφθεί κάτι απ’ το εξωφρενικό παράλογο της συνθήκης αλλά και τα περί εμφυλίου. Σκεφτείτε, παρακαλώ, τον Πρύτανη της ΑΣΟΕΕ απ’ τη μια και τα παιδιά μου απ’ την άλλη. Δυο άθλιες εικόνες. Και πόσο απαράδεκτο μπορεί να είναι όταν οι αυθαίρετα βιαιοπραγούντες είναι έμμισθα όργανα του επίσημου κράτους. Πώς σπάει αυτός ο φαύλος κύκλος; Από βιαστικούς εισαγγελείς που ξεπετούν ελαφρά τη καρδία εγκλήσεις πολιτών, στέλνοντας τες αβασάνιστα στο αρχείο;

Το έχετε ξεπεράσει αυτό το σοκ;

Τις ατέλειωτες ώρες που κρατηθήκαμε με τα παιδιά μου στη ΓΑΔΑ σιδηροδέσμιοι και χτυπημένοι, από τις 7 το πρωί μέχρι την κατάληξή μας στο κελί, στις 12 το βράδυ, σαν εγκληματίες, σκέφτηκα ακόμη κι αυτό: αν κάποιος τώρα έλεγε “συγνώμη, λάθος”, τι θα κάναμε; Είχαμε την αφέλεια να ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν κάποιος και θα ζητούσε συγνώμη. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα επρόκειτο για μια τεράστια και πρωτόγνωρη υπέρβαση. Σκεφτόμουν αφελώς κι ενδεχομένως εγωιστικά πως η περίπτωσή μας θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία να τολμήσει κάποιος μια τέτοια υπέρβαση. Να συμμαζέψουν τη νταλίκα που είχε ήδη αρχίσει να χάνει τον έλεγχο. Πόσο φαιδρές μοιάζουν σήμερα τέτοιες σκέψεις μετά από τόσα γεγονότα που επισωρεύτηκαν.

Προϋπόθεση για να ξεπεραστεί αυτό το σοκ είναι η δικαιοσύνη. Μόνο η δικαιοσύνη μπορεί να θεραπεύσει την οργή και τη βαθιά οδύνη της απρόκλητης και αδικαιολόγητης βίας, της άδικης κατασυκοφάντησης. Αυτή είναι η ευθύνη και η πρόκληση για τους εκπροσώπους της Θέμιδας, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων στο πλαίσιο ακριβώς του πολιτεύματος. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης εγγυάται την ουσία της δημοκρατίας. Αλλιώς οι τρομοκρατούντες θα έχουν επιτύχει την αποστολή τους.

Ο ισχυρισμός της ΕΛΑΣ ότι επιχειρήσατε να αποσπάσετε όπλο από αστυνομικό δεν σας εξόργισε;

Πρόκειται για χαρακτηριστική κατηγορία ρεπερτορίου απολυταρχικών καθεστώτων του παρελθόντος και μπορεί και του παρόντος. Οι συνειρμοί που γεννάει είναι επίσης πολύ χαρακτηριστικοί. Δεν χρειάζεται καν να τους αναφέρω.

Οσο ήσασταν δεμένος μαζί με τους γιους σας στην ταράτσα, ακούγεστε να απευθύνεστε στους αστυνομικούς. Οσα είπατε καταγράφηκαν και στην κάμερα. Πως προέκυψε εκείνη την ώρα αυτή η διάθεση;

Ηθελα να σταματήσει ο προπηλακισμός σε βάρος των παιδιών μου, έτσι επιχείρησα να τραβήξω σε μένα το ενδιαφέρον των αστυνομικών οργάνων. Είχα, επίσης, μία πολύ μεγάλη ανησυχία για τη γυναίκα μου αφού είχα αντιληφθει τις απειλές που δεχόταν. Δεν μπορούσα όμως στην κατάσταση που ήμουν δαρμένος και δεμένος και χωρίς γυαλιά και ακουστικά να εκτιμήσω αν είχε κατέβει κάποιος στο σπίτι και τι θα μπορούσε να της κάνει με το μένος που χαρακτήριζε όλη την ομάδα των ανθρώπων που επιχειρούσαν.

Πώς αντέδρασαν οι ίδιοι οι αστυνομικοί στα λεγόμενά σας;

Μου είπαν να το βουλώσω γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα μου έχωναν το όπλο στο στόμα. Τα περιγράφω εκτενώς στις καταθέσεις μου αυτά.

Τι θα λέγατε σήμερα, κ. Ινδαρέ, ένα χρόνο μετά, για τον τρόπο που τα media διαχειρίστηκαν την υπόθεσή σας;

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι σε μεγάλο ποσοστό δεν έκαναν καθόλου καλά τη δουλειά τους. Υιοθέτησαν πρόθυμα τα δελτία της ΓΑΔΑ και τις διαρροές, εκτοξεύοντας σε βάρος μας τόνους λάσπης για να κατασκευάσουν το προφίλ που οι διώκτες μας επιθυμούσαν. Το τεκμήριο αθωότητας πήγε στα σκουπίδια. Αρέσκονται, ούτως ή άλλως, να δικάζουν. Όπως και πολλοί από τους βουλευτές. Ούτε ρεπορτάζ δεν έκαναν, να βγουν επιτέλους απ’ τα στούντιο και τα γραφεία τους στην αληθινή πραγματικότητα. Να αμφισβητήσουν ως όφειλαν και να φροντίσουν να μάθουν ποιοι είμαστε και τι πραγματικά συνέβη, πριν ανοίξουν το στόμα τους για να συκοφαντήσουν. Να αποκτήσουν ιδία αντίληψη του χώρου και των γεγονότων. Η διάκριση των εξουσιών τείνει από χρόνια να γίνει πολτός. Άγνοια και υποτίμηση στοιχειωδών αρχών του πολιτεύματος και του κράτους δικαίου.

Δεν ήταν όμως λίγοι τελικά όσοι δεν έσπευσαν. Που με επαγγελματισμό και υπευθυνότητα απέναντι στο λειτούργημα και τους συμπολίτες τους μπήκαν στον κόπο να ελέγξουν τη συνέπεια των αποσπασματικών και αντιφατικών στοιχείων. Δοκίμασαν να δουν αν “βγαίνει” πειστικά το σενάριο της αστυνομίας, αν έχει αρχή, μέση και τέλος. Και είχαν την τόλμη να φωνάξουν πως ο βασιλιάς είναι “γυμνός”.

Πιστεύετε ότι γεννάται θέμα δημοκρατίας και προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων σήμερα στην Ελλάδα; Κλονίστηκε (ή εξακολουθεί να κλονίζεται) η εμπιστοσύνη σας στους θεσμούς;

Πριν από λίγες ημέρες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ανοίξτε τη διακήρυξη και διαβάστε τη. Ανοίξτε και το Σύνταγμα. Ακούστε την ιστορία μας. Ακούστε τις ιστορίες άλλων ανθρώπων, όσων έχουν το κουράγιο και το σθένος να καταγγείλουν. Όλο και περισσότεροι πολίτες, συνειδητοποιώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, με την συχνότητα τόσων “μεμονωμένων περιστατικών” εκφράζουν την οδύνη και την αγωνία τους. Την ίδια στιγμή όμως η οργή συσσωρεύεται. Το αίσθημα της αδικίας δεν παλεύεται. Πρόκειται για μια εξωφρενική σπατάλη πολύτιμου κεφαλαίου. Όσο το θέμα της βίας προσεγγίζεται με όρους παραταξιακούς και πονηρούς, ανιστόρητους συμψηφισμούς, τροφοδοτείται το ακριβώς αντίθετο από την αποδόμησή των όρων που τη γεννούν.

Όσον αφορά την περί χούντας φιλολογία, είναι κατά τη γνώμη μου εντελώς αποπροσανατολιστική. Γι’ αυτό και πολλοί σηκώνουν τόσο πρόθυμα το γάντι. Όχι δεν έχουμε χούντα. Έχουμε μια εκλεγμένη κυβέρνηση. Η δημοκρατία όμως θέλει κάθε στιγμή επαναβεβαίωση, δεν κρίνεται στις διακηρύξεις και στα λόγια. Κρίνεται στην πράξη. Πόσοι από τους συμπολίτες μας διάβασαν το πόρισμα της επιτροπής Αλιβιζάτου; Περ’ από τα αποκαρδιωτικά συμπεράσματα περιγράφει με μεγάλη σαφήνεια και με ποιον τρόπο δεν διευκολύνθηκε καθόλου το έργο της από εκείνους που κλήθηκε να ελέγξει.

Είχατε, επίσης, μιλήσει για μία κουλτούρα συγκάλυψης από πλευρά της ΕΛΑΣ. Αυτή η αίσθησή σας εξακολουθεί να ισχύει;

Μα ακριβώς αυτό ζούμε, όταν για μια αποτυχημένη επιχείρηση, χρησιμοποιείται μια οικογένεια ως “ιερό ελάφι”, και στη συνέχεια δουλεύουν τόσοι άνθρωποι επί μήνες, επί τόσες εργατοώρες, για να συντάξουν ανυπόστατες εκθέσεις, ενώ είναι σε γνώση όλων τα πραγματικά περιστατικά, αφού όλα έγιναν σε κοινή θέα. Ενώ υπάρχουν μάρτυρες, όλοι όσοι ήταν στα μπαλκόνια τους και στους γύρω δρόμους, τα δυο drones που κάλυπταν την επιχείρηση, προφανώς ασύρματοι και ηχητικά, και οι κάμερες των καναλιών, φανταστείτε τι μπορεί να συμβαίνει σε άλλες πιο τραγικές και αφανείς περιστάσεις. Μετά από τόσα που έχουν πει, ποιος μπορεί να πιστέψει τα δελτία τύπου και τις επίσημες αιτιάσεις; Όσοι τουλάχιστον διατηρούν το δικαίωμα της αμφισβήτησης και αναλαμβάνουν τον κόπο της κρίσης σε κάθε τι που σερβίρεται σαν προφανές και αυταπόδεικτο. Μόνο οι αντιεξουσιαστές και οι θιασώτες του ολοκληρωτισμού μπορούν να είναι ευτυχείς με τέτοια υπονόμευση του κύρους του κράτους εκ των έσω.

Τι θα λέγατε σήμερα αν βρισκόσασταν τετ-α-τετ με τους αστυνομικούς που σας χτύπησαν και σας εξύβρισαν μέσα στο σπίτι σας;

Οφείλουμε άραγε εμείς να πούμε κάτι; Δε μοιάζει λίγο παράλογο; Το ίδιο παράλογο με το ότι συρόμαστε από τους προϊσταμένους τους ν’ αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες… Ίσως μόνο μια λέξη: “Γιατί;” Αναρωτιέμαι τι βλέπουν στους εαυτούς τους όταν κοιτάζονται στον καθρέφτη. Μέσα στις κλούβες τί συζητούν. Πώς συναντιώνται με την αχαρακτήριστη πλευρά που επιδεικνύουν, σε ποια βάση, με ποιες εντολές και τι εκπαίδευση. Γονείς δεν έχουν; Φίλους, αδέλφια; Επίσης, με τι συνείδηση αποφασίζουν να καταθέσουν ενόρκως ανυπόστατα στοιχεία; Με κομποσκοίνια στα χέρια και φυλαχτά… Ένας φρουρός, πάντως, μας ντράπηκε και μας ζήτησε συγνώμη.

Θα κάνατε μία ταινία για όλη αυτήν την περιπέτεια;

Μέχρι τώρα είχα πάντα στο μυαλό μου έναν τρόπο να προσεγγίζω τα πράγματα από την ανάλαφρη πλευρά τους. Μου αρέσουν πάρα πολύ οι κωμωδίες, μου αρέσει ο Ροζ Πάνθηρας, ο Κλουζώ είναι από τους αγαπημένους μου χαρακτήρας. Μετά από ένα τέτοιο τραυματικό γεγονός, χρειάζονται όμως άλλα κότσια. Δεν θα ήθελα πάντως να εγκαταλείψω τη σχέση μου με το χιούμορ. Ετσι και αλλιώς όμως για να αντιμετωπίσεις μία τέτοια περιπέτεια δημιουργικά, πρέπει να υπάρξει μια χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Προς το παρόν αυτή δεν υπάρχει, μη ξεχνάτε ότι εκκρεμμεί το δικαστήριο εις βάρος μας.

Μαντάς: Η κατηγορία έχει καταρρεύσει

Για το τέλος μία σύντομη δήλωση του δικηγόρου Θεόδωρου Μαντά που έχει αναλάβει την υπόθεση για λογαριασμό της οικογένειας Ινδαρέ.

Η δήλωση αυτή έχει ως εξής: “Ενα χρόνο μετά το περιστατικό αστυνομικής αυθαιρεσίας στην οικία του γνωστού σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ, τα στοιχεία που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας έχουν αβίαστα οδηγήσει στην κατάρρευση της κατηγορίας που του έχει αποδοθεί.

Έχουμε απόλυτη βεβαιότητα ότι όταν τα στοιχεία αυτά παρουσιαστούν ενώπιον των θεσμικών οργάνων της ελληνικής Δικαιοσύνης, αναμφίβολα θα οδηγήσουν στην πλήρη απαλλαγή των κατηγορουμένων.

Με αυτόν τον τρόπο και το τραύμα στο κράτος Δικαίου θα επουλωθεί και η αστυνομική σκευωρία θα αποδοκιμαστεί”.

Πηγή: News247.gr