Άρθρο στην επετειακή έκδοση του Περιοδικού της Βουλής για τα 40 χρόνια της Ελλάδας στην ΕΕ

 

Του Δημήτρη Παπαδημούλη*

 

Το 2021 σηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, την 40ή επέτειο της ένταξης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ. Μετά από μια πολυετή διαδικασία που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1959, η Ελλάδα γίνεται την 1η Ιανουαρίου 1981 το δέκατο κράτος μέλος της τότε ΕΟΚ. Επιλογή ορθή για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς, δημοκρατίας αλλά και γεωπολιτικούς. Ανήκω σταθερά από τα 18 μου χρόνια σε εκείνο το τμήμα της ελληνικής Αριστεράς, που από τότε, στήριζε και στηρίζει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Και σημειώνω με ικανοποίηση πως την πολιτική αυτή στηρίζει σήμερα το σύνολο σχεδόν του δημοκρατικού πολιτικού φάσματος, παρά την εύλογη, αυστηρή και απολύτως αναγκαία κριτική που οφείλουμε να ασκούμε στα κακώς κείμενα της ΕΕ.

Στη διάρκεια αυτών των σαράντα ετών, η Ελλάδα αποκόμισε σημαντικά οφέλη από τη συμμετοχή της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το ισοζύγιο αυτής της αποτίμησης είναι θετικό. Παρά τα σοβαρά προβλήματα, τις κατά καιρούς κρίσεις και τις περιόδους έντονων αμφισβητήσεων που συνδέονται κυρίως με την αμφισβήτηση της ικανότητας της ΕΕ να δώσει ολοκληρωμένες και πειστικές λύσεις σε ευρωπαϊκές κρίσεις και κοινά προβλήματα.

Όπως στην οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, που στην Ελλάδα τη βιώσαμε με πολύ επώδυνο και δραματικότερο σε σχέση με άλλα κράτη μέλη τρόπο, έτσι και η σημερινή κρίση της πανδημίας ανέδειξε τα συστημικά ελλείμματα και τις αδυναμίες της ΕΕ. Παράλληλα, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη η ΕΕ να προχωρήσει με ταχύτερους ρυθμούς την κοινωνική και πολιτική της ενοποίηση, με δημοκρατική εμβάθυνση και διαρκή ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Στην προσφυγική κρίση, η αδιάλλακτη στάση ορισμένων χωρών να αναγνωρίσουν ότι πρόκειται για ευρωπαϊκό ζήτημα και ως εκ τούτου απαιτείται ευρωπαϊκή λύση, βασισμένη στις αρχές της αλληλεγγύης και του διαμοιρασμού του βάρους και της ευθύνης μεταξύ όλων των κρατών μελών, είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να πληγεί τρομερά δυσανάλογα, υπερασπιζόμενη, με ελλειμματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, για λογαριασμό ολόκληρης της Ευρώπης τις ουμανιστικές αξίες της αλληλεγγύης και της αξιοπρέπειας.

Η ΕΕ θα πρέπει κάθε μέρα να αποδεικνύει στην πράξη -και όχι στα λόγια- ότι είναι κάτι περισσότερο από μια ενιαία αγορά, από μια οικονομική περιοχή με πλήρη ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων, αγαθών και προσώπων. Σε αυτή την διαρκή προσπάθεια για τον μετασχηματισμό της σε μια Ευρώπη πραγματικά ενοποιημένη, κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμη, χωρίς ανισότητες και αποκλεισμούς, η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των ευρωπαίων πολιτών στην ΕΕ και στην ικανότητά της πρωτίστως να αποτελεί εγγύηση ασφάλειας, ανάπτυξης, ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης αποτελεί κεντρικό συνεκτικό συστατικό.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφετηρία για την έναρξη εποικοδομητικών διαβουλεύσεων και δημόσιων συζητήσεων, οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα σε πολίτες από κάθε γωνιά της Ευρώπης να μοιραστούν τις ιδέες τους συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ευρώπης.

Σε αυτή την πορεία προς μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή ενοποίηση, οι αναγκαίες αλλαγές και επιταχύνσεις θα πρέπει να έχουν επίσης κυρίαρχο το στοιχείο της σύγκλισης. Για να μπορέσουμε να μειώσουμε, επιτέλους, τις περιφερειακές αποκλίσεις και τις κοινωνικές ανισότητες που δυστυχώς εντείνονται λόγω της πανδημίας τόσο μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών όσο και στο εσωτερικό των κρατών μελών.

Είναι γεγονός πως η πανδημία, δρώντας ως επιταχυντής αλλαγών στην ΕΕ, ανάγκασε την ευρωπαϊκή ηγεσία να αναλάβει, έστω και με σχετική καθυστέρηση, μέτρα που μέχρι πριν το ξέσπασμα της πανδημίας φάνταζαν αδιανόητα. Όπως η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, η έκδοση κοινού χρέους της ΕΕ με ισχυρό το σκέλος των επιχορηγήσεων και η αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας.

Παρόλα αυτά, τα θετικά βήματα, κρίνονται ανεπαρκή από την ένταση και τη σφοδρότητα της πανδημίας, και επίσης καθυστερούν να εφαρμοστούν. Όσο η ΕΕ αργοπορεί, τόσο οι προκλήσεις πολλαπλασιάζονται, οι ανισότητες αυξάνονται, η πίεση στην οικονομία και την κοινωνία αυξάνεται και η αναγκαιότητα λήψης ακόμα πιο γενναίων αλλαγών και πρωτοβουλιών μεγεθύνεται.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα πρέπει να αναπτύξουμε εργαλεία και πολιτικές που θα διασφαλίζουν ότι το πρόσθετο χρέος που δημιουργεί η αντιμετώπιση της πανδημίας δεν θα οδηγήσει σε έναν νέο γύρο σκληρής, μονόπλευρης λιτότητας και δεν θα αποτελέσει τροχοπέδη στις προσπάθειες ανάκαμψης των κοινωνιών μόλις αφήσουμε πίσω μας την πανδημία. Κάτι τέτοιο απαιτεί, όσο διαρκεί η ρήτρα γενικής διαφυγής, να δούμε τις απαιτούμενες αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Για να μετασχηματιστεί σε ένα Σύμφωνο βιώσιμης σύγκλισης και ανάπτυξης, με ρεαλιστικές προσαρμογές για τα ελλείμματα και το χρέος. Για την Ελλάδα, που έχει δημόσιο χρέος 209% του ΑΕΠ, αυτό αποτελεί κεντρικό ζήτημα και πρέπει να τεθεί στο επίκεντρο του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου.

Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, θα έρθουν στην Ελλάδα 30,5 δισ. ευρώ: 17,8 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις και 12,7 δισ. σε δάνεια. Το μεγάλο στοίχημα που καλείται να κερδίσει η χώρα μας είναι να αξιοποιήσει παραγωγικά, μακριά από πελατειακά δίκτυα, κομματικές σκοπιμότητες και προχειρότητες, τα σημαντικά αυτά κονδύλια.

Είναι ανάγκη επίσης να διεκδικήσουμε μια ενιαία και συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική στην αντιμετώπιση του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος. Χρειάζεται μια βιώσιμη, ευρωπαϊκή ανθρωπιστική λύση έτσι ώστε να μην μετατραπεί η Ελλάδα σε μια αποθήκη ψυχών.

Στον στίβο συνύπαρξης ανταγωνιστικών επιδιώξεων και συμφερόντων, όπως είναι αυτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται πάνω απ’ όλα να έχουμε το δικό μας εθνικό σχέδιο. Και να επιδιώκουμε γύρω από στόχους που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και τις δικές μας εθνικές επιδιώξεις, να οργανώνουμε συμμαχίες ικανές να μετατοπίζουν προς θετικές, προοδευτικές κατευθύνσεις, την ίδια την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

* Ο Δημήτρης Παπαδημούλης είναι Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία