Δημήτρης Μυστακίδης: Το ρεμπέτικο μου έμαθε να μιλώ σταράτα

Posted on 21 Σεπτεμβρίου, 2020, 11:15 πμ
7 secs

Συνέντευξη με τον πολυοργανίστα και δεξιοτέχνη της λαϊκής κιθάρας, Δημήτρη Μυστακίδη στην ΕΠΟΧΗ

Η καλλιτεχνική του ανησυχία εκτείνεται από τη δημιουργία μέχρι το συνδικαλισμό και είναι ταυτισμένος μάλλον με τη λαϊκή κιθάρα. Οι νεότεροι όμως ίσως τον έμαθαν από το τελευταίο του χιπ χοπ τραγούδι με τον τίτλο «Μίλα», που επιχειρεί να συνομιλήσει με τους νέους, με ευαισθησία και αισιοδοξία. Πράγμα που έτσι κι αλλιώς είναι σημαντικό για τον Δημήτρη Μυστακίδη και με την ιδιότητα του ως δασκάλου, αφού από το 2001 είναι καθηγητής στο τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου, όπου διδάσκει λαϊκή κιθάρα, λαούτο και σύνολα, ενώ από το 2014 διδάσκει στο μεταπτυχιακό τμήμα της Σχολής Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Μετρά τριάντα χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης και έχει συνεργαστεί με την πλειοψηφία των Ελλήνων καλλιτεχνών.
Με την κυκλοφορία του πρώτου του προσωπικού δίσκου «16 Ρεμπέτικα με Κιθάρα» το 2007, έφερε στην πρώτη γραμμή τη λαϊκή κιθάρα και την ιδιαίτερη τεχνική της. Επόμενοι δύο δίσκοι, οι «Αψιλίες», το 2009, με προπολεμικά και σμυρνέικα τραγούδια και το «Ψιθυρίζοντας το ρεμπέτικο», το 2013, με ρεπερτόριο ενορχηστρωμένο για λαϊκή κιθάρα και γιαϊλί ταμπούρ. Ο επόμενος του δίσκος «Εσπεράντο» κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2015 και περιλαμβάνει μεταπολεμικά τραγούδια διασκευασμένα και ενορχηστρωμένα αποκλειστικά για λαϊκή κιθάρα με τη συμμετοχή 16 σπουδαίων τραγουδιστών. Ο τελευταίος του δίσκος «Amerika» κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2017. Περιλαμβάνει τραγούδια της πρώιμης περιόδου του ρεμπέτικου που γράφτηκαν από Έλληνες μετανάστες στην Αμερική και είναι όλα διασκευασμένα με την τεχνική της «τσιμπητής» κιθάρας (www.dimitrismystakidis.gr).
Είναι τόσο πλούσιος συνομιλητής όσο και το βιογραφικό του. Μίλησε στην «Εποχή» από τη Θεσσαλονίκη όπου ζει και εργάζεται τον περισσότερο χρόνο.

Τη συνέντευξη πήρε η Ζωή Γεωργούλα

Αυτές τις μέρες παρακολουθούμε ένα σίριαλ, όσον αφορά τις πολιτιστικές εκδηλώσεις και βέβαια τους εργαζόμενους στο χώρο του πολιτισμού. Επεισόδια του ίδιου σίριαλ εξελίχθηκαν όλο το προηγούμενο διάστημα της κρίσης που επέφερε η διαχείριση της πανδημίας. Τι συμπεράσματα μπορεί κάποιος να βγάλει έχοντας πλέον ως δείγμα μια ικανή περίοδο πολιτικών επιλογών στο χώρο του πολιτισμού;

Όσον αφορά τους μουσικούς και τα επαγγέλματα γύρω από αυτούς, όπως οι τεχνικοί κ.ά., για τους οποίους έχω σαφέστερη εικόνα, καταρχάς αποκαλύφθηκε η δική μας παθογένεια, αφού ασχοληθήκαμε με το συνδικαλισμό μόνο τώρα που βρεθήκαμε ενώπιον του προβλήματος. Όλα τα χρόνια που υπήρχε μια επίπλαστη ροή χρημάτων, ο καθένας καθόταν στο σπίτι του και κοιτούσε την πάρτη του. Τώρα που το πρόβλημα οξύνθηκε, τρέξαμε και ζητήσαμε βοήθεια από τους συλλόγους και τα σωματεία μας. Το αποτέλεσμα ήταν μια αρκετά μεγάλη πρωτοφανής συσπείρωση, η οποία όμως άρχισε να εξανεμίζεται με την άρση του πρώτου λοκ ντάουν. Συνεπώς, πρώτη παρατήρηση, δεν υπάρχει συνδικαλιστική συνείδηση σε εμάς τους ίδιους. Ελπίζω τώρα να γίνει πιο ευδιάκριτο πόση ανάγκη έχει ο ένας τον άλλο, όσο καλά κι αν αισθάνεται ο καθένας μόνος του. Διότι δεν μπορεί να είναι κανείς καλά όταν οι συνάδελφοί του πεινάνε. Μια δεύτερη παρατήρηση αφορά τις ευθύνες της πολιτείας, όπου αναδείχθηκε ξεκάθαρα ότι ποτέ κανείς δεν είχε ασχοληθεί με το ζήτημα των εργασιακών δικαιωμάτων μας. Ένα μικρό εύγλωττο παράδειγμα είναι ο τεράστιος αριθμός ΚΑΔ που αφορούν τους εργαζόμενους στο χώρο της μουσικής. Υπάρχουν λοιπόν ευθύνες και στις δύο πλευρές, αλλά να μην τις εξομοιώνουμε. Το κράτος είναι αυτό που πρέπει να παίρνει την πρωτοβουλία και να μεριμνά για τους εργαζόμενους.

Υπήρξε και υπάρχει όμως μια συστηματική εγκατάλειψη από την κυβέρνηση, παρά αυτήν την πρωτοφανή –έστω και καθυστερημένη– συσπείρωση.

Σαφώς. Στην αρχή της πανδημίας μπορούσε να αναγνωρίσει κάποιος ελαφρυντικά. Ήταν για όλους μας μια πρωτόγνωρη συνθήκη, αλλά πλέον επτά μήνες μετά την εμφάνιση της κρίσης δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την έλλειψη στήριξης. Δεν υπάρχει ούτε καν η αντίληψη του σύγχρονου πολιτισμού ως ένα από τα πλέον εξαγώγιμα προϊόντα, που μπορεί να δώσει ψωμί σε πολλούς ανθρώπους, λόγω του μεγάλου κύκλου εργασιών που τον χαρακτηρίζει. Θα μπορούσε να είναι εξαγώγιμο προϊόν. Εδώ μπαίνουν λουκέτα και έξω έχω ήδη κλεισμένες συναυλίες για τον Οκτώβρη.

Πήρες μέρος και σε μια άλλου τύπου συναυλία, μια ηλεκτρονική συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου, που έγινε πρόσφατα μέσω μια καινούργιας πλατφόρμας. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία, τι αποκόμισες;

Σε καμία περίπτωση η συναυλία με live streaming δεν μπορεί να υποκαταστήσει το γεγονός που συμβαίνει όταν συναυλιζόμαστε. Η ενέργεια μιας συναυλίας προκύπτει από την ανατροφοδότηση μεταξύ δημιουργών και κοινού. Ωστόσο, είναι ένας άλλος τρόπος για να παρουσιάσεις τη μουσική σου προς τον κόσμο, που σε αυτές τις ειδικές συνθήκες δίνει τη δυνατότητα σε αρκετό κόσμο, που δεν δύναται λόγω ευαλωτότητας, να παρακολουθήσει μια συναυλία «ζωντανά». Αυτό είναι κάτι που δεν το είχαμε ποτέ πριν σκεφτεί. Για αυτούς τους ανθρώπους θα άξιζε να συνεχιστεί μια τέτοια δραστηριότητα και μετά την όποια κανονικότητα μπορεί να επέλθει.

Είναι αλήθεια ότι η επικοινωνία εξ αποστάσεως φώτισε κάποιες πτυχές και δυνατότητες που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε περισσότερο.

Επ’ αυτού θα φέρω ένα ακόμα παράδειγμα. Η Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων έδωσε τη δυνατότητα σε δημιουργούς, διαθέτοντας δωρεάν το χώρο με την τεχνική του υποδομή και το ανθρώπινο δυναμικό του, να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Μοιράζοντας μάλιστα τις μέρες με βάση τις προτάσεις που κατατέθηκαν. Οι συνθήκες αυτών των συναυλιών ήταν εξαιρετικές και έδωσαν μια ευκαιρία σε καλλιτέχνες που διαφορετικά δεν θα είχαν αυτήν τη δυνατότητα. Αυτή η διαχείριση είναι κάτι που πρέπει να κρατήσουμε. Όχι καθολικά, σαφώς ο χώρος χρειάζεται και έσοδα, αλλά κάποιες μέρες ως πολιτική που προάγει τον πολιτισμό και τους νέους καλλιτέχνες. Ας μείνουν παρακαταθήκη λοιπόν κάποιες δυνατότητες που αξίζουν.

Η καλλιτεχνική σου δημιουργία έχει σε αρκετά μεγάλο βαθμό συνδεθεί με το ρεμπέτικο. Τι σου έμαθε σε ανθρώπινο επίπεδο η ενασχόληση σου με αυτό το μουσικό είδος;

Το ρεμπέτικο μού έμαθε ότι το να λες τα πράγματα απλά και σταράτα πιάνει τόπο. Ότι το περίσσιο χαλάει το ίσιο. Ότι χρειάζεται αλήθεια για να προχωρήσουμε παρακάτω. Ο λόγος του ρεμπέτικου είναι που το κάνει τόσο ευθύβολο.

Ήσουν παρών και ενεργός σε πολύ σημαντικές περιόδους ή καλύτερα παρέες του ελληνικού τραγουδιού. Μια από αυτές είναι η Λοξή Φάλαγγα, η καλλιτεχνική ομάδα του Νίκου Παπάζογλου, που για πολλούς από εμάς αποτελεί σημείο αναφοράς. Τώρα που ο χρόνος επιτρέπει μια απόσταση, τι εμπειρίες αποκόμισες από αυτή τη (μα)θητεία;

Το σημαντικότερο που αποκόμισα ήταν τα πάρα πολλά ταξίδια σε όλη την Ελλάδα και η επαφή με ανθρώπους που είχαν πολύ μεγάλη λαϊκή σοφία. Επειδή ο Νίκος ήθελε να ταξιδεύει παντού και να παίζει σε χώρους ιδιαίτερους που ο ίδιος είχε επιλέξει, ερχόμασταν σε επαφή με ανθρώπους που τους ένοιαζε ο πολιτισμός και βοηθούσαν να υλοποιηθεί μια συναυλία σε δύσκολες συνθήκες. Για παράδειγμα, ο Νίκος ήθελε να παίξει στο Κάστρο της Θάσου που δεν είχε ανοίξει ποτέ για συναυλία. Έβρισκε ανθρώπους που με τα μουλάρια τους ανέβαζαν τον εξοπλισμό. Άνθρωποι που μπορεί να ήταν αγρότες, απλοί λαϊκοί άνθρωποι. Τότε εγώ ήμουν 22 χρονών και η συναναστροφή επί μεγάλο διάστημα με τέτοιους ανθρώπους από όλη την Ελλάδα μού έδωσε σημαντικές εμπειρίες.

Η εμπειρία σου ως δασκάλου τι σου έχει διδάξει;

Όσο περνούν τα χρόνια, αναρωτιέμαι ποιος μαθαίνει σε ποιον. Αν δεν συμμετείχα σε αυτήν την εκπαιδευτική διαδικασία με τα νέα παιδιά, δεν ξέρω αν θα είχα κάνει ό,τι έχω κάνει καλλιτεχνικά. Εισπράττω φοβερή ενέργεια και φοβερή πληροφορία από τους νέους. Έχει ενδιαφέρον ότι έχω μαθητές από όλη την Ελλάδα, που φέρουν όλη τη ζώσα ελληνική πραγματικότητα. Η συναναστροφή μαζί τους με κάνει καλύτερο άνθρωπο, με μαθαίνει να είμαι πιο ανεκτικός.

Έχει ενδιαφέρον ότι το μοναδικό τραγούδι στο οποίο έχεις γράψει και στίχους και μουσική είναι το «Μίλα». Ένα τραγούδι σε ρυθμό χιπ χοπ, που μουσικά και στιχουργικά μοιάζει σαν μια προσπάθεια να επικοινωνήσεις ευθέως με τη νέα γενιά.

Είναι ακριβώς αυτό που λες. Σε μια κουβέντα που έκανα με την 14χρονη κόρη μου, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν έχει σαφή εικόνα τη δουλειά κάνω, με τι μουσική ασχολούμαι, συνειδητοποίησα ότι η χιπ χοπ, και ιδιαίτερα οι στίχοι, είναι σημαντική δίοδος επικοινωνίας για τους νέους. Συνειδητοποίησα επίσης ότι οι νέοι αυτής της ηλικίας δεν γνωρίζουν για τις δολοφονίες του Ζακ Κωστόπουλου, του Παύλου Φύσσα. Διότι σε αυτήν την ηλικία τους απασχολούν άλλα πράγματα. Μελέτησα λοιπόν αυτή τη μουσική και έφτιαξα ένα τραγούδι για να μιλήσω στην κόρη μου με ένα τρόπο που να της είναι οικείος. Κι εγώ εντυπωσιάστηκε που το πρώτο τραγούδι που έγραψα στίχους και μουσική ήταν αυτό…

Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να εντυπωσιάζεις θετικά τον εαυτό σου. Όμως αυτό το τραγούδι περιέχει και μια αισιοδοξία για τη νέα γενιά.

Σε όλα τα επίπεδα οι νέοι είναι πολύ μπροστά. Συγκεκριμένα οι νέοι μουσικοί έχουν προχωρήσει πολύ και σε αισθητική και σε γνώση και σε τεχνική. Ακόμα και με παιδιά που διαφωνώ, μου αρέσει πολύ να συζητώ. Προσεγγίζω όλες τις απόψεις με αγάπη και εξαντλώ τα περιθώρια της ανταλλαγής επιχειρημάτων.

Ζεις στη Θεσσαλονίκη. Τι σου έχει προσφέρει η παραμονή σου στη συμπρωτεύουσα;

Στη Θεσσαλονίκη οι παρέες κάνουν τη διαφορά.

Αυτές οι καλλιτεχνικές παρέες έχουν δημιουργήσει μια σπουδαία παράδοση εκεί.

Πράγματι, αλλά συμβαίνει ένα παράδοξο. Ενώ εδώ γεννιούνται πολύ όμορφα πράγματα, για να πετύχουν πρέπει να μεταφερθούν και να παιχτούν στην Αθήνα. Αυτή η εν γνώση μας συνθήκη μάς παρέχει μια ιδιότυπη ελευθερία όταν δουλεύουμε εδώ.

Ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σου;

Να οργανωθούμε ως Σύλλογος Μουσικών Βορείου Ελλάδας, γιατί αυτό που μας περιμένει τη χειμερινή περίοδο είναι πολύ δύσκολο. Δεν ξέρουμε ακόμα αν και με τι όρους θα λειτουργήσουν οι κλειστοί χώροι. Θέλουμε να είμαστε σε επικοινωνία με την κοινωνία, με δράσεις που να κοινοποιούν τα ζητήματα που μας απασχολούν.

...