Ο παγκόσμιος πληθυσμός πολλαπλασιάζεται με βραδύτερους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια κι όμως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αυξάνονται σταθερά σε ολόκληρο τον πλανήτη, γεγονός που αποδεικνύει πως η μεταξύ τους σύνδεση αποτελεί μύθο.

Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να κατηγορούμε τον υπερπληθυσμό για τα περιβαλλοντικά δεινά μας και να αρχίσουμε να βλέπουμε τους παράγοντες που έχουν πραγματική σημασία, όπως η κατανάλωση πόρων και η έκθεση σε τοξικές ουσίες, καθώς η αύξηση του πληθυσμού και τα ποσοστά γονιμότητας δείχνουν πτωτικές τάσεις.

Ο πληθυσμός στις ΗΠΑ και οι παγκόσμιοι πληθυσμοί αυξάνονται και οι δυο με βραδύτερους ρυθμούς. Μόνο την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2019 και Ιουλίου 2020, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού στις ΗΠΑ είχε επιβραδυνθεί στο 0,35%, ο πιο αργός που σημειώθηκε από το 1900 τουλάχιστον. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πτώση των γεννήσεων κατά τη περίοδο του κορονοϊού, αντίθετα απ’ ό,τι είχε προβλεφθεί.

Απεναντίας, αυτό είναι μέρος μιας μακροπρόθεσμης τάσης, δεκαετιών. Το 2010, οι γεννήσεις είχαν μειωθεί κατά 3% σε σχέση με το 2009, σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων. Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας (αριθμός γεννήσεων κατά τη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας) μειώθηκε κατά 4% και τα ποσοστά εφηβικών τοκετών μειώθηκαν κατά 10%, μια απότομη πτώση σε περισσότερα από 70 χρόνια.

Οπως γράφει στους Los Angeles Times η Τζέιντ Σάσερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Σπουδών Φύλου και Σεξουαλικότητας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, η σταθεροποίηση της παγκόσμιας αύξησης του πληθυσμού οδηγεί επίσης προς τη μείωσή του. Σύμφωνα με την κατανομή του πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών, ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται με βραδύτερο ρυθμό από οποιαδήποτε στιγμή από το 1950 και θα μειωθεί γύρω στα 2100.

Μια μελέτη του 2020 δείχνει ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός θα φτάσει πιθανότατα στο αποκορύφωμά του τέσσερις δεκαετίες νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε ο ΟΗΕ. Σε κάθε περίπτωση, η πληθυσμιακή πυραμίδα αλλάζει ήδη σημαντικά. Από το 2018, οι άνθρωποι άνω των 65 ετών ξεπέρασαν σε αριθμό τα παιδιά κάτω των 5 ετών παγκοσμίως για πρώτη φορά στην ιστορία. Καθώς ο ρυθμός είναι άνισος, η ιστορία του πληθυσμού του 21ου αιώνα θα ταυτιστεί με το «γκριζάρισμά» του, παρά τη σημαντική παγκόσμια ανάπτυξή του.

Ωστόσο, παρά τη βραδύτερη ανάπτυξη του πληθυσμού, συνεχίζουμε να κινούμαστε με μεγάλη ταχύτητα προς την περιβαλλοντική καταστροφή. Την ίδια στιγμή που τα ποσοστά της ανθρώπινης γονιμότητας μειώνονταν, οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου αυξάνονταν σταθερά σε όλο τον πλανήτη, φτάνοντας σε επίπεδα ρεκόρ το 2019. Μια έκθεση του ΟΗΕ για τις παγκόσμιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου διαπίστωσε ότι το πλουσιότερο 1% των ανθρώπων στη Γη ήταν υπεύθυνο για περισσότερο από το διπλάσιο των εκπομπών σε σχέση με το φτωχότερο 50% του πληθυσμού της.

Αντίστροφη σχέση

Η σύνδεση μεταξύ του πληθυσμού και της κλιματικής αλλαγής έχει σπάσει. Τόσο στην Κίνα όσο και στις ΗΠΑ -οι δύο κορυφαίες χώρες σε εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου-, η μέση γυναίκα γεννά 1,6 παιδιά στη ζωή της, κάτω από τα 2,1 παιδιά που χρειάζονται για να αντικαταστήσουν τον εαυτό της και τον σύντροφό της. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες πίσω από την επιβράδυνση της γονιμότητας. Η πρόσβαση των γυναικών σε αντισυλληπτικά -μαζί με άλλες υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας- διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, όπως και η εκπαίδευση των γυναικών που τους δίνει ευκαιρίες να κερδίσουν ένα εισόδημα εκτός του νοικοκυριού.

Αλλά οι επιστήμονες διατυπώνουν επίσης μια άλλη ανησυχία: Οι αποβολές κατά την εγκυμοσύνη αυξάνονται. Το ποσοστό των απωλειών εγκυμοσύνης λόγω αποβολών, η θνησιγένεια και η εξωμήτρια κύηση εγκυμοσύνης μεταξύ των γυναικών όλων των ηλικιών στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί με ρυθμό 1% ετησίως μεταξύ 1990 και 2011. Επιπλέον, μια ανάλυση 185 μελετών που αφορούσε περίπου 43.000 άνδρες μεταξύ 1973 και 2011 διαπίστωσε ότι ο συνολικός αριθμός των σπερματοζωαρίων είχε μειωθεί κατά σχεδόν 60%.

Οι επιστήμονες δεν είναι απολύτως βέβαιοι γιατί -και ορισμένοι εξ αυτών αμφισβητούν εάν ο αριθμός των σπερματοζωαρίων επηρεάζει τη γονιμότητα-, αλλά ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η έκθεση σε χημικές ουσίες που διαταράσσουν τις ορμόνες, όπως οι φθαλικές ενώσεις (που καθιστούν τα πλαστικά εύκαμπτα), παίζουν ρόλο στη διαταραχή της γονιμότητας.

Υπάρχει, όμως, κάτι άλλο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, γράφει η Τζέιντ Σάσερ. Οι νέοι απλά κάνουν λιγότερο σεξ, με λιγότερους συντρόφους και κάνουν σεξ για πρώτη φορά σε μεταγενέστερες ηλικίες σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές. Κάποιοι επικροτούν αυτήν την αλλαγή για τη μείωση στις εγκυμοσύνες των εφήβων στις ΗΠΑ. Αλλά θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια φθίνουσα επιθυμία για την απόκτηση παιδιών σε έναν πλανήτη που θερμαίνεται.

Πολλές έρευνες έχουν εντοπίσει αυτό το φαινόμενο, δείχνοντας ότι το «κλιματικό άγχος» (η εντεινόμενη ανησυχία σχετικά με την κλιματική κρίση) αυξάνεται και, μαζί με αυτό, ο φόβος των ανθρώπων να έχουν παιδιά σε έναν κόσμο του οποίου το μέλλον δεν είναι τόσο ρόδινο. Συνεντεύξεις με διαφορετικούς νέους ηλικίας 22 έως 34 ετών αποκαλύπτουν ότι η φυλετική βία και η κλιματική αλλαγή ανταγωνίζονται ως οι δύο κύριοι λόγοι για τους οποίους είτε είναι πολύ αναποφάσιστοι είτε αντιτίθενται εντελώς στο να γίνουν γονείς στο μέλλον.

Αυτά τα σοβαρά κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα έχουν ενταθεί, καθώς οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού έχουν μειωθεί. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η σταθεροποίηση του μεγέθους του πληθυσμού δεν είναι πανάκεια. Τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα δεν θα επιλυθούν, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ανθρώπων στη Γη.

efsyn